Supreme Court dismisses appeal against local council's delay in paying sports center fees due to lack of specific evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment against the local municipality. The appellant argued the council delayed payment of sports center fees by using a 'delay tactic' while waiting for central government approval, yet failed to provide specific details on deceptive promises or actions within the relevant timeframe. The court ruled that without concrete evidence of specific delaying actions or misleading assurances, the statute of limitations defense was legally unfounded and inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolD; Art. 242 para. 2 KPolD; Art. 19 para. 5 Law 2386/1996; Art. 281 Civil Code: The court may proceed with a hearing despite the absence of a summoned party if legally notified, and a defense based on delay tactics is inadmissible without specific evidence of deceptive actions and promises within the critical period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 641 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 641/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολαΐδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΟΤΙΟΥ ΠΗΛΙΟΥ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού, ως υπεισερχομένου νόμιμα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του πρώην Δήμου Σηπιάδος καθώς και του καταργηθέντος δημοτικού Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Κέντρα Νεότητας - Αθλητικά Κέντρα Δήμου Σηπιάδος", ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 451/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/7/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 1/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στη προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως, υπ' αρ. 11322/26-11-2012, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βόλου, ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 18-7-2012 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (12-3-2013), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο Δήμο. Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά το άρθρο 19 παρ.5 του Ν. 2386/ 1996 "Ρυθμίσεις θεμάτων εθνικών κληροδοτημάτων, δημοσίων και ανταλλαξίμων τμημάτων και άλλες διατάξεις", όπου σε διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας προβλέπεται εντολή ή έγκριση ή ειδική πληρεξουσιότητα του εκπροσωπούντος το Δημόσιο κατά περίπτωση οργάνου ή του οργάνου που διοικεί ή εκπροσωπεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, για την άσκηση αντίστοιχα αγωγής, προσφυγής, έγκλησης, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος και γενικά οποιασδήποτε διαδικαστικής ενέργειας, η έλλειψη της παρέχουσας την εντολή ή την έγκριση ή την πληρεξουσιότητα σχετικής απόφασης, δεν επηρεάζει το κύρος όποιων πράξεων από τις παραπάνω γίνονται χωρίς αυτή ή έγιναν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχει εκδοθεί επ' αυτών αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία δεν αναφέρεται μεν στη νομοθεσία που αφορά τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εφαρμογής όμως τυγχάνει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και επί των οργανισμών αυτών (Ο.Τ.Α.), λόγω της μορφής αυτών ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για τον εκπρόσωπο των οποίων απαιτείται η ύπαρξη άδειας της δημαρχιακής επιτροπής προς άσκηση ενδίκου μέσου, συνάγεται ότι μετά τη δημοσίευση του Ν. 2386/1996 (7-3-1996) δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από Δήμο λόγω μη προσκόμισης της ως άνω προβλεπόμενης απόφασης της οικείας δημαρχιακής επιτροπής για την άσκηση ή την έγκριση άσκησης ενδίκου μέσου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυασθεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αλλά δέχτηκε κατά τους τύπους την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου, χωρίς να έχει δεχτεί ότι πριν την άσκηση της έφεσης είχε δοθεί η αναγκαία για το παραδεκτό της άδεια της δημαρχιακής επιτροπής ή ότι μετά την άσκηση της έφεσης παρασχέθηκε έγκριση της ίδιας επιτροπής, και ότι έλλειπε και η γνωμοδότηση δικηγόρου πριν την έκδοση της απόφασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς κατά το χρόνο κατάθεσης της έφεσης (άρθρο 103 παρ.3 ν. 3463/2006), είναι προεχόντως αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν προβάλλει, ότι τον παραπάνω ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, τον πρότεινε, ως όφειλε, νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξάρτητα από το ότι είναι και απαράδεκτος αφού ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τις από 6-5-2011 προ τάσεις του που κατέθεσε ως εφεσίβλητος ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης του αντιδίκου του Δήμου, τέτοιο αντίστοιχο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της έφεσης δεν προέβαλε.
Πέραν δε αυτών ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, από την ισχύ του νόμου 2386/1996(7-3-1996) και συγκεκριμένα από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.5,η οποία ναι μεν δεν αναφέρεται στη νομοθεσία που αφορά τους ΟΤΑ, εφαρμόζεται όμως και ως προς αυτούς για τη ταυτότητα του νομικού λόγου, λόγω της μορφής τους ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για τον εκπρόσωπο των οποίων απαιτούνταν η ύπαρξη άδειας της Δημαρχιακής Επιτροπής προς άσκηση ενδίκου μέσου συνάγεται ότι δεν απορρίπτεται πλέον ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από Δήμο λόγω μη προσκόμισης της ως άνω προβλεπόμενης απόφασης της οικείας δημαρχιακής επιτροπής για την άσκηση ή την έγκριση άσκησης ενδίκου μέσου.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ, και με τον οποίο διατυπώνεται η ίδια ακριβώς αιτίαση σε σχέση με το παραδεκτό της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσίβλητος Δήμος κατά της πρωτόδικης απόφασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται για τη συγκεκριμένη αιτίαση, η οποία αφορά την παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου άσκησης ενδίκου μέσου και ειδικότερα έφεσης.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 εδ. 20 ΚΠολΔικ αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔικ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού.
Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, μέμφεται τη προσβαλλομένη απόφαση για παραμόρφωση εγγράφου και συγκεκριμένα για παραμόρφωση της υπ' αριθμ. 91/2011 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσιβλήτου προς το ότι, ενώ με την ανωτέρω απόφαση απλώς ανατέθηκε στην δικηγόρο Σπανοδήμου Μαρία να παραστεί ενώπιον του Εφετείου Λάρισας στις 6-5-2011 για να εκπροσωπήσει τον αναιρεσίβλητο Δήμο και να συνεχίσει τη δίκη για το συνεκκαλόν ΝΠΔΔ "ΚΕΝΤΡΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ - ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ πρώην Δήμου ΣΗΠΙΑΔΟΣ", το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Σημειώνεται ότι ο εκκαλών Δήμος προσκομίζει την απαραίτητη κατά το άρθρο 72 παρ.1εδ.ιγ και ιε του ν. 3852/ 2011 "ΟΤΑ:
Αρμοδιότητες-ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ εκλογές, Πειθ/κά, Μητροπολ. Περιφέρεια κ.λ.π.", της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Νοτίου Πηλίου με αριθμό 91/2011, από την οποία προκύπτει ό τι αυτή εγκρίνει την άσκηση έφεσης και ειδικότερα ορίζει πληρεξούσια δικηγόρο τη Μαρία Σπανοδήμου, δικηγόρο Βόλου προκειμένου να υποστηρίξει την έφεση που άσκησαν στο Εφετείο Λάρισας κατά του Ε.
Δ. και της υπ' αριθμ. 18/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου", δηλαδή το Εφετείο Λάρισας με την ως άνω παραδοχή του προσέδωσε στην εκτεθείσα απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσιβλήτου περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το πραγματικό, καθότι από το περιεχόμενο της άνω απόφασης δεν προκύπτει έγκριση της άσκησης της έφεσης παρά μόνο διορισμός πληρεξουσίου δικηγόρου, με αποτέλεσμα με την εσφαλμένη ανάγνωση αυτής (ανωτέρω απόφασης) το Εφετείο κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα κρίνοντας παραδεκτή την άσκηση της ρηθείσας έφεσης, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται στον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός που διατυπώνεται με αυτόν περί του ότι η ως άνω έφεση ασκήθηκε απαραδέκτως από τον αναιρεσίβλητο Δήμο, ενόψει του ότι δεν προϋπήρξε απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα νόμο για τους ΟΤΑ (3463/2006) που να χορηγεί την άδεια για την άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου ή να εγκρίνει αυτή, δεν είναι νόμιμος, αφού από τη δημοσίευση του ν. 2386/1996 (7-3-1996) δεν απορρίπτεται πλέον ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από Δήμο λόγω μη προσκόμισης της ως άνω προβλεπόμενης απόφασης της οικεί ας Δημαρχιακής επιτροπής για την άσκηση ή την έγκριση άσκησης ενδίκου μέσου, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, και ως εκ τούτου δεν αποτελεί ουσιώδη ισχυρισμό που να έχει επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν.2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 ν.δ. 496/1974,3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 91 εδ.α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κλπ από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006).
Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρο 250 αριθ.6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005)και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται (1) στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερουμένη με το άρθρο 22 παρ.1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ.496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
κατ' αυτών) (2) στην διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ),που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, έχοντας υπερνομοθετική ισχύ(άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), και ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ..." και στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν'αναπτύξει σ'αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων (3) στις διατάξεις του άρθρου 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικοτέρου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχειρίσεως, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση (4) στις διατάξεις του άρθρου 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνομοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Συμβάσεως που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου (στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συν.
προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974), ούτε τέλος στο άρθρο 119 (ήδη 141) ΣυνθΕΟΚ, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλαδή της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεών τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, ή ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη 451/2011 απόφασή του, ότι οι επίδικες αξιώσεις του άνω αναιρεσείοντος (ενάγοντος), που είχε προσληφθεί από τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) Δήμο και υπηρετούσε ως ωρομίσθιος αυτού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες αφορούν σε μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 30-9-2002 έως 31-12-2002,και από 1-5-2003 έως 15-6-2003, από την μη καταβολή σ'αυτόν του επιδόματος Χριστουγέννων, από 1-1-2003 έως 30-4-2003 από τη μη καταβολή του επιδόματος Πάσχα, και από 30-9-2002 έως 15-6-2003 από τη μη καταβολή αποδοχών και επιδόματος άδειας έχουν υποκύψει στην διετή ως άνω παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995, εσφαλμένως όμως έκρινε ότι αυτή αρχίζει κατά το άρθρο 91 του ίδιου νόμου από το τέλος του οικονομικού έτους, που δεν ήταν εφαρμοστέο, ενώ εφαρμοστέο ήταν το άρθρο 90 παρ.3, κατά το ο ποίο η παραγραφή αρχίζει από τη γέννηση της αξίωσης των υπαλλήλων για κάθε είδους καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, και στη συγκεκριμένη περίπτωση από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε καθυστερούμενης απαίτησης, που για μεν τις δεδουλευμένες αποδοχές κατά το χρονικό διάστημα από 30-9-2002 έως 15-6-2003,άρχιζε από την επομένη της 15-6-2003, ημερομηνία λήξης της σύμβασης, για το επίδομα Χριστουγέννων 2002 από 31-12-2002, για το ίδιο επίδομα 2003 από 31-12-2003, για το επίδομα Πάσχα 2003 από 30-4-2003 και για τις αποδοχές και το επίδομα άδειας 2003 από την επομένη της 15-6-2003, χρονικό σημείο λύσης της εργασιακής του σχέσης, και έληγε αντίστοιχα στις 16-6-2005, 31-12-2004, 31-12-2005, 30-4-2005 και 16-6-2005 χωρίς όμως μέχρι τότε να έχει επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο Δήμο η ένδικη αγωγή, η οποία κατατέθηκε τελικά στις 18-12-2007, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη, δηλαδή σε χρονικό σημείο κατά το οποίο είχαν ήδη υποκύψει οι προεκτεθείσες αξιώσεις του αναιρεσείοντος στην προαναφερθείσα διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 και συνεπώς κατέληξε αυτή (προσβαλλομένη) σε ορθό διατακτικό σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, και δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Κατ' ακολουθία ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυασθεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στη περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 536 παρ.1 ιδίου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση, δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούνται χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Η διάταξη της παρ.1 του άρθρου 536 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται όταν το δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Σε αντίθετη περίπτωση ιδρύεται λόγος από τον αρ.8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το τέταρτο λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση των πλημμελειών των αριθμών 1, 8α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι, με το να μη δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος με το τότε συνεναγόμενο με αυτόν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΑ ΝΕΟΤΗΤΟΣ-ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΔΗΜΟΥ ΣΗΠΙΑΔΟΣ", που ήδη έχει καταργηθεί, αποδέχθηκαν την ένδικη αγωγή κατά το ποσό των 10.791,00 ευρώ, δηλώνοντας 1) στο αιτητικό των πρωτοδίκων προτάσεών τους τα εξής: "Ζητούμε να γίνουν δεκτές οι προτάσεις μας ως νόμω και ουσία βάσιμες, επί τω τέλει όπως απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή του αντιδίκου, άλλως να γίνει δεκτή κατά το ποσό των 10.791,00 ευρώ που συνομολογούμε ...", 2)στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το εξής: "το ποσό που εγκρίθηκε από τη Γενική Γραμματεία το δίνουμε.
Άλλα χρήματα δεν έχουμε", α) παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ.2, 242, 256 παρ.1δ, 297 και 298 ΚΠολΔ, β) παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσίβλητος Δήμος κατά της πρωτόδικης απόφασης και ως προς το ποσό των 10.791,00 ευρώ για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, λόγω της προαναφερθείσας αποδοχής εκ μέρους του ως άνω ποσού, και γ) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα χωρίς να έχουν προταθεί και ειδικότερα, ενώ είχε καταστεί τελεσίδικη η πρωτόδικη απόφαση ως προς το ποσό των 10. 791,00 ευρώ, λόγω της ανωτέρω αποδοχής του από τον αναιρεσίβλητο, το οποίο δεν προσβλήθηκε με σχετικό λόγο με την έφεση που άσκησε αυτός (αναιρεσίβλητος Δήμος)κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ως προς το ποσό αυτό, το οποίο δεν είχε μεταβιβασθεί με την άνω έφεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το ερεύνησε με αποτέλεσμα να εξαφανίσει εξ ολοκλήρου την εκκαλουμένη απόφαση και να απορρίψει την ένδικη αγωγή.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως προς όλα τα μέρη του. Και ως προς μεν το πρώτο από τον αριθμό 1 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθότι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο προκειμένου περί παραβίασης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και όχι δικονομικού, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση προβάλλεται.
Ως προς δε το δεύτερο μέρος του, ο άνω λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αλλά δέχτηκε κατά τους τύπους την έφεση του αναιρεσιβλήτου Δήμου και ως προς το ποσό των 10.791,00 ευρώ ως προς το οποίο, όπως προεκτέθηκε είχε υπάρξει αποδοχή της ένδικης αγωγής εκ μέρους αυτού (αναιρεσιβλήτου Δήμου), είναι προεχόντως αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν προβάλλει, ότι τον παραπάνω ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως κατά το εκτεθέν μέρος του, τον πρότεινε, ως όφειλε, νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ανεξάρτητα από το ότι είναι και απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τις από 6-5-2011 προτάσεις του που κατέθεσε ως εφεσίβλητος ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης του αντιδίκου του Δήμου, τέτοιο αντίστοιχο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της έφεσης δεν προέβαλε.
Τέλος ως προς το τρίτο μέρος του από τον αριθμό 8α του ιδίου ως άνω άρθρου, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συγκεκριμένα στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρξε αποδοχή της ένδικης αγωγής από τον αναιρεσίβλητο ως προς το προλεχθέν ποσό των 10.791,00 ευρώ και ότι αυτός δεν προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το άνω ποσό, πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης δεν προκύπτει τέτοια παραδοχή περί αποδοχής της ως άνω αγωγής, από δε την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσίβλητος Δήμος προκύπτει με σαφήνεια ότι με αυτή προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της.
Επειδή, η από τα άρθρα 904 επ. Κ.Πολ.Δ. αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού έχει επικουρικό (επιβοηθητικό) χαρακτήρα και δεν μπορεί να ασκηθεί, εφόσον κύρια, από σύμβαση ή αδικοπραξία, βάση που θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στηρίζει την αγωγή. Ούτε μπορεί να ασκηθεί, αν η κυρία απαίτηση έχει παραγραφεί, αφού ο εντεύθεν επελθών πλουτισμός του οφειλέτη οφείλεται σε νόμιμη αιτία, δηλαδή στις περί παραγραφής διατάξεις.
Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κρίνοντας, χωρίς ειδικό παράπονο την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, για αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, μετά την απόρριψη της κυρίας βάσης αυτής, για αξιώσεις από τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για καταβολή δεδουλευμένων ημερομισθίων, επιδόματος Χριστουγέννων, Πάσχα, αποδοχών και επιδόματος άδειας, ως παραγεγραμμένης, απέρριψε αυτή ως αόριστη με την αιτιολογία ότι εφόσον ως αιτία της σύμβασης αναφέρεται η σύμβαση εργασίας, δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή (ένδικη αγωγή) κάποια ελαττωματικότητα της συνδέουσας τα μέρη έννομης σχέσης (ακυρότητα),εξ αιτίας της οποίας να δικαιολογείται η άσκηση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς όμως να τίθεται ζήτημα τέτοιας ακυρότητας, ενώ αυτή ήταν μη νόμιμη, καθόσον ο από την παραγραφή πλουτισμός είναι νόμιμος, έσφαλε μεν ως προς την αιτιολογία, πλην όμως κατέληξε σε ορθό διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο τα αντίθετα υποστηρίζων πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά τα μέρη του από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά την εκ του ως άνω άρθρου 559 αριθ.19 του ανωτέρω Κώδικα αιτίαση, κατά την οποία είναι ανεπαρκής η αιτιολογία της απορρίψεως ως αόριστης της ως άνω επικουρικής βάσεως της αγωγής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο προβαλλόμενος λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα κρίσιμου ζητήματος και ανεπάρκεια αιτιολογίας στην ελάσσονα σκέψη.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγμα τα προταθέντα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ.1 και 269 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ πρέπει να είναι ορισμένη και να γίνεται επίκληση των συγκροτούντων αυτήν πραγματικών περιστατικών κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, εκτός αν συντρέχει λόγος ο οποίος δικαιολογεί τη μεταγενέστερη προβολή της (Ολ.ΑΠ 472/1983).
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ εκ του ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την προταθείσα με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του εφεσιβλήτου ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, χωρεί εφόσον η πιο πάνω ένσταση υποβλήθηκε νομίμως κατά τα ανωτέρω, ενώπιον του δικαστηρίου (ΑΠ 966/1986 ΕΕΝ 1987.341).
Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων.
Κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη, αντίθεση προς αυτά (ΑΠ 615/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα απ' αυτόν και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό που πρόβαλε πρωτοδίκως με την προσθήκη των προτάσεων του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπό τη μορφή της αντένστασης στην ένσταση που είχε προβάλει ο αναιρεσίβλητος Δήμος περί παραγραφής των αξιώσεών του, και επανέφερε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, αμυνόμενος κατά της έφεσης που άσκησε ο τελευταίος κατά της πρωτόδικης απόφασης, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού να προτείνει την ως άνω ένσταση παραγραφής.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αναιρετήριο, πρωτόδικες και ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος και σχέση με τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του (αντένσταση), διαλαμβάνονται τα εξής: Ότι αυτός είχε προσληφθεί με δύο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από τον πρώην Δήμο Σηπιάδος, μετονομασθέντα ήδη σε Δήμο Νοτίου Πηλίου (αναιρεσίβλητο) προκειμένου να εργασθεί σε προγράμματα Μαζικού Αθλητισμού που συνοργανώνονται και συγχρηματοδοτούνται από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού κατά τα χρονικά διαστήματα από 17-12-2001 έως 30-6-2002 και από 30-9-2002 έως 15-6-2003 αντιστοίχως.
Ότι στη πρώτη σύμβαση η συμμετοχή της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού ήταν 100%, στη δε δεύτερη 90%, 80%, 75% ανάλογα με το πρόγραμμα, ότι από τη πρώτη σύμβαση του όφειλε ο αναιρεσίβλητος το ποσό των 2184,62 ευρώ, από δε τη δεύτερη το ποσό των 10.790,96 ευρώ, τα οποία δεν καταβάλλονται από τον εργοδότη αναιρεσίβλητο Δήμο γιατί ακόμη δεν έχει γίνει η εκταμίευση των χρημάτων αυτών της συμμετοχής της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, η οποία πάντοτε καθυστερεί τουλάχιστον για μια διετία, όπως συνέβη και με τον συνάδελφό του, ονόματι, Σ.
Μ. ο οποίος αναγκάστηκε να κινηθεί δικαστικώς, αν και έχουν υποβληθεί όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τις αξιώσεις του (αναιρεσείοντος), ότι ενώ εγκρίθηκε στη συνέχεια το ποσό των 10.791,00 ευρώ από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού ο αναιρεσίβλητος Δήμος, τηρώντας παρελκυστική τακτική, καθυστερεί την καταβολή της αμοιβής του αναιρεσείοντος, υποσχόμενος ότι θα τη καταβάλει, μόλις εγκριθεί από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού η εκταμίευση, πράγμα όμως το οποίο δεν έπραξε, με αποτέλεσμα η υπ' αυτού προβληθείσα ένσταση παραγραφής να παρίσταται, εκτός από νομικά αβάσιμη, και καταχρηστική και ως εκ τούτου απορριπτέα και για το λόγο αυτό.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα ο ως άνω ισχυρισμός (αντένσταση) ήταν μη νόμιμος, καθόσον τα ανωτέρω αναφερθέντα περιστατικά και αν ακόμη ήσαν αληθή, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι δεν μνημονεύονται σ' αυτόν (άνω ισχυρισμό) ποιες είναι οι ειδικότερες ενέργειες του αναιρεσιβλήτου με τις οποίες ενεργούσε παρελκυστικά και ποιες ήσαν οι παραπλανητικές υποσχέσεις που έδινε και σε ποια χρονικά σημεία μέσα στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από τα έτη 2002 και 2003, εντός των οποίων λειτούργησαν οι δύο προαναφερθείσες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, μέχρι και την 18-12-2007,οπότε κατατέθηκε η ένδικη αγωγή, εκδηλώθηκαν αυτές οι ενέργειες και οι υποσχέσεις αυτού (αναιρεσιβλήτου), ώστε να δικαιολογείται επί τόσο χρόνο η παραπλάνηση του αναιρεσείοντος, εξαιτίας της οποίας δεν επιδίωξε εγκαίρως την ικανοποίηση της απαίτησής του δικαστικώς, λαμβανομένου υπόψη και του προλεχθέντος στοιχείου του άνω ισχυρισμού ότι η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού καθυστερεί τουλάχιστον επί διετία να εγκρίνει και να εκταμιεύσει τη συμμετοχή της και ότι ο ανωτέρω συνάδελφός του αναγκάστηκε να κινηθεί δικαστικώς, προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτησή του, γεγονότα τα οποία με τον τρόπο που διατυπώνονται στον ισχυρισμό αυτό, προκύπτει ότι τα εγνώριζε ο αναιρεσείων.
Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το Εφετείο δεν απάντησε στον προαναφερθέντα μη νόμιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, και συνεπώς μη ουσιώδη, αλλά τον αντιπαρήλθε, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του προταθέντα κατά νόμιμο τρόπο πράγματα και συνακόλουθα δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναίρεσης(τρίτος), ως απαράδεκτος, και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2012 αίτηση για αναίρεση της 451/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ