Legislator Case Law & Legislation
641/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on foreign service allowance not being salary and rejects res judicata claim.

Case Number 641/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling awarding a former diplomat back pay. The court held that the foreign service allowance is a separate benefit distinct from salary under the relevant law. While rejecting the claim that prior judgments barred this new claim, the court found the second ground of appeal inadmissible due to established facts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 135 para. 1 and 4 of the new Organization of the Ministry of Foreign Affairs Law 2594/1998; The foreign service allowance is a distinct benefit separate from salary and does not constitute part of the employee's remuneration.

Keywords

AI generated
foreign service allowance salary distinction res judicata back pay claim diplomatic service administrative appeal remuneration classification

Cited Legislation

AI generated
Art. 135 para. 1 and 4 of the new Organization of the Ministry of Foreign Affairs Law 2594/1998
Art. 559 no. 16 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 641 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 641/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Σταύρο Σπυρόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτοπαπά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2340/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5960/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 9-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 και 4 του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998, ως αποδοχές των υπαλλήλων του ΥΠΕΞ νοούνται ο βασικός μισθός τους και όλα τα χορηγούμενα, κατά τις κείμενες διατάξεις, επιδόματα και προσαυξήσεις. Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε συνάλλαγμα, ανεξαρτήτως των αποδοχών, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή δεν αποτελεί μέρος των αποδοχών του υπαλλήλου, που υπηρετεί στην αλλοδαπή, αφού και με το εν λόγω άρθρο 135 του Ν. 2594/1998 διαστέλλεται απ' αυτές με τη φράση "...παρέχεται σε συνάλλαγμα, ανεξαρτήτως των αποδοχών, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή....".

Το επίδομα αυτό είναι μια πρόσθετη παροχή σε συνάλλαγμα, η οποία αφ' ενός μεν διαφοροποιείται ανάλογα με τον τόπο υπηρεσίας του υπαλλήλου, τις επικρατούσες σ' αυτόν συνθήκες το κόστος ζωής, τις συνθήκες στεγάσεως και τις σχέσεις του ευρώ προς το νόμισμα του τόπου υπηρεσίας αυτού, αφ' ετέρου δε είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαμονή του υπαλλήλου στην αλλοδαπή για εκτέλεση εκεί υπηρεσίας.

Συνεπώς, ο υπάλληλος, ο οποίος για οποιοδήποτε λόγο παρέμεινε στην ημεδαπή και δεν βρισκόταν στη θέση του στην αλλοδαπή, δεν δικαιούται το εν λόγω επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης, αν καταγγείλει ακύρως της σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται μέχρι την άρση της υπερημερίας του να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μη αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ως άνω καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή της.

Τέλος, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως. 'Ετσι, πράγματα με την προαναφερόμενη έννοια του όρου αποτελούν οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος, ως λόγου εφέσεως, ισχυρισμού, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος, που στις .....

προσλήφθηκε απ' αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως μεταφραστής στο Προξενείο της Ελλάδος στα ...., διέμενε στην ημεδαπή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως την άρση της υπερημερίας του (12-5-2003), κατά τη διάρκεια του οποίου δεν κατέβαλε σ' αυτόν τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας και συνεπώς, δεν δικαιούται το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως περί ακυρότητας της από 17-3-1992 καταγγελίας από μέρους του αναιρεσείοντος της συμβάσεως εργασίας του αντιδίκου του και της εντεύθεν περιελεύσεως αυτού σε κατάσταση υπερημερίας, που διήρκεσε μέχρι τις 12-5-2003, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ανωτέρω λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, το επικαλούμενο, από το αναιρεσείον ως άνω πραγματικό γεγονός δεν ασκεί στην παρούσα υπόθεση οποιαδήποτε έννομη επίδραση, αφού ο αναιρεσίβλητος κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν είχε υποχρέωση σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του και εντεύθεν δεν υποχρεούτο να διαμένει στα ....., η δε καταβολή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής με την έννοια των μισθών υπερημερίας δεν εξαρτάτο από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία το αναιρεσείον, ως εργοδότης, είχε ήδη αποκρούσει με την ως άνω καταγγελία.

Επίσης, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αιτιολογίες ως προς τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη δικαστική απόφαση παράγεται και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, πλην όμως έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη μεταγενέστερη δίκη έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού τότε υπάρχει μεταβολή της νομικής ή ιστορικής αιτίας, ενώ ο κανόνας αυτός ισχύει, αν η μεταβολή έχει χωρήσει κατά τη διάρκεια του κριθέντος χρονικού διαστήματος κατά την προηγούμενη δίκη, καλυπτόμενη τότε από το δεδικασμένο, το οποίο ακριβώς ως εκ της εννοίας του παράγεται και από εσφαλμένη κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος της δικαστική απόφαση (Ολ.

Α.Π. 34/1992). Εξάλλου, με το άρθρο 135 παρ. 4 του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998 και άρχισε να ισχύει από 24-3-1998, ορίζεται ότι στο προσωπικό του ΥΠΕΞ, που υπηρετεί στην αλλοδαπή, παρέχεται και επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, ανάλογο με τον κλάδο και το βαθμό του, για την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, το δε επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση.

Η ως άνω διάταξη είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 131 παρ. 10 του παλαιού Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (Ν. 419/1976), που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998. Σε αντίθεση όμως με τα άρθρα 68 και 69 του Οργανισμού αυτού, που προέβλεπαν τη χορήγηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και στους προσλαμβανόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου ιδιαίτερους γραμματείς και βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας, ο νέος Οργανισμός αποκλείει με τις ρυθμίσεις του άρθρου 129 αυτού την παροχή του ως άνω επιδόματος στους προσλαμβανόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των αρχών του εξωτερικού.

Ειδικότερα, η παράγραφος 2 του άνω άρθρου 129 αυτού ορίζει ότι στις θέσεις ιδιαιτέρων γραμματέων, διερμηνέων και μεταφραστών, καθώς και του βοηθητικού και υπηρετικού προσωπικού των αρχών του εξωτερικού προσλαμβάνονται επιτοπίως με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, στην οποία εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή και ότι η πρόσληψη αυτών γίνεται, κατόπιν προτάσεως του προϊσταμένου της αρχής, με απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, με την οποία καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας τους, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Άρα, για τους υπαλλήλους αυτούς, που δεν έχουν βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του ΥΠΕΞ και είναι μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, στην οποία εδρεύει η αρχή, που τους προσέλαβε, δεν προβλέπεται, αλλά και δεν δικαιολογείται, η παροχή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον μάλιστα η αντιμισθία αυτών καθορίζεται με βάση τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Άλλωστε, για το λόγο αυτό προβλέπεται στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ότι οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου (2594/1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι τη λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ειδικά δε για όσους απ' αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος στις ..... προσλήφθηκε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, ως μεταφραστής του Προξενείου της Ελλάδας στα ...., αμειβόμενος με μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού του βοηθού διοικητικού γραμματέα Ε' τάξεως, καθώς και με το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Το αναιρεσείον στις 17-3-1992 κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση εργασίας και επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2556/1999 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής είναι άκυρη. Ακολούθως, επί της από 10-4-2001 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του αντιδίκου του, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για το χρονικό διάστημα από 1-4-1992 έως 25-1-2000, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8897/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία έκρινε τούτο ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται για το εν λόγω χρονικό διάστημα το επίδομα αυτό, που είναι ίσο με το 50% του καταβαλλόμενου στον προϊστάμενο πρέσβη επιδόματος και στη συνέχεια επιδίκασε σ' αυτόν το αναφερόμενο χρηματικό ποσό.

Περαιτέρω, ο αναιρεσίβλητος με την από 26-11-2002 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να του καταβάλει, ως μισθούς υπερημερίας, τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 26-1-2000 έως 31-12-2002. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7761/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έκρινε τούτο ότι ο αναιρεσίβλητος, όντας έγγαμος με δυο ανήλικα τέκνα, δικαιούται, ως μισθούς υπερημερίας για το ως άνω χρονικό διάστημα, τις αναφερόμενες μηνιαίες αποδοχές, καθώς και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, στη συνέχεια δε επιδίκασε σ' αυτόν το αναφερόμενο χρηματικό ποσό.

Ακολούθως, το αναιρεσείον περί τα τέλη του μηνός Απριλίου 2003 κάλεσε τον αναιρεσίβλητο να εμφανισθεί προς ανάληψη υπηρεσίας στην προηγούμενη θέση του ως μεταφραστής, ο δε τελευταίος, εμφανισθείς στις 12-5-2003 έλαβε, κατόπιν αιτήσεώς του, άδεια, ώστε να αναλάβει υπηρεσία στα τέλη του μηνός Ιουλίου 2003. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι η υπερημερία του αναιρεσείοντος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του αντιδίκου του διήρκεσε μέχρι τις 12-5-2003, οπότε ήρθη η υπερημερία του με την αποδοχή έκτοτε των υπηρεσιών αυτού και ο τελευταίος δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 12-5-2003 με βάση το δεδικασμένο, που απορρέει από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις, τους αναφερόμενους μισθούς υπερημερίας και το αναφερόμενο επίσης επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 30-10-2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν δέχθηκε τούτο κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένο, αφού οι προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις παράγουν δεδικασμένο στη μεταγενέστερη μεταξύ των ιδίων διαδίκων δίκη, κατά την οποία ζητήθηκε το ίδιο ως άνω επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν μεταβλήθηκαν τα λοιπά, πλην του χρόνου, περιστατικά και συγκεκριμένα, δεν επήλθε μεταβολή, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, όχι μόνο του νομικού καθεστώτος, αλλά και των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζει ο αναιρεσίβλητος το επικαλούμενο δικαίωμά του, με συνέπεια τα δεδικασμένο αυτό να αποκλείει τη διαφορετική κρίση επί του ως άνω ζητήματος στην παρούσα μεταγενέστερη δίκη.

Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-10-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 5960/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ