Supreme Court quashes insurance appeal for insufficient reasoning on medical expenses and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding insurance liability for medical expenses. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the foreseeability of subsequent medical treatments and the specific services rendered. The Court agreed, finding the appellate judgment legally flawed due to its vague and inadequate justification for the awarded damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 489/1976; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: When an appellate court fails to provide sufficient reasoning regarding the foreseeability of subsequent medical treatments or the specific services rendered in an insurance liability case, the decision is legally flawed and must be quashed for remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 641 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 641/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μελιγό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27/6/2000, 30/7/2000 και 10/8/2000 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5686/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1519/2005 μη οριστική και 269/2008 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/5/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 13/5/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αυτής. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 ορίζεται, ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και την διακοπή της παραγραφής.
Από την παραπάνω διάταξη σαφώς προκύπτει, ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του αρθρ. 241 ΑΚ, όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (Κ.Πολ.Δ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον ενάγοντα.
Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της παραπάνω διετούς παραγραφής δεν έχει σημασία, αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η ΑΚ 937 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στη αξίωση αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας.
Η διάταξη του άρθρ, 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση της αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διατάξεως του ΑΚ 937. Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται, αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος. Και στην άνω διετή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (ΑΚ 255επ) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 260επ). Ειδικώς με την άσκηση της αγωγής επέρχεται διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 261).
Εξάλλου, από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 261 α'ΑΚ και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 1021/2001, ΑΠ 603/2007).
Στη προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, ότι έχουν ήδη κριθεί τελεσίδικα και με ισχύ δεδικασμένου, από προηγούμενη απόφαση (1668/1999 του Εφετείου Θεσσαλονίκης), τόσον οι συνθήκες του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, επί του οποίου συνεπιβάτης ήταν η ενάγουσα-νυν αναιρεσίβλητος, καθώς και ο, εκ του ατυχήματος προκληθείς, τραυματισμός αυτής, η οποία υπέστη κάταγμα λεκάνης, δεξιού μηριαίου, εκτεταμένη αποσπαστική κάκωση μαλακών μορίων δεξιού κάτω άκρου και διατομή της δεξιάς ιγνιακής αρτηρίας, για την αποκατάσταση δε των εκ του τραυματισμού της ζημιών, επιδικάσθηκε η αναφερόμενη στην ως άνω απόφαση αποζημίωση.
Περαιτέρω, κρίνοντας επί των ενδίκων δύο συνεκδικαζομένων αγωγών, με τις οποίες η ενάγουσα νυν αναιρεσίβλητος, ζητούσε την αποκατάσταση των εκ του ατυχήματος ζημιών της, που αφορούσαν μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα για την περαιτέρω αποκατάσταση της βλάβης της υγείας της που υπέστη εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος (που συνέβη την 10-2-1995) επειδή είχε εξαντλήσει κάθε επιστημονική δυνατότητα θεραπείας της στην Ελλάδα, αναγκάσθηκε να μεταβεί, με την απαραίτητη παρουσία του συζύγου της ως συνοδού, σε ειδικά κέντρα του εξωτερικού κατά τα έτη 1998 και 1999.
Κατά το έτος 1998, η ενάγουσα αναγκαίως δαπάνησε για την αποκατάσταση της υγείας της τα ακόλουθα ποσά: α) για το πρώτο ταξίδι με επιστροφή στη Θεσσαλονίκη, για υποβολή της στις αναγκαίες εξετάσεις στο Νοσοκομείο ...της Βέρνης και για μετάβασή της με συνοδό, για παραμονή της σε ξενοδοχείο και μίσθωση αυτοκινήτου για τη διακίνησή της για τις ιατρικές αυτές εξετάσεις της, δρχ. 420.524, β) για το δεύτερο ταξίδι της στην αυτή πόλη της Ελβετίας και στο αυτό Νοσοκομείο, στο οποίο υποβλήθηκε σε ορθοπεδική εγχείρηση, δαπάνησε για νοσηλεία και εγχείρητρα αλλά και για τα άνω αναγκαία λοιπά έξοδα δρχ. 9.288.656, γ) για το τρίτο ταξίδι της στην αυτή Ελβετική πόλη και στο άνω Νοσοκομείο για ιατρικές εξετάσεις από τους εκεί θεράποντες ιατρούς δαπάνησε 716.016 δρχ., και δ) για το τέταρτο ταξίδι της στην αυτή Ελβετική πόλη και στο αυτό Νοσηλευτήριο, δαπάνησε για ακτινολογικές και εργαστηριακές εξετάσεις της και έξοδα ταξιδιού με συνοδό δρχ. 609.698.
Επίσης, η ενάγουσα δαπάνησε για την αγορά αναγκαίου, υποδειχθέντος από τους θεράποντες ιατρούς, βοηθητικού ορθοπεδικού υλικού (βραχίονες τουαλέτας, σανίδα μπανιέρας, αντιολισθητικό χαλάκι μπανιέρας) δρχ. 46.300. Δηλαδή δαπάνησε ως ανωτέρω εν συνόλω 11.081.194 δρχ. (32.520 ευρώ). Κατά το έτος 1999 η ενάγουσα κατ' ανάγκη πραγματοποίησε και πάλι με την υπόδειξη τόσο των εδώ θεραπόντων ιατρών, όσο και ίων θεραπόντων ιατρών του άνω Νοσοκομείου Βέρνης της Ελβετίας, τρία ταξίδια για αντίστοιχες επισκέψεις στο άνω Νοσοκομείο και δαπάνησε:
α) κατά το πρώτο ταξίδι της, για τα έξοδα υποβολής σε χειρουργικές επεμβάσεις και νοσηλεία της, με τα έξοδα μεταβάσεως - επιστροφής και διαμονής της με συνοδό δρχ. 6.255.835, β) κατά το δεύτερο ταξίδι της, για εξετάσεις της από τους αυτούς ιατρούς, με τα έξοδα μετάβασης - επιστροφής και διαμονής με συνοδό, δρχ. 993.664 και γ) κατά το τρίτο ταξίδι για εξετάσεις της, με τα έξοδα μετάβασης - επιστροφής με συνοδό, 775.801 δρχ., δηλαδή δαπάνησε εν συνόλω 8.025.300 δρχ. (23.551,88 ευρώ).
Οι ανωτέρω αξιώσεις αποζημιώσεως της ενάγουσας που γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους το έτος 1998 και 1999 αντίστοιχα και. τις οποίες αξίωσε η ενάγουσα με τις πρωτοδίκως κριθείσες αγωγές 32238/2000 και 33178/2000, οι οποίες επιδόθηκαν στην εναγομένη την 22-9-2000, δεν επέκυψαν στην διετή παραγραφή και η περί του αντιθέτου ένσταση της εναγομένης είναι αβάσιμη".
Και υπό τις παραδοχές αυτές, επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας, για την ως άνω αιτία αποζημίωσης, απορρίψαν τους σχετικούς με το κεφάλαιο αυτό λόγους έφεσης και περαιτέρω, αφού έκρινε ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, σχετικά με το λόγο έφεσης που αφορούσε το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, εξαφάνισε στο σύνολό της (για το ενιαίο της εκτέλεσης) την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας και πάλι τις αγωγές, έκανε δεκτές αυτές, εν μέρει, ως κατ' ουσία βάσιμες.
Πλην όμως, το δικάσαν Εφετείο ουδόλως αναφέρει στις αιτιολογίες της απόφασής του, εάν και ποίες ήταν οι περαιτέρω επιπλοκές της υγείας της ενάγουσας, οι επελθούσες ως συνέπεια του αρχικού τραυματισμού της, ώστε να χρήζει περαιτέρω θεραπείας, ούτε διευκρινίζει εάν αυτές ήταν ή όχι προβλέψιμες και εάν όχι, για ποιο λόγο δεν ήταν προβλέψιμες.
Επίσης, δεν προσδιορίζεται ποίες είναι οι ιατρικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στην ενάγουσα και ποια η συγκεκριμένη θεραπεία, στην οποία υποβλήθηκε, κατά τις επανειλημμένες μεταβάσεις της στο εξωτερικό, αλλ' απλώς, κατά τρόπο ασαφή, αναφέρεται ότι αυτή υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις και σε μερικές εξετάσεις.
Επομένως, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες και εστέρησε αυτήν νόμιμης βάσης, ως προς το ως άνω ζήτημα, και έτσι υπέπεσε στην, από το αρ.559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καλύπτει και τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 269/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ