Legislator Case Law & Legislation
641/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort liability, upholding partial contributory negligence finding against tourism company.

Case Number 641/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a tourism company and other defendants against a lower court judgment. The court upheld the finding that the defendants were 60% responsible for damages caused by their negligence while the plaintiff bore 40% responsibility for his own fault. Consequently, the appeal was rejected, and the defendants were ordered to pay the plaintiff's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298, 330 of the Civil Code; The court established that liability for damages requires unlawful conduct, fault, and damage, and that a victim's own negligence can reduce the defendant's liability proportionally.

Keywords

AI generated
tort liability contributory negligence civil code damages assessment legal costs supreme court appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Articles 1983 and 176 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 641 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 641/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. της εδρεύουσας στο Βαρύπετρο Δήμου Θερίσου Χανίων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε", που εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Δ. Α. του Ι., 3.Κ. Κ. του Α., 4.Δ. Μ. του Ι., 5.Α. Κ. του Ε., 6.Ν. Κ. του Ε., 7.Ε. Β. του Ν., 8.Κ. Χ. του Ε., και 9.Μ. Μ. του Α., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιδωρίκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βροντάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Μαρτίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2000 μη οριστική, 221/2001 προδικαστική, 333/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 448/2009 του Εφετείου Κρήτης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 18 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη, να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε".

Εξετέρου, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Κατά το άρθρο 63 παρ. 1 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα". Κατά το άρθρο 67 ΑΚ: "Όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα. Υποκατάσταση απαγορεύεται εφόσον η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται α) ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους, β) ότι, σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και γ) ότι δύναται το μέλος της διοικήσεως να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής πραγματικά περιστατικά: H πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, διατηρεί στην περιοχή της Κοινότητας Βαρύπετρου Κυδωνιάς μεγάλη τουριστική επιχείρηση υδροψυχαγωγικού πάρκου, που καταλαμβάνει έκταση περίπου 100 στρεμμάτων γνωστή ως "Λιμνούπολη", με πολλές πισίνες, τεχνητό ποταμό, τσουλήθρες, μπάρ, εστιατόριο, καφετέρια, ταβέρνα.

Την Ιουλίου 1997 και περί ώρα 03.30 περίπου ο Ε. Μ. του Ι., ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. (με ΑΜ 4558670) εισήλθε μαζί με τους φίλους του, Ε. Κ. του Σ. και Κ. Β. του Ε. και δύο άλλες αλλοδαπές, στο ως άνω υδροψυχαγωγικό πάρκο από χαμηλό κάγκελο που υπήρχε στην κεντρική είσοδο, ύψους ενός (1) μέτρου περίπου και ενώ δεν υπήρχε φύλακας, προκειμένου να κατευθυνθούν στην πισίνα της εναγόμενης που βρισκόταν δίπλα στο υπαίθριο μπαρ.

Την ώρα εκείνη η επιχείρηση δεν λειτουργούσε για το κοινό και το προσωπικό που εργαζόταν στο υπαίθριο μπαρ, όπου μέχρι την ώρα 02.30 τα ξημερώματα, είχε λάβει χώρα πάρτυ ραδιοφωνικού σταθμού, απασχολούνταν με την καθαριότητα αυτού μετά από την αποχώρηση και των τελευταίων θαμώνων. Ο χώρος στο σημείο εκείνο φωτιζόταν από τα φώτα ασφαλείας.

Ειδικότερα, την ώρα εκείνη, στις πισίνες και το μπαρ βρισκόταν και εκτελούσαν υπηρεσία και οι προστηθέντες από την εναγόμενη , τότε υπάλληλοι αυτής: Κ. Μ., Α. Μ., Μ. Γ., Γ. Κ. και Β. Ρ.. Όταν ο Ε. Μ. και η παρέα του πλησίασαν στο υπαίθριο αυτό μπαρ, ένας από τους ως άνω υπαλλήλους που ήταν γνωστός τους, τους κέρασε από ένα μόνο ποτό (σφηνάκι), διότι την ώρα εκείνη έκλεινε το υπαίθριο μπαρ και ασχολούνταν με την καθαριότητα του γύρω χώρου.

Στη συνέχεια οι ανωτέρω δηλ. ο Ε. Μ., η παρέα του, όπως και ορισμένοι εκ των υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης , άρχισαν να κολυμπούν εντός της μεγάλης πισίνας που βρίσκεται ,σε επαφή με το μπαρ του πάρκου, στην οποία η εναγόμενη εταιρεία έχει εγκαταστήσει το παιχνίδι της τροχαλίας κατά την λειτουργία του οποίου οι πελάτες, κυρίως νέοι (ανήλικα και νεαρά άτομα), αιωρούμενοι σε τροχαλία κατά μήκος της πισίνας διασκεδάζουν πέφτοντας μέσα στην πισίνα.

H τροχαλία αυτή ξεκινά από τον κινητό κεκλιμένο βατήρα (σκαμνάκι), κυλά πάνω σε δύο τεντωμένα συρματόσχοινα και ο αιωρούμενος στη συνέχεια πέφτει μέσα στο νερό της πισίνας με τα πόδια. Χρησιμοποιώντας δε ο παθών και η παρέα του την τροχαλία που βρισκόταν ψηλά πάνω από την πισίνα, έπεφταν εντός αυτής. Μετά από 2-3 φορές που χρησιμοποιήθηκε από αυτούς τοιουτοτρόπως η ως άνω τροχαλία και τη στιγμή που τα υπόλοιπα παρευρισκόμενα άτομα βρισκόταν είτε εντός της πισίνας, είτε στο υπαίθριο μπαρ, περί ώρα 04.00 π.μ., ο Ε.

Μ. έχοντας την πρόθεση να χρησιμοποιήσει και πάλι την ως άνω τροχαλία, ανέβηκε στον κεκλιμένο κινητό βατήρα (σκαμνάκι) που βρισκόταν στην αφύλακτη εξέδρα και έπιασε τις λείες μεταλλικές χειρολαβές της αιωρούμενης τροχαλίας πάνω από το βατήρα. Στην προσπάθειά του, όμως, να ωθήσει το σώμα του έμπροσθεν, λόγω ιδίως της ολισθηρότητας του σημείου εκείνου από την προηγούμενη χρήση του και της αστάθειας του βατήρα, ξαφνικά, απώλεσε την ισορροπία του πάνω στο ξύλινο βατήρα, που μετακινήθηκε, γλίστρησε πάνω σ' αυτόν και πριν προλάβει να συγκρατηθεί από κάποιο σταθερό σημείο, το σώμα του συστράφηκε με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω και επέπεσε και χτύπησε με το κεφάλι, πρώτα στο προεξέχον τσιμεντένιο χείλος της πισίνας, σε σημείο όπου το βάθος της ήταν 1,40 εκ και εν συνεχεία προφανώς με το κεφάλι του κατέληξε στον πυθμένα της πισίνας.

Από την κατ' αυτόν τον τρόπο πτώση του και λόγω της έλλειψης ειδικού αφρώδους υλικού στο προεξέχον τσιμεντένιο χείλος της πισίνας, απ' όπου δέχθηκε το πρώτον καίριο χτύπημα στο κεφάλι, ο ενάγων υπέστη: α) οβελιαίο τραύμα άνω επιφάνειας του κρανίου, γραμμοειδές μήκους 3 εκ. περίπου, λόγω δε του βάρους του σώματός του και της αντίστασης της κεφαλής του στο χείλος της τσιμεντένιας πισίνας, υπέστη ακόμη β) βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάταγμα αυχενικών σπονδύλων (Α2, Α3, Α4 και Α6).

Συνεπεία των ως άνω βαρύτατων τραυμάτων του, απώλεσε τις αισθήσεις του και στη συνέχεια ως άψυχο σώμα παρέμεινε λιπόθυμος στον πυθμένα της πισίνας έως ότου τον αντιλήφθηκε η Γ. Κ. που με τον αρραβωνιαστικό της Κ. Μ. του προσέφεραν τις πρώτες βοήθειες. Μετεφέρθηκε αναίσθητος με ασθενοφόρο του ΚΑΒ στο Γεν.

Νοσοκομείο Χανίων. Ακολούθως το, απόγευμα της ίδιας ημέρας, λόγω της κρισιμότητας και σοβαρότητας της κατάστασής του διακομίστηκε με αεροπλάνο του ΚΑΒ στο Γεν. Νοσοκομείο Αθηνών "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" όπου νοσηλεύτηκε μέχρι την 16-3-1998 στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ενώ την 16-3-1998 μεταφέρθηκε ως εσωτερικός ασθενής στη μονάδα φυσικοθεραπείας του ίδιου νοσοκομείου, όπου, παρέμεινε μέχρι 8-12-1998, ενώ πολλές φορές εισήλθε εκτάκτως στη ΜΕΘ του ίδιου νοσοκομείου.

Στο γενικό Νοσοκομείο Χανίων νοσηλεύτηκε και την 23-5-2000, από 15-8-2000 μέχρι 23-8-2000 και από 22-9-2000 μέχρι 26-9-2000. Στο ΠΕ.ΠΑ.Γ.Ν.Η. νοσηλεύτηκε από 8-6-2000 έως 9-6-2000. Η κατάσταση της υγείας του εξαιτίας της κατά τα άνω περιγραφείσας απροσδόκητης και ξαφνικής πτώσης του σύμφωνα με τις γνωματεύσεις των διευθυντών ιατρών του άνω Νοσοκομείου (Α' Ορθοπεδική Κλινική και 7898/22-9-1997 Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γεώργιος Γεννηματάς"), είναι η εξής:

βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κατάγματα αυχενικών σπονδύλων (Al, Α3, Α4 και Α6) μετά από πτώση εξ ύψους με πλήρη αισθητικοκινητική τετραπληγία από το επίπεδο του Α5 και κάτω σπονδύλου, εισρόφηση (ύδατος) και οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια. Οι κακώσεις της αυχενικής στήλης αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά με κολάρο τετραπλής στήριξης.

Συνεπεία, των παραπάνω κακώσεων και καταγμάτων του, έχει γίνει σπονδυλοδεσία κατόπιν λεπτής και επώδυνης εγχείρησης και φέρει τραχειοτομή, έχει αυτόματη διαφραγματική αναπνοή και ανεπαρκή βήχα με συχνά επεισόδια πνευμονίας, που απαιτούν μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και τη συνεχή παραμονή του στη ΜΕΘ των νοσοκομείων, έχει δε πλήρη αισθητικοκινητική τετραπληγία από το επίπεδο Α5 σπονδύλου και κάτω σπονδύλου και κάτω.

Κρίθηκε από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του Τ.Κ.Α. ανάπηρος σε ποσοστό 80%. Παρουσιάζει βαρειά σπαστική τετραπληγία, κατάργηση θωρακικής αναπνοής και πλήρη καταστροφή (βαριές ισχαιμικές βλάβες του νωτιαίου μυελού). Η ως άνω κατάσταση είναι μόνιμη και δεν προβλέπεται περαιτέρω βελτίωση με τα σημερινά ιατρικά δεδομένα (βλ.

την από 2/3/2006 βεβαίωση του Δ/ντη του Νευροχειρουργικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων "Ο Άγιος Γεώργιος). Ο τόσο σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντα οφείλεται κατ' αρχήν σε παραλείψεις της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα κατά τον χρόνο του ατυχήματος και ενώ ήταν δυνατή και ευχερής η πρόσβαση στις ως άνω εγκαταστάσεις από οποιονδήποτε λόγω της έλλειψης φύλαξης, δεν είχε εκδοθεί η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας της επιχείρησης, δεν υπήρχε προσωπικό ασφαλείας (φύλακες, υπεύθυνοι εποπτείας) για τον έλεγχο των κινήσεων των εισερχομένων στο χώρο αυτό και την παροχή οδηγιών και συμβουλών προς αυτούς, δεν υπήρχαν πινακίδες απαγορευτικές, πληροφοριακές ή ενδεικτικές του βάθους της πισίνας, ή ακόμη οδηγίες χρήσεως των εγκαταστάσεων, η εξέδρα και τα προεξέχοντα τμήματα της πισίνας δεν είχαν κατασκευασθεί ή καλυφθεί με ειδικό αφρώδες υλικό για την αποφυγή ατυχημάτων και για τη λειτουργία και χρήση της πισίνας δεν είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας.

Τονίζεται ότι ουδείς από το προσωπικό της εναγομένης, όπως φύλακες ασφαλείας και ουδείς από τους υπεύθυνους της επιχείρησης απαγόρευσε στον Ε. Μ. και την παρέα του, την είσοδο στο χώρο αυτόν και ιδίως την χρήση των εγκαταστάσεων της επιχείρησης, ούτε, συμβούλευε, επόπτευε ή έστω πρόσεχε τις κινήσεις αυτού και της παρέας του, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει.

Δεν υπήρχαν επίσης κατά την νύκτα, προστατευτικό δίκτυ στην επιφάνεια της πισίνας που να αποκλείει την χρήση της ή μέτρα για την απαγόρευση ανόδου στην εξέδρα της πισίνας και χρήσης της τροχαλίας, (όπως κλείδωμα της εξέδρας με κιγκλίδωμα) ούτε τα προεξέχοντα και επικίνδυνα τμήματα της πισίνας που είχαν κατασκευαστεί από σκέτο μπετόν, είχαν καλυφθεί από ειδικό αφρώδες υλικό, ώστε να αποφεύγονται ή να μειώνονται οι δυσμενείς συνέπειες ενός ατυχήματος (βλ.

Απόφαση Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών αρ. Π/443 της 15/24 Ιανουαρίου 1973 (ΦΕΚ Β 87) "Περί κολυμβητικών δεξαμενών μετά οδηγιών κατασκευής και λειτουργίας αυτών". Αντιθέτως, οι προστηθέντες της πρώτης εναγομένης προέτρεπαν με τη στάση τους τον Ε. Μ. και την παρέα του να χρησιμοποιούν εκείνη την ώρα τις εγκαταστάσεις της για τη διασκέδασή τους.

Για τις προαναφερόμενες ελλείψεις και παραλείψεις αναλυτική και πλήρης είναι η από Δεκέμβριο 1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α., Διπλωματούχου Μηχανολόγου Μηχανικού, που διενεργήθηκε δυνάμει τον με αριθμ. πρωτ. 1503/4-11-1998 εγγράφου του ΤΕΕ/ΤΔΚ για τη διερεύνηση των συνθηκών του ατυχήματος, κατόπιν αιτήσεως του παθόντος, η οποία συνετάγη μετά από ακρόαση και των δυο πλευρών και μετά από διενέργεια αυτοψίας στις εγκαταστάσεις της εναγομένης.

Τα ανωτέρω δε αναφερόμενα γεγονότα προκύπτουν και από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην προσκομιζόμενη με επίκληση υπ αριθμό 11/2002 εισηγητική έκθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, οι οποίοι εξετάσθηκαν στα πλαίσια της διεξαγωγής των αποδείξεων που διατάχθηκαν με τη με αριθμ. 221/2001 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου (κατόπιν της από 23/3/1999 και με αριθμό κατάθεσης 172/29-3-1999 κυρίας αγωγής του παθόντος (ασφαλισμένου στο ΙΚΑ) εναντίον των εναγομένων.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά υπαίτιοι καταρχήν του παραπάνω ατυχήματος είναι οι προστηθέντες υπάλληλοι και τα όργανα της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας , που από αμέλεια τους, δηλαδή από έλλειψη προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους.

Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη εταιρία, δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας και πρόληψης ατυχημάτων (φύλαξη, κατάλληλη σήμανση, προστατευτικά πλέγματα κλπ.), ώστε οι χρήστες των εγκαταστάσεων της να μη χρησιμοποιούν αυτές κατά το χρόνο που δεν λειτουργούσε η επιχείρηση. Οι δε 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος και 8ος των εναγομένων μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, εκ των οποίων, ο δεύτερος είναι πρόεδρος Δ.Σ., ο τρίτος αντιπρόεδρος Δ.Σ.

και ο τέταρτος διευθύνων σύμβουλος και οι υπόλοιποι μέχρι και του ογδόου μέλη του Δ.Σ. κατά το χρόνο του ατυχήματος, ενώ είχαν υπό την εξουσία τους μία πηγή κινδύνου για τους τρίτους, καθώς, ενώ γνώριζαν ότι η πρώτη εναγομένη εστερείτο της απαιτούμενης άδειας λειτουργίας και ότι δεν είχε ελεγχθεί και εγκριθεί προηγουμένως η ορθή και σύννομη λειτουργία των εγκαταστάσεων, έθεσαν σε λειτουργία και διέθεσαν στο κοινό όλες τις εγκαταστάσεις του πάρκου (μεταξύ των οποίων την πισίνα, ψυχαγωγικά παίγνια, υπαίθριο μπαρ), δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο κατάσταση επικίνδυνη για τους τρίτους ενώ υποχρεούντο να λαμβάνουν όλα τα πρόσφορα μέτρα ώστε να αποτρέπονται οι ζημίες που μπορεί να προέλθουν από αυτήν την λειτουργία της επιχείρησης στους τρίτους.

Ο 9°ς δε εναγόμενος κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, έχων την ιδιότητα του αρμοδίου διοικητικού διευθυντή της πρώτης εναγομένης, στον οποίο είχαν ανατεθεί καθήκοντα σχετικά με την επίβλεψη και ευθύνη λειτουργίας των εγκαταστάσεών της, γνωρίζοντας επίσης ότι η πρώτη εναγόμενη δεν είχε εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας, έθεσε σε λειτουργία τις εγκαταστάσεις της και επέτρεψε στο κοινό να τις χρησιμοποιήσει, ενώ έπρεπε να αρνηθεί να εκτελέσει την εντολή της πρώτης εναγομένης και κυρίως να μην επιτρέπει τη χρήση της εξέδρας και της τροχαλίας με τον κινητό βατήρα στη μεγάλη πισίνα μέχρι να ληφθεί η δέουσα άδεια ύστερα από επιτόπιο έλεγχο για την ασφαλή χρήση αυτών.

Σημειώνεται ότι η έλλειψη άδειας λειτουργίας της επιχείρησης κατά τον επίδικο χρόνο, η απουσία τριών (3) τουλάχιστον εποπτών ασφαλείας, όπως απαιτείται, η απουσία φύλακα κατά το χρόνο του ατυχήματος (βλ. ένορκη κατάθεση τον Μ. Κ. ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων στις 19/6/2002), η ευχερής και απρόσκοπτη προσέγγιση και χρήση της πισίνας από οποιονδήποτε, η έλλειψη υπόδειξης και απαγόρευσης σε αυτόν να εισέλθουν στις εγκαταστάσεις αυτές και να χρησιμοποιήσουν τα ψυχαγωγικά παίγνια, η χρησιμοποίηση αυτών παρουσία και με τη συμμετοχή και του προσωπικού της επιχείρησης, στο οποίο δεν είχαν δοθεί οι κατάλληλες οδηγίες και συστάσεις για τέτοιες περιπτώσεις, η έλλειψη οδηγιών χρήσεως σε εμφανές σημείο, η απουσία ενδείξεων απαγορεύσεως ανόδου στην εξέδρα, η έλλειψη προστατευτικού δικτύου της πισίνας και κιγκλιδώματος στην εξέδρα, η απουσία πινακίδων απαγορευτικών, πληροφοριακών ή ενδεικτικών του βάθους της πισίνας, η μη κάλυψη της εξέδρας και των προεξεχόντων τμημάτων της πισίνας με ειδικό αφρώδες υλικό για την αποφυγή ατυχημάτων, συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του παθόντος καθώς δεν είχε προηγηθεί ο έλεγχος και η έγκριση της ορθής και σύννομης λειτουργίας των εγκαταστάσεων της πρώτης εναγομένης.

Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι το γεγονός πως εκδόθηκε από τον πρόεδρο της Κοινότητας Βαρυπέτρου στις 12-8-97 η με αριθμ πρωτ. 679 άδεια λειτουργίας "κολυμβητικής δεξαμενής", κατόπιν της προηγηθείσης του ατυχήματος από 3-6-1997 σχετικής αιτήσεως της εναγομένης επιχειρήσεως, μετά από την 61497/ 5-6-97 σύμφωνη γνώμη τον Τμήματος Υγιεινής Χανίων, δεν διαφοροποιεί την ευθύνη των εναγομένων για την σύννομη και ακίνδυνη λειτουργία των ψυχαγωγικών οργάνων που "πλαισίωναν" την εν λόγω κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα), όπως το ένδικο υδροψυχαγωγικό "παιχνίδι της τροχαλίας", το οποίο έπρεπε να διατίθεται προς χρήση στο κοινό, με ευθύνη των εναγομένων, μόνο κατά τις ώρες λειτουργίας της επιχείρησης και υπό τους προαναφερθέντες κανόνες ασφαλείας.

Συνεπώς, κατά τα προαναφερόμενα άπαντες οι εναγόμενοι ευθύνονται εις ολόκληρον ένεκα των παράνομων πράξεων και παραλείψεων τους που είχαν ως αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του ενάγοντα. Διαφορετική κρίση δεν συνάγεται ούτε από την με επίκληση προσκομιζόμενη από τους εναγομένους - εκκαλούντες υπ' αριθμ. 832/ 2003.

απόφαση τον Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, το οποίο έκρινε ότι, ανεξάρτητα από τυχόν αστική ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημίας του παθόντος, δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται στο πρόσωπο των κατηγορουμένων ποινική ευθύνη και τους κήρυξε αθώους, εν όψει αμφιβολιών ως προς την ενοχή. Στην επέλευση όμως του ένδικου ατυχήματος και μάλιστα ανεξάρτητα από το πταίσμα των προστηθέντων υπαλλήλων και των οργάνων της εναγομένης, συνετέλεσε και η αμέλεια που επέδειξε και ο παθών Ε.

Μ.. Η αμέλεια δε αυτού συνίσταται στο ότι εισήλθε στο χώρο των εγκαταστάσεων της πρώτης εναγομένης, περί ώρα 03.30 π.μ., που η επιχείρηση ήταν κλειστή για το κοινό, από χαμηλό κάγκελο που υπήρχε στην κεντρική είσοδο, ύψους ενός (1) μέτρου περίπου, γνωρίζοντας μάλιστα ότι ήταν κλειστή για το κοινό, αφού δεν κατέβαλε κατά την είσοδο του το σχετικό αντίτιμο (εισιτήριο).

Το γεγονός μάλιστα ότι, ήταν νύχτα περί ώρα 03.30 π.μ. και η ορατότητα ήταν περιορισμένη ήταν ένας ακόμα αποτρεπτικός λόγος για να μην εισέλθει στη "Λιμνούπολη" και να χρησιμοποιήσει τα υδροψυχαγωγικά παιχνίδια της. Μάλιστα αυτός παρά την ύπαρξη ειδικών συνθηκών στο χώρο της επιχείρησης κατά το χρόνο του` ατυχήματος (ολισθηρότητα του χώρου γύρω από την πισίνα, περιορισμένη ορατότητα λόγω ανεπαρκούς φωτισμού, μη λειτουργία της επιχείρησης, απουσία ναυαγοσωστών) και ενώ γνώριζε τους κινδύνους από την έλλειψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας, λόγω και του ότι ήταν κολυμβητής, χρησιμοποίησε την πισίνα και επέδειξε έλλειψη προσοχής κατά τη χρησιμοποίηση της τροχαλίας, ενώ μπορούσε να αντιληφθεί τον κίνδυνο από τη χρήση αυτών και να τον αποφύγει ώστε να μειώσει την έκταση και το μέγεθος των ζημιών του.

Κανένα στοιχείο δεν προέκυψε από το οποίο να συνάγεται κρίση ότι ο παθών απερίσκεπτα έκανε κατάδυση με το κεφάλι στο σημείο της πισίνας που δεν επιτρέπεται λόγω του μικρού βάθους (που ήταν εμφανές), ήτοι από την εξέδρα της τροχαλίας, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι του στον πυθμένα και να τραυματιστεί από αποκλειστική του υπαιτιότητα.

Σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις των προαναφερομένων νοσοκομείων ο παθών εκτός των άλλων κακώσεων υπέστη και ένα οβελιαίο τραύμα τριών εκατοστών, από το οποίο έβγαινε πολύ αίμα, όπως κατέθεσε ενώπιον του εισηγητή δικαστή και ο μάρτυς Ε. Κ. αλλά και ο μάρτυς Μ.

Κ. που προσέφερε στον ενάγοντα τις πρώτες βοήθειες (βλ. την από 4-7-1997 ένορκη κατάθεση τον τελευταίου ενώπιον του Ανθ/μου Χ. Α.). Το τραύμα αυτό επιβεβαιώνει την εκτίμηση του πραγματογνώμονα - τεχνικού συμβούλου του ενάγοντος ότι ο παθών επέπεσε με το κεφάλι του πρώτα στο προεξέχον τσιμεντένιο χείλος της πισίνας και εν συνεχεία στον πυθμένα της πισίνας.

Το εν λόγω δε χείλος της πισίνας είχε κατασκευαστεί από σκέτο μπετόν χωρίς να έχει καλυφθεί από ειδικό αφρώδες υλικό, για να αποφεύγετο ή να μειώνονταν οι δυσμενείς συνέπειες του ενδίκου ατυχήματος (καθόσον εάν ήταν καλυμμένο με ειδικό μαλακό αφρώδες υλικό θα προστάτευε τον παθόντα αποτελεσματικά από την βαρύτητα του τραυματισμού που υπέστη).

Τα ανωτέρω ότι δηλαδή ο παθών επέπεσε με το κεφάλι του πρώτα στο προεξέχον τσιμεντένιο χείλος της πισίνας και εν συνεχεία στον πυθμένα αυτής, πιστοποιούνται και από την ανυπαρξία εξωτερικού τραύματος στον αυχένα του, που σε συνδυασμό με το προαναφερθέν αιμορραγούν τραύμα στην άνω επιφάνεια της κεφαλής, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αυχενικοί σπόνδυλοι τραυματίστηκαν από την άσκηση ισχυρής και βίαιης πίεσης σε αυτούς, που φέρεται να προήλθε από την ισχυρή πρόσκρουση του κρανίου σε σταθερό και σκληρό αντικείμενο και την επακόλουθη απορρόφηση των δυνάμεων της κρούσης από τους αυχενικούς σπονδύλους, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα οι σπόνδυλοι να υποστούν συντριπτικά κατάγματα και να εξαρθρωθούν με ταυτόχρονη διατομή του νωτιαίου μυελού (βλ.

σχετικώς και την προαναφερόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης). Υπό τα προκύψαντα αυτά πραγματικά περιστατικά το ποσοστό συνυπαιτιότητας των διαδίκων καθορίζεται σε 60% για τους εναγομένους και σε 40% στον παθόντα, τα οποία και η εκκαλουμένη δέχθηκε. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση κατά μερική παραδοχή της ένστασης των εναγομένων για συντρέχον πταίσμα του παθόντος (άρθρου 300 AK), δέχθηκε τα ίδια ως προς τα ανωτέρω ποσοστά συνυπαιτιότητας του κάθε εμπλεκομένου μέρους, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και τον νόμο εφάρμοσε.

Με βάση τις παραδοχές αυτές και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ το Εφετείο Α) απέρριψε την έφεση των εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και υποχρέωσε τους εναγομένους εις ολόκληρο το καθένα να καταβάλλουν στο ενάγοντα το ποσό των 88.041,09 ευρώ και αναγνώρισε ότι είναι υπόχρεοι να του καταβάλουν επίσης εις ολόκληρο ο καθένας και το ποσό των 177.055,52 ευρώ και Β) δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά ένα μέρος εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση κατά τη διάταξή της που αφορούσε την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και επιδίκασε στον ενάγοντα μέρος της δικαστικής δαπάνης του από 11.945 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 330, 297, 298, 67, 68, 71 Α.Κ. που εφάρμοσε ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά καταφάσκεται η ευθύνη των εναγομένων για αποζημίωση του ενάγοντος με βάση τις ανωτέρω διατάξεις των αδικοπραξιών καθόσον οι ανωτέρω παραλείψεις των οργάνων της πρώτης και των προστηθέντων από αυτή στην υπηρεσία της και παράνομες και υπαίτιες είναι αλλά και ικανές ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η παραδοχή δε της απόφασης ότι συνέτρεξε και πταίσμα του ενάγοντος με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αμελούς και τούτου συμπεριφοράς δεν τελεί σε αντίφαση με την παραδοχή της ίδιας απόφασης για την ανωτέρω υπαιτιότητα των οργάνων και λοιπών προστηθέντων της πρώτης εναγομένης καθόσον η τελευταία δεν αναιρείται από την πρώτη.

Συνεπώς αμφότεροι οι λόγοι της αναίρεσης από τους αριθ., αντίστοιχα, 1 και 19, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 1983 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση των 1)Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", 2.Δ. Α. του Ι., 3.Κ. Κ. του Α., 4.Δ. Μ. του Ι., 5.Α. Κ. του Ε., 6.Ν. Κ. του Ε., 7.Ε. Β. του Ν., 8.Κ. Χ. του Ε., και 9.Μ. Μ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 448/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ