Legislator Case Law & Legislation
641/2007 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against insurance liability verdict regarding car accident damages.

Case Number 641/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request to overturn the second-instance judgment concerning insurance liability for a car accident. The appellant argued that the lower courts failed to verify ownership of the damaged vehicle and incorrectly awarded damages without proof of a relationship between the deceased and the beneficiaries. The court rejected these claims as abstract, inadmissible, or outside its review scope, ruling that the lower court's assessment of facts and evidence was final.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 561, paragraph 1: The Supreme Court's review of a judgment of the court of first instance is limited to the application of law and the assessment of evidence, excluding the re-evaluation of factual findings or the discretion of the lower court in determining damages.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual assessment insurance liability damages calculation ownership verification code of civil procedure review scope

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 641 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 641/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της καλούσας - αναιρεσείουσας: .... , ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της ... και ...., κατοίκων ομοίως. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Τζωρτζάτου, η οποία δήλωσε ότι η ως άνω αναιρεσείουσα παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τους υπό στοιχεία 3 έως και 19 εκ των αναιρεσιβλήτων.

Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθεμελή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις, ....(αναφέρονται 7 ακόμα ονόματα), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-2-2000, 19-10-2000, 2-4-2001 αγωγές, τις από 27-3-2001, 5-4-2001 και 18-5-2001 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1845/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3647/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 5 Ιανουαρίου 2004 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 463/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16 Μαϊου 2006 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον η αναιρεσείουσα και η 2η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη (ως προς τους 1ο και 2η των αναιρεσιβλήτων).

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔικ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι για το κύρος της παραίτησης του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναίρεσης, που γίνεται και με δήώση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, και ως προς ορισμένους μόνον από τους αναιρεσιβλήτους, δεν είναι αναγκαία η κλήτευση τούτων, αφού αυτοί και αν είχαν κληθεί και παρίσταντο δεν θα μπορούσαν να αντιταχθούν στην παραίτηση αυτή εφόσον λαμβάνει χώρα πριν το δικαστήριο τούτο εισέλθει στην έρευνα των λόγων αναίρεσης.

Η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα, ότι η αναίρεση ως προς τους αναιρεσιβλήτους που αφορά θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε με επακόλουθο ως προς αυτούς να επέρχεται κατάργηση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση νόμιμα με την από 16.5.2006 κλήση των αναιρεσειόντων φέρεται για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο η από 5.1.2004 αίτησή τους για αναίρεση της 3647/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 463/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της στην προηγούμενη δικάσιμο της 17.2.2006.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, με δήώση στο ακροατήριο της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, οι αναιρεσείοντες, πριν από την έναρξη της συζήτησης, παραιτήθηκαν από το δικόγραφό τους αυτό κατά το μέρος που στρέφεται κατά των υπό τους αριθμούς 3 έως και 19 αναφερόμενων αναιρεσίβλητων.

Συνεπώς το δικόγραφο τούτο θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη που ανοίχτηκε με αυτό πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, έστω και αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν στην παρούσα συζήτηση. Μετά απ΄ αυτά αναιρεσίβλητοι εδώ παραμένουν οι Χ1 και η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Υδρόγειος".

ΙΙ. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση .... εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή .... , αποδεικνύεται, ότι ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της από 16.5.2006 κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ1. Αυτός όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Επομένως η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 928 εδ. β΄ ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπόχρεος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών, Κατά δε τα άρθρα 1389, 1390, 1485 και 1484 παρ. 2 ΑΚ, που είναι εφαρμοστέα στην περίπτωση που εξετάζεται, κατά τα άρθρα 14 παρ. 2 και 18 παρ.2 ΑΚ ως δίκαιο της τελευταίας κοινής, συνήθους, διαμονής του θανόντος και των αναιρεσειόντων, συζύγου και ανηλίκων τέκνων "οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση αναγκών της οικογένειας.

Η συνεισφορά γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους" (1389), "στην υποχρέωση συνεισφοράς περιλαμβάνονται ειδικότερα η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους και η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους" (1390), "ανιόντες και κατιόντες έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής" (1485), " οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις τους" (1489 παρ. 2).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν.1975/1991 που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 του ίδιου νόμου), και ορίζει ότι "η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος ή η ανάληψη οποιασδήποτε εργασίας από αλλοδαπό σε ελληνικό έδαφος απαγορεύεται ρητώς, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος έχει εφοδιαστεί με σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας ή άλλη εξουσιοδοτημένη από αυτόν Αρχή", η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της ΕΕ και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι μεν καταρχήν απολύτως άκυρη, γιατί αντιβαίνει στην ως άνω απαγορευτική διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ.

Παρόλα αυτά, θεμελιώνει, υπό τους όρους των άνω άρθρων 1389, 1390, 1485 και 1489 ΑΚ, δικαίωμα διατροφής της συζύγου και των τέκνων του έναντι αυτού με βάση τα έσοδα που αυτός αποκόμιζε από την ακύρως παρεχόμενη αυτή εργασία του. Τέλος, η θανάτωση αυτού θεμελιώνει αξίωση τούτων κατά του υποχρέου για αποζημίωση από στέρηση της διατροφής, εφόσον κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο θανατωθείς θα εξακολουθούσε να παρέχει την εργασία του.

Για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης αυτής λαμβάνεται υπόψη η πιθανή διάρκεια της ζωής του υπόχρεου και του δικαιούχου και η πιθανή εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης, χωρίς να απαιτείται ο θανατωθείς - υπόχρεος διατροφής - να είχε αξίωση για κτήση εισοδη-μάτων από τη δραστηριότητα που ασκούσε κατά το χρόνο της θανάτωσής του, αρκούσας μόνο της πραγματικής δυνατότητας αυτού κτήσης εισοδημάτων, με εξαίρεση βέβαια την περίπτωση κτήσης εισοδημάτων με παραβίαση νόμιμης απαγόρευσης, που αφορά την ίδια αυτή δραστηριότητα.

Κρίσιμο εδώ στοιχείο είναι λιγότερο η ακυρότητας της δικαιοπραξίας μέσω της οποίας πορίζεται ο υπόχρεος για διατροφή εισοδήματα παρά το περιστατικό, ότι η επίτευξη του εισοδήματος αποδοκιμάζεται από τον ίδιο το νόμο. Το τελευταίο αυτό δεν συμβαίνει προκειμένου για επαγγελματική δραστηριότητα για την άσκηση της οποίας ο νόμος απαιτεί τη χορήγηση άδειας εργασίας από την αρμόδια διοικητική αρχή, όπως στην άνω περίπτωση του αλλοδαπού, εκτός κοινοτικής χώρας, που εργάζεται στην Ελλάδα δίχως να είναι εφοδιασμένος με την πιο πάνω κατ΄ άρθρο 23 του ν.1975/1991 απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας διοικητικής αρχής (σχ.Ολ.ΑΠ 3/2004, ΑΠ 1914/2005, 1559/2005).

Παρέπεται απ΄ όλα αυτά, ότι η ύπαρξη άδειας εργασίας ή διαμονής δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, είτε του ίδιου του τραυματισθέντος αλλοδαπού που αξιώνει αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα λόγω τραυματισμού (ΑΚ 929), είτε της χήρας και των τέκνων του θανατωθέντος αλλοδαπού που αξιώνουν αποζημίωση για στέρηση διατροφής κατά την ΑΚ 928.

Δεν ασκεί έννομη επιρροή στις άνω αξιώσεις ο ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι ο αλλοδαπός (τραυματισθείς ή θανατωθείς) δεν είχε άδεια εργασίας ή διαμονής. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την από 19.10.2000 αγωγή τους, όπως απ΄ αυτή προκύπτει, ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα: Στις 29.8.1999, ώρα 07.00, στο 35ο χιλιόμετρο της νέας εθνικής οδού ...., συγκρούστηκαν, το ....

ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ψ1 σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών, με το .... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Χ1 και ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Υδρόγειος". Αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος αυτού στο οποίο σκοτώθηκε ο ως άνω Ψ1, για αναφερόμενες αιτίες (αμέλεια στην οδήγηση του αυτοκινήτου, με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κ.λ.π.), είναι ο ως άνω πρώτος αναιρεσίβλητος, που οδηγούσε μεθυσμένος.

Ο θανατωθείς ήταν ηλικίας 36 ετών, υγιής και ακμαιότατος, με βεβαιότητα δε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα στατικά δεδομένα, αν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα, θα ζούσε μέχρι την ηλικία των 70 ετών. Εργαζόταν ως εργάτης σε οικοδομές και κέρδιζε το μήνα δραχμές 350.000. Με τη σύζυγο και τα παιδιά τους κατοικούσαν στη ... .

Η σύζυγός του ηλικίας 32 ετών κατά το χρόνο θανάτου του δεν εργαζόταν γιατί ήταν ανάγκη να φροντίζει τα δύο ανήλικα παιδιά τους .. και ... ηλικίας 10 και 5 ετών, αντίστοιχα. Δεν είχαν πόρους ζωής και άλλα εισοδήματα. Με βάση τις ανάγκες των ανηλίκων, που αναφέρονται στην αγωγή με λεπτομέρεια, ο θανών εισέφερε και θα εισέφερε μέχρι την ενηλικίωσή τους, αν δεν πέθαινε, το ποσό των 110.000 δραχμών συνολικά το μήνα, ενώ η μητέρα (αναιρεσείουσα) συνεισέφερε με την εργασία της στο σπίτι που αποτιμάται στο ποσό των 50.000 δραχμών το μήνα.

Επίσης ο θανών συνέβαλε και θα συνέβαλε, αν δεν τραυματιζόταν θανάσιμα, στη διατροφή της συζύγου του, που δεν εργαζόταν και δεν έχει κανένα πόρο ζωής, ούτε πρόκειται να εργαστεί γιατί υπάρχει ανάγκη να αφοσιωθεί στην ανατροφή και φροντίδα των ανήλικων τέκνων τους, σύμφωνα με τις εκτιθέμενες στο δικόγραφο ανάγκες της, κατά το ποσό των 70.000 δραχμών το μήνα.

Με βάση αυτά ζήτησαν να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, σε ολόκληρο ο καθένας και με προσωπική κράτηση ο πρώτος, να καταβάλουν την πρώτη κάθε μήνα, για το διάστημα από 3.10.1999 μέχρι 2.10.2002, λόγω στέρησης διατροφής: α) στην πρώτη αναιρεσείουσα σύζυγο δραχμές 90.000 κάθε μήνα και β) σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες (ανήλικα παιδιά), όπως εδώ νόμιμα εκπροσωπούνται, δραχμές 70.000 κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής.

Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή αυτή ήταν σαφής, ορισμένη και ερευνητέα περαιτέρω. Για το ορισμένο της δεν χρειαζόταν να αναφέρονται η ύπαρξη άδειας εργασίας ή διαμονής του φερόμενου ως αλλοδαπού (.... εργάτη σε οικοδομές) θανόντος στο ατύχημα Ψ1, ούτε ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων για μη ύπαρξη άδειας εργασίας ή διαμονής αυτού ασκούν έννομη επίδραση στις αξιώσεις αυτές των αναιρεσειόντων.

Όμως το Εφετείο, κατά παραδοχή έφεσης των αναιρεσιβλήτων, κατά της 1845/2002 απόφασης του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ορισμένη την αγωγή κατά τα πιο πάνω κονδύλια, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή αυτή, κατά τα κονδύλια αυτά, ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, γιατί έκρινε ότι η ύπαρξη άδειας εργασίας αποτελεί στοιχείο της αγωγής και έπρεπε στο δικόγραφο "να γίνεται επίκληση της σχετικής άδειας εργασίας του ....

εργάτη σε οικοδομές ή της πιθανότητας να την έχει αποκτήσει κατά τον κρίσιμο χρόνο που ζητείται η αποζημίωση, ενόψει και του ότι οι ενάγοντες δεν επιστηρίζουν την άνω απαίτησή τους και στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτούν οι παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου για τη θεμελίωση της αγωγής των αναιρεσειόντων και έτσι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις αυτές.

Συνακόλουθα, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, κατ΄ εκτίμηση του όλου περιεχομένου το, προβάλλουν με σαφήνεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ως άνω διατάξεις και μάλιστα αυτές των άρθρων 23 του ν.1975/1991, 298, 904 και 914 ΑΚ, καθώς και εκείνες του ίδιου ΑΚ για στέρηση της διατροφής των αναιρεσειόντων, γιατί απέρριψε ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (όχι ως μη νόμιμη, όπως από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) την αγωγή τους, σε σχέση με τα άνω ζητηθέντα κονδύλια λόγω στέρησης διατροφής και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι βάσιμος και πρέπει γι΄ αυτό να γίνει δεκτός, ώστε στη συνέχεια να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, κατά τις διατάξεις της εκείνες με τις οποίες, κατά παραδοχή έφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έπειτα δίκασε και απέρριψε ως αόριστη την από 19.10.2000 αγωγή των αναιρεσειόντων, ως προς τα κονδύλια αυτά για αποζημίωση από στέρηση διατροφής, που αναφέρονται στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης υπό τα στοιχεία Γ1 και Γ2.

Μετά απ΄ αυτά η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).\ IV. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο: α) υπέπεσε στην από το εδάφιο 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, γιατί "δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", β) κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν επιδίκασε, ως χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες (σύζυγος και παιδιά) από το θάνατο του συζύγου και πατέρα τους ηλικίας 36 ετών, το "αιτούμενο στην αγωγή ποσό των 88.041,09 ευρώ για καθένα τους", αλλά μικρότερο ("επιδικασθέν"), χωρίς επαρκείς αιτιολογίες, γ) εσφαλμένα απέρριψε αγωγικό αίτημά τους για πληρωμή ποσού 2.934,70 ευρώ "λόγω ολοκληρωτικής καταστροφής του οχήματος ιδιοκτησίας του θανόντος συζύγου και πατέρα τους" ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμο (όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), γιατί τάχα δεν προέκυπτε "η κατά ΑΚ 27 κτηθείσα υπό του θανόντος Ψ1 κυριότητα σ΄ αυτό και η τήρηση της προϋπόθεσης του άρθρου 106 του ν.118/1973, ούτε το ποσοστό κληρονομίας κατά ΑΚ 28 των εναγόντων σ΄ αυτό", ενώ η κυριότητα αποδείχθηκε από την άδεια κυκλοφορίας και έπρεπε το αίτημα να γίνει δεκτό ή να ανασταλεί η πρόοδος της δίκης μέχρι να προσκομιστεί το πιστοποιητικό του άρθρου 106 του ν.118/1973 και δ) όχι ορθά και αβάσιμα και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό τους ότι "όχι ορθά το πρωτοδικείο σε καθένα από τα αμφιθαλή αδέλφια του θανόντος συζύγου και πατέρα Ψ1 επιδίκασε το ποσό των 3.000 ευρώ σαν χρηματική ικανοποίηση για το θάνατό του, ενώ καθόλου δεν αποδείχτηκε ότι συνδεόταν ι θανών με τα αδέλφια του με σχέσεις αγάπης".

Με τέτοια διατύπωση, όλες οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν, με τις εξής αιτιολογίες ειδικότερα: Η πρώτη προεχόντως ως αόριστη, γιατί δεν προσδιορίζονται τα "πράγματα" που δέχτηκε και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη, διότι η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται, όπως απ΄ αυτή προκύπτει, στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρα εναγόντων, χωρίς όρκο καταθέσεις διαδίκων και σε όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση, ανάμεσα στα οποία και εκείνα της ποινικής δικογραφίας).

Η δεύτερη προεχόντως ως αόριστη και απαράδεκτη, αφού η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (εδώ δεν αναφέρεται τί επιδικάστηκε) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αλλά σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί ως εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Η τρίτη προεχόντως ως απαράδεκτη, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν αποδείχτηκε "ότι ο θανών είχε στην κυριότητά του το ΙΧΕ αυτοκίνητο που καταστράφηκε ολοκληρωτικά (κύρια αιτιολογία), ούτε κατά συνέπεια και το ποσοστό (συγκυριότητας) κληρονομίας των εναγόντων (αναιρεσειόντων) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

Και η τέταρτη προεχόντως ως απαράδεκτη, διότι ελλείπει το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων, αλλά και διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι ανέλεγκτη (άρθρ. 68 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καταργεί τη δίκη, ως προς τους αναιρεσίβλητους που αναφέρονται στο δικόγραφο της από 5.1.2004 αίτησης αναίρεσης των ... κ.λ.π., υπό τους αριθμούς 3 έως και 19.

Αναιρεί την 3647/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά ένα μέρος, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, μεταξύ των εδώ διαδίκων.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ