Supreme Court dismisses appeal against state compensation, upholding fee calculation and constitutional compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by the Greek State and several heirs against a final judgment awarding compensation. The court found no error in the lower court's application of the law regarding the 1.5% legal fee calculation or the constitutionality of the compensation amount. Consequently, the appeals were rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent state's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17, 4, 6, 20 of the Constitution; Article 1 of Protocol 1 to the ECHR; Article 18(4)(g1) of the Compensation Law: The court's determination of legal fees and compensation amounts does not violate constitutional rights or international obligations when based on statutory provisions and the principle of state liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 640 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 640/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Γ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), 2. Α. Τ. του Χ. (50%), κατοίκου ... (αρ.ιδ. ..., ...), 3. Γ. Τ. του Χ. (50%), κατοίκου ... (αρ.ιδ. ..., ...), 4. Ι. Τ. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), 5. Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), 6. α) Γ. Χ. του Λ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), β) Λ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 7. Β. Β. του Θ. (50%), κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), 8. Μ. Μ. του Θ. (50%), κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), 9. Ν. Μ. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ..., ...), 10. Α. Α. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), 11. α) Π. χας Α. Ν., κατοίκου ... (2/8 εξ αδιαιρέτου της με αρ.ιδ. ...), β) Δ. Ν. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), 12. Κ. Ν. του Α., κληρονόμου του Α. Ν., κατοίκου ... (3/8 εξ αδιαιρέτου της με αρ.ιδ. ...), 13. Χ. Ν. του Α., κληρονόμου του Α. Ν., κατοίκου ... (3/8 εξ αδιαιρέτου της με αρ.ιδ. ...), 14. α) Γ. Α. του Λ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικού διαδίκου Λ. Α. του Π., β) Π. Α. του Λ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικού διαδίκου Λ. Α. του Π. (αρ.ιδ. ..., ...), 15. Δ. χας Σ. Μ., το γένος Χ. και Ε. Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ...), 16. Ε. Β. (ή Β.) του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ..., ...) και 17. Γ. Β. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ..., ...).
Ο υπό στοιχ. 14β των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γ. και οι υπό στοιχ. 1, 2, 3, 5, 6β, 7, 8, 9, 10, 14α, 15, 16 και 17 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γ..
Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 2) α. Τ. Α. του Χ., κατοίκου ..., για το 1/2 εξ αδιαιρέτου των ΚΠ ... και ..., β. Τ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., για το 1/2 εξ αδιαιρέτου των ΚΠ ... και ..., 3) Β. Β. του Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, 4) Μ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, 5) Μ. Ν. του Π., κατοίκου ..., ΚΠ ... και ..., 6) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 7) Ν. Π. χήρας Α. Ν., κατοίκου ..., ΚΠ ..., κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου, 8) Ν. Χ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου, 9) Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., ΚΠ ..., κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου, 10) α. Π. Α. του Λ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου για το 1/2 αδιαιρέτου του Α. Λ. του Π., για τα ΚΠ ... και ..., β. Γ. Α. του Λ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου για το 1/2 αδιαιρέτου του Α. Λ. του Π., για τα ΚΠ ... και ..., 11) Δ. χήρας Σ. Μ., το γένος Χ. και Ε. Δ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 12) Β. ή Β. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ... και ..., 13) Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του απώτερου δικαιοπαρόχου Τ. Λ. του Κ., ο οποίος απεβίωσε το 1960 και του Τ. Χ. του Λ., ο οποίος απεβίωσε στις ..., για το 25% των ΚΠ ... και ..., 14) Μ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., ΚΠ ..., 15) Χ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ΚΠ ... και 16) Ν. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ΚΠ ....
Ο υπό στοιχ. 10α των αναιρεσειόντων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γ. και οι υπό στοιχ. 1, 2α, 2β, 3, 4, 5, 6, 10β, 11, 12, 13, 14 και 15 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γ..
Οι λοιποί των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου -Δυτικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στα Ιωάννινα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2017 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του Ελληνικού Δημοσίου (μετά την έκδοση της 158/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με τις από 7-6-2017 και από 14-8-2019 αιτήσεις των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων - υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 95/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 26-4-2021 αίτησή του και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 22-10-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσης ο καθένας και την απόρριψη της αντίθετης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες: α)από 26-4-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ...-2021) και β) από 22-10-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 47/25-10-2021) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ιδίας απόφασης, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του Κ.Πολ.Δ. ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1- 3 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (Α.Π. 73/2021, Α.Π. 683/2021, Α.Π. 762/2020, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 96/2020, Α.Π. 93/2020) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στο φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νομίμως παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Α.Π.
Ολομ. 4/1994, Α.Π. Ολομ. 2/1992, Α.Π. 683/2021, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 762/2020, Α.Π. 172/2020).
Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (Α.Π. 1434/2022, Α.Π. 1293/2021, Α.Π. 1093/2021, Α.Π. 1258/2020, Α.Π. 685/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την από 26-4-2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-4-2024), οι 1ος,2ος,3ος,5ος,6β,7η,8η,9ος,14α,15η,16η και 17ος των αναιρεσεσίβλητων παρέστησαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου των Γεωργίου Γ.
και ο 14β μετά του ιδίου δικηγόρου, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, Ι. Τ. (4ος), Γ. Χ. (6α), Π. Ν. (11α), Δ. Ν. (11β), Κ. Ν. (12ος) και Χ. Ν. (13ος), δεν παρέστησαν στο δικαστήριο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση, κατ' άρθρ. 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το επισπεύδον τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Η.
Α. Χ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά του, νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο του ΔΣ Θεσσαλονίκης Γεώργιο Γ., ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Π.
Ν. (11α), Δ. Ν. (11β), Κ. Ν. (12ου) και Χ. Ν. (13ου), ο οποίος (δικηγόρος), κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντίκλητου αυτών, για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών στη δευτεροβάθμια δίκη.
Επίσης, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων, με έδρα το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Θ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Γ.
Χ. (6α). Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, έχει νόμιμα κλητεύσει για την παρούσα δικάσιμο τον τέταρτο αναιρεσίβλητο Ι. Τ. του Κ., ο οποίος, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ήταν απών και δεν είχε εκπροσωπηθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από το δικηγόρο Γεώργιο Γ..
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού δεν αποδεικνύεται ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε από το αναιρεσείον, πρέπει, ως προς αυτόν, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης και να ερευνηθεί η αίτηση ως προς τους λοιπούς, παρισταμένους, αναιρεσίβλητους.
Συνακόλουθα, εφόσον οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, αναφορικά με την 22-10-2021 αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-4-2024), οι 1ος,2α,2β,3η,4η,5ος,6ος,10β,11η,12η,13ος,14η και 15ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Γ.
και ο 10α μετά του ιδίου δικηγόρου, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες, Π. Ν. (7η), Χ. Ν. (8ος), Κ. Ν. (9ος) και Δ. Ν. (16ος), δεν παρέστησαν στο δικαστήριο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση, κατ' άρθρ. 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, δεν αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενοι, απόντες κατά τη συζήτηση, αναιρεσείοντες, είχαν χορηγήσει στο φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γ. (που υπογράφει το αναιρετήριο) πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., για την άσκηση από αυτούς της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κατά συνέπεια, αφού την ύπαρξη πληρεξουσιότητας εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο και εδώ δεν προέκυψε ότι είχε, ως όφειλε, ο δικηγόρος που υπέγραψε την αίτηση αναίρεσης για λογαριασμό των απόντων αναιρεσειόντων, πρέπει, ως προς αυτούς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση, να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης και να ερευνηθεί η αίτηση ως προς τους λοιπούς, παρισταμένους, αναιρεσείοντες.
Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 2882/2001-Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) "κατά της απόφασης του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εάν δεν επεδόθη η απόφαση του εφετείου, η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση ένα έτος από τη δημοσίευση της απόφασης".
Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του Κ.Πολ.Δ., ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 987/2022).
Τέλος, το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της και ο Άρειος Πάγος το εξετάζει αυτεπαγγέλτως από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) ή (και) κατ' ένσταση, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα. Η αναίρεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 984/2022, Α.Π. 1471/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις υπό κρίση, από 26-4-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ...-2021) και από 22-10-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 47/25-10-2021) αιτήσεις αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν, όπως προεκτέθηκε, την υπ' αριθμ. 95/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001-Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ).
Η ως άνω απόφαση, η οποία δεν επιδόθηκε, δημοσιεύτηκε στις 8-5-2020 και η προθεσμία του ενός έτους για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 22 παρ. 1 του ν. 2882/2001) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) την επομένη (9-5-2020) και έληγε στις 9-5-2021, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 6-4-2021.
Λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και της εξ αυτής μη υπολογισμού, εν προκειμένω, των χρονικών διαστημάτων από 9-5-2020 έως 31-5-2020 (23 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 5 μηνών και 23 ημερών, καθώς και επιπλέον 30 ημερών και 10 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων αιτήσεων αναίρεσης δεν είχε συμπληρωθεί κατά την κατάθεσή τους.
Συγκεκριμένα, η από 26-4-2021 αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πιο πάνω Δικαστηρίου στις 27-4-2021, κατά τη σχετική υπ' αριθμ. ...-2021 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, δηλαδή εντός της προθεσμίας του ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ η από 22-10-2021 αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην ως άνω Γραμματεία στις 25-10-2021, δηλαδή πριν τη συμπλήρωση της προμνημονευόμενης προθεσμίας του ενός έτους, λόγω του μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος 5 μηνών και 23 ημερών.
Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης, ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1-2 και 144 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Εδώ, πρέπει να αναφερθεί ότι, παρά την ερημοδικία του 6ου, ήδη 6α των αναιρεσίβλητων της από 26-4-2021 αίτησης αναίρεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 95/2020 απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτόν και η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά εναντίον του, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 2882/2001, οι αποφάσεις του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, αλλά μόνο στο ένδικο μέσο της αναίρεσης και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 548/2023, Α.Π. 67/2020, Α.Π. 508/2020).
Η προσβαλλόμενη η υπ' αριθμ. 95/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, εκδόθηκε, μετά από συνεκδίκαση της από 6-6-2017 (αρ. έκθ. κατ. 200/6-6-2017) αίτησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, των από 7-6-2017 (αρ. έκθ. κατ. 204/8-6-2017) και 14-8-2019 (αρ. έκθ. κατ. 237/14-8-2019)22-10-2021 αιτήσεων των αναιρεσειόντων της από 22-10-2021 αίτησης αναίρεσης και των δια των προτάσεων ασκηθεισών ανταιτήσεων και παρεμβάσεων, με αντικείμενο τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενα των ακινήτων τους, καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας των αιτούντων και αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης, μετά την απαλλοτρίωση, η οποία κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2014 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για τη διάνοιξη του νέου αυτοκινητόδρομου "ΙΟΝΙΑ ΟΔΟΣ" (τμήμα Φιλιππιάδα-Εγνατία του Δυτικού Άξονα ΒΝ(ΙΟΝΙΑ ΟΔΟΣ), Βορείου Άκρου Παράκαμψης Άρτας, στην περιοχή των Τοπικών Κοινοτήτων Μυροδάφνης και Πεστών του Δήμου Δωδώνης, της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων, εκτάσεως συνολικού εμβαδού 151.339,38 τ.μ., για την οποία είχε καθορισθεί ήδη προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης με την υπ' αριθμ. 158/14-12-2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1217/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 325/2022, Α.Π. 57/2022, Α.Π. 64/2022, Α.Π. 68/2022, Α.Π. 1096/2021, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 550/2017).
Στην περίπτωση αυτή (άρθρ. 559 αριθ. 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 22/2020).
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 109/2020).
Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 1217/2020, Α.Π. 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, Α.Π. 1217/2020).
Επί των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Α) Επί της από 26-4-2021 αίτησης αναίρεσης (του Ελληνικού Δημοσίου). Κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2020, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 2062/2017).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" προκύπτει ότι μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, επιτροπή, συγκροτούμενη από τα αναφερόμενα πρόσωπα, προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου και καταρτίζει αιτιολογημένη έκθεση, στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του και τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού.
Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο, ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Επίσης, το άρθρο 15 παρ. 6 εδ. τελευταίο του Ν. 2882/2001, όπως τέθηκε σε ισχύ από 18-4-2013 με το άρθρο 76 παρ. 8 του Ν. 4146/2013, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (8-5-2020) και καταλάμβανε και τις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη ισχύος του (άρθρ. 146 παρ. 9 του Ν. 4146/2013) ορίζει ότι "...το Δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1053/2017,ΑΠ 300/2016, ΑΠ 1305/2015).
Μετά την προσθήκη της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και την αξία σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής Προεκτιμήσεως, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου.
Και ναι μεν η αντικειμενική αξία, καθώς και η έκθεση της Επιτροπής Προεκτιμήσεως δεν δεσμεύουν τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του ακινήτου, πλην όμως, αν το Δικαστήριο αποκλίνει από αυτήν ή από την τιμή της αρμόδιας Επιτροπής, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικά με την κρίση του τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (ΑΠ 125/2021).
Εξάλλου, στην παράγραφο 7 του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, η οποία προστέθηκε με τη παρ.9 του άρθρου 76 του Ν.4146/2013 (ΦΕΚ Α 90 18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού οριστικής αποζημίωσης, ορίζεται ότι "Ειδικά σε περιπτώσεις απαλλοτριώσεων για έργα που συγχρηματοδοτούνται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και άλλα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πέραν της εκτίμησης της Επιτροπής της παραγράφου 1, ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή ο υπόχρεος προς αποζημίωση ζητάει τη σύνταξη έκθεσης εκτίμησης των απαλλοτριούμενων της παραγράφου 6 από ανεξάρτητο και πιστοποιημένο Εκτιμητή. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 6.".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων των καθών η αίτηση-αιτούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Δυνάμει της υπ'αριθμ. ...-2014 αποφάσεως του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων/ νομίμως δημοσιευθείσης (ΦΕΚ ...-2014) εκηρύχθη αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για λόγους δημοσίας ωφελείας και συγκεκριμένα για την διάνοιξη του νέου αυτοκινητοδρόμου "ΙΟΝΙΑ ΟΔΟΣ" (τμήμα Φιλιππιάδα - Εγνατία του Δυτικού Άξονα ΒΝ (ΙΟΝΙΑ ΟΔΟΣ), Βορείου Άκρου Παράκαμψης Άρτας, στην περιοχή των Τοπικών Κοινοτήτων Μυροδάφνης και Πεστών του Δήμου Δωδώνης, της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων Ηπείρου από ΧΟ. 176+200 έως Χ.Θ. 178+500), συνολικού εμβαδού 151.339,38 τ.μ.
Τα ακίνητα αυτά κείνται εντός των Διοικητικών ορίων της Τοπικής Κοινότητας Μυροδάφνης και Πεστών του Δήμου Δωδώνης της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων, όπως απεικονίζονται με κλίμακα 1:1.000 στα από 25-02-2015 κτηματολογικά διαγράμματα και αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Γ.Γ.Υ/Γ.Δ.Σ.Υ. Ε.Υ.Δ.Ε7 Ε.Π.Κ. & Δ.Ε.
ΤΜΗΜΑ ΠΑΟΕ & ΙΩΝΙΑΣ ΟΔΟΥ, τα οποία έχει συντάξει το γραφείο μελετών "ΤΗΑΕS CONSULTANTS" και έχει εγκρίνει ο Διευθυντής της Διευθύνσεως Απαλλοτριώσεων, Τοπογραφήσεων και Γεωπληροφορικής του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2015 (ΑΔΑ:...) αποφάσεως του. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και θα αντιμετωπιστεί με δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Υποδομών και ειδικότερα σε βάρος του έργου ...
Η ζώνη απαλλοτριώσεως έχει συνολικό μήκος 2.300 μ και ευρίσκεται Νοτίως-Νοτιοανατολικούς της Μυροδάφνης ,οικισμού που συρρικνώνεται πληθυσμιακά και Δυτικώς των Πεστών, ορισμένες δε εκ των ιδιοκτησιών εφάπτονται επί της Επαρχιακής οδού ... Οι αποστάσεις των ιδιοκτησιών με τους πλησιέστερους οικισμούς είναι 200 μ έως 2.400 μ από την Μυροδάφνη και 1.600 έως 2.000 μ από τα Πεστά σε ευθεία γραμμή.
Οι εκτάσεις σε όλο το μήκος περιλαμβάνουν κατά πλειοψηφία τους πουρνάρια και δεν είναι καλλιεργήσιμες. Η πρόσβαση σε αυτές υλοποιείται από υφιστάμενο ασφάλτινο επαρχιακό δίκτυο ή από όμορες ιδιοκτησίες, κείνται δε εκτός ορίων οικισμού και εκτός σχεδίου πόλεως. Η περιοχή, είναι ημιορεινή χωρίς την δυνατότητα γεωργικής αξιοποιήσεως λόγω της ημιβραχώδους συστάσεως του εδάφους.
Βρίσκεται σε υψόμετρο 600 μ. Η δραστηριότητα στην περιοχή είναι κτηνοτροφική. Η κτηματαγορά στην ευρύτερη περιοχή είναι σε κατάσταση στασιμότητας, χωρίς ζήτηση για την αγορά παρομοίων γεωτεμαχίων. ,Η περιοχή δεν εξυπηρετείται από δίκτυα κοινής ωφέλειας. Η συνολική, πλην Δημοσίου, απαλλοτριούμενη έκταση είναι 115.657,13 τ.μ .Κατά τη σύνταξη της έκθεσης των πιστοποιημένων εκτιμητών δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το χαρακτηρισμό της περιοχής ως δασική ή μη.
Από τον κτηματολογικό πίνακα τα ακίνητα χαρακτηρίζονται ως εξής: 1)ΑΚΠ 24 20 01 καλλιέργεια αροτριαία, αρδευόμενη και οι με ΑΚΠ 24 20 02 24 20 04, 24 20 03, 24 20 05 24 20 08,24 20 09 ,24 20 10 ,24 20 11,24 20 17, 24 20 1 2,24 20 13,24 20 14,24 20 15 24 20 16 ,21 70 02, 21 70 03, 21 70 04,21 70 05 , 21 70 06 ως αγροτική έκταση.
Οι πιστοποιημένοι εκτιμητές καταγράφουν : ΑΚΠ 24 20 01 αροτριαία καλλιέργεια αρδευόμενη, μη καλλιεργήσιμη, με πρόσβαση, ΑΚΠ 24 20 02 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, χωρίς πρόσβαση, ΑΚΠ 24 20 04 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, χωρίς πρόσβαση ΑΚΠ 24 20 03 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, με πρόσβαση, ΑΚΠ 24 20 05 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, ΑΚΠ 24 20 08 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, χωρίς πρόσβαση, ΑΚΠ 24 20 09 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη μη αρδευόμενη, χωρίς πρόσβαση, ΑΚΠ 24 20 11 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, χωρίς πρόσβαση, ΑΚΠ 24 20 12 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμο, μη αρδευόμενη, χωρίς πρόσβαση, 24 20 14 αγροτική έκταση μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη με πρόσβαση, ΑΚΠ 24 20 15 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, με πρόσβαση, ΑΚΠ 24 20 16 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, με πρόσβαση, ΑΚΠ 24 20 17 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, χωρίς πρόσβαση , ΑΚΠ 21 70 03 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, με πρόσβαση, ΑΚΠ 21 70 04 αγροτική έκταση με πρόσβαση, ΑΚΠ 21 70 05 αγροτική έκταση με πρόσβαση, ΑΚΠ 21 70 06 αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, μη αρδευόμενη, με πρόσβαση, ΑΚΠ ...
αγροτική έκταση, μη καλλιεργήσιμη, αρδευόμενη, χωρίς πρόσβαση- ποτιστικός αγρός. Με την υπ'αριθ ...-2016 πράξη χαρακτηρισμού του δασάρχη Ιωαννίνων η οποία έχει προσβληθεί με αντιρρήσεις, ενώπιον της Τεχνικής επιτροπής εξέτασης Αντιρρήσεων Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων α)Τμήμα της ιδιοκτησίας με ΑΚΠ 24 20 01, εμβαδού 6105,69 τ.μ, έχει χαρακτηριστεί ως μη δασική, και υποτμήμα της έκτασης του ιδίου ΑΚΠ περιλαμβάνεται στην με αριθ. 295843/5289/18-12-1968 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας με την οποία αναγνωρίστηκε ως ιδιωτική δασική έκταση εμβαδού 50 στρεμ.
εκ των οποίων το μισό καλλιεργείται, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Δημοσίου στο 1/5 αυτής. Το δημόσιο, εφόσον η πράξη χαρακτηρισμού τελεσιδικήσει ως έχει, προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε εκτάσεις συνολικού εμβαδού 3.773,75 τ.μ που δεν περιλαμβάνοντα στην έκταση που αναγνωρίστηκε ως ιδιωτική με την απόφαση του 1968 και δικαιώματα κυριότητας κατά το 1/5, σε έκταση εμβαδού 5.507,95 τ.μ, για την οποία ισχύει η προαναφερθείσα απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας, β) τμήμα του με ΑΚΠ 24 20 02,εμβαδού 1306τ.μ, έχει χαρακτηριστεί ως μη δασικό και τμήματα- 4949,17 τ.μ ως δάσος και ότι εφόσον τελεσιδικήσει η απόφαση χαρακτηρισμού προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επί των 4949,17 τ.μ γ)Για τα ΑΚΠ 24 20 04, τμήμα 90,14 τ.μ , έχει χαρακτηριστεί ως μη δασικό και τμήματα εμβαδού 2857,42 τ.μ ως δάσος για τα οποία, υπό την επιφύλαξη της τελεσιδικίας της πράξης χαρακτηρισμού το Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητα, δ)Για το 24 20 09 τμήμα εμβαδού 49,14 τ.μ έχει χαρακτηριστεί ως μη δάσος και τμήμα 580,48 τ.μ ως δάσος και το Δημόσιο, υπό την επιφύλαξη της τελεσιδικίας της απόφασης προβάλλει δικαιώματα κυριότητα,ε) Για το με ΑΚΠ 24 20 11, τμήμα εμβαδού 1018,99 τ.μ ως δάσος και τμήμα εμβαδού 2423,61 τ.μ ως δάσος και ότι υπό την επιφύλαξη της προαναφερθείσας τελεσιδικίας προβάλλει δικαιώματα κυριότητας, στ) Για το ...
τμήμα ,εμβαδού 3495,33 τ.μ ως δάσος και υπό την επιφύλαξη της τελεσιδικίας της το δημόσιο προβάλλει δικαιώματα, ζ) Για το με ΑΚΠ 24 20 14 τμήμα εμβαδού 72,66 τ.μ ως μη δασικού χαρακτήρα και τμήμα 175,53 τ.μ ως δάσος και ότι υπό την επιφύλαξη της τελεσιδικίας της το δημόσιο προβάλλει δικαιώματα η)Για το με ΑΚΠ, 24 20 15, τμήμα εμβαδού 1303,57 τ.μ ως μη δασικού χαρακτήρα, τμήμα εμβαδού 328,21 τ.μ ως δασική έκταση και τμήμα 1111,06 τ.μ ως δάσος της και ότι για τα τμήματα αυτά το δημόσιο υπό την επιφύλαξη της τελεσιδικίας της προβάλλει δικαιώματα.
θ)Για το με ΑΚΠ 24 20 16, τμήμα εμβαδού 1545,39 τ.μ έχει χαρακτηριστεί μη δασικό και ότι για τμήμα 1264,95 τ.μ το δημόσιο υπό την επιφύλαξη της τελεσιδικίας της προβάλλει δικαιώματα. ι)Για το με ΑΚΠ 24 20 17, ως μη δασικού χαρακτήρα, τμήμα 543,53 τ.μ ως δάσος και τμήμα, εμβαδού 4768,21 τ.μ, ως δάσος. Τα με ΑΚΠ 21 70 03, 21 70 04 έχουν χαρακτηριστεί ως δάσος με την ίδια προαναφερόμενη πράξη για τα οποία δεν προβάλλει δικαιώματα.
Οι πιστοποιημένοι εκτιμητές, στις 15-3-2015, κατέταξαν τα ακίνητα σε δύο κατηγορίες: Α. τα σε επαφή με την επαρχιακή οδό Ιωαννίνων Πέντε Πηγαδίων: 217001, ..., ..., ..., ..., ..., 217007, 217009, ..., ..., ... για τα οποία εκτιμά την αξία τους από 0,75 -1,25 ευρώ/τ.μ και Β. τα με ΑΚΠ ..., 242013, ...,..., 242010, ..., ..., ..., ..., 24203, ... και ... των οποίων την αξία εκτιμά από 0,60-050 ευρώ /τ.μ.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση στις απαλλοτριούμενες εκτάσεις δεν υπάρχουν κτίσματα βοηθητικά ή μη, τα επικείμενα στις ως άνω ιδιοκτησίες είναι αχλαδιές, μεγάλες, γκορτσιές μεγάλες και μεσαίες, φτελιές μεσαίες, κουμπλιές μεσαίες, κυπαρίσσια μεγάλα κορομηλιές μεγάλες, ξερολιθιές διαφόρων διαστάσεων και περίφραξη με συρματόπλεγμα και προσδιόρισε την αξία τους ως εξής:
αχλαδιά μεγάλη 105 ευρώ/τεμάχιο, γκορτσιά μεγάλη 120 ευρώ/τεμ και μεσαία 50 ευρω/τεμ, φτελιά μεσαία 40 ευρώ/τεμ, κουμπλιά μεσαία 40 ευρώ/τεμ., κυπαρίσσια μεγάλα, 145 ευρώ/τεμ και κορομηλιές μεγάλες 120 ευρώ/τεμ. Για τις ξερολιθιές σε 10 ευρώ/μ.μ, και τις περιφράξεις με συρματόπλεγμα σε 7 ευρώ/μμ. Με την υπ' αριθ. 158/14-12-2016 απόφαση (ΜΕφΙωαν) περί προσδιορισμού προσωρινής τιμής προσδιορίστηκε η αξία των απαλλοτριουμένων και ενώ το Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε, για μερικά ακίνητα, χαμηλότερες τιμές από τις προτεινόμενες από τους πιστοποιημένους εκτιμητές, με την αιτιολογία ότι οι τελευταίοι δεν είχαν λάβει υπόψη τους το δασικό χαρακτήρα των εκτάσεων, ανά τ.μ, καθορίστηκε ως εξής :1)ΑΚΠ 24 20 01 2 ευρώ, 24 20 02 2 ευρώ, 24 20 04 2 ευρώ, 24 20 03 3 ευρώ, 24 20 05 2 ευρώ, 24 20 08 2 ευρώ, 24 20 09 2 ευρώ, 24 20 10 2 ευρώ, 24 20 11 2 ευρώ, 24 20 17 2 ευρώ, 24 20 1 2 σε 2 ευρώ, 24 20 13 2, 24 20 14 3 ευρώ, 24 20 15 3 ευρώ, 24 20 16 3 ευρώ, 21 70 02 3 ευρώ, 21 70 03 3 ευρώ, 21 70 04 3 ευρώ, 21 70 05 3 ευρώ, 21 70 06 3 ευρώ ανά τ.μ.
και β)η αξία των επικειμένων α) οι μεγάλες αχλαδιές 105 ευρώ ανά τεμάχιο β) οι μεγάλες γκορτσιές 60 ευρώ ανά τεμάχιο γ) οι μεσαίες γκορτσιές 50 ευρώ ανά τεμάχιο δ) οι μεσαίες κουμπλιές 80 ευρώ ανά τεμάχιο ε) τα μεγάλα κυπαρίσσια 145 ευρώ ανά τεμάχιο στ) οι μεσαίες φτελιές 40 ευρώ ανά τεμάχιο ζ) οι μεγάλες κουμπλιές σε 120 ευρώ ανά τεμάχιο η) οι μεγάλες κορομηλιές σε 120 ευρώ ανά τεμάχιο θ) ξερολιθιά (84X0,60X1,00) - καλή- σε 14 ευρώ ανά μμ) ι) ξερολιθιά (125X0,60X1,20) - καλή - σε 14 ευρώ ανά ΜΜ) ια) ξερολιθιά (70,0X0,6X1,2) καλή - σε 14 ευρώ ανά ΜΜ) ιβ) ξερολιθιά (84X0,50X1,00) - καλή - σε 14 ευρώ ανά ΜΜ ιγ) ξερολιθιά (84X0,50X1,00)-καλή-σε 14 ευρώ ανά ΜΜ ιδ) περίφραξη από συρματόπλεγμα σε μεταλλικούς πασσάλους Η=1μ.-καλή -σε 10 ευρώ ανά ΜΜ) και ιε) περίφραξη από συρματόπλεγμα σε μεταλλικούς πασσάλους Η=1 μ.-καλή-σε 10 ευρώ ανά ΜΜ.
Οι διάδικοι προσκομίζουν α)τις από 10-¬11-2015 και από 15-11-2015 τεχνικές εκθέσεις του πολιτικού μηχανικού Κ. Γ., ο οποίος προσδιορίζει την αξία των ιδιοκτησιών από 30 ευρώ έως 15 ευρώ το τ.μ.(ακίνητα:1)... Β. Γ.,2)... Τ. Α. και Τ. Γ.,3)... Τ. Α. και Τ.,4)... Μ. Μ. και Β. Β., 5)...,...7, Μ. Ν., 6) ... Α. Α.,7)... Ν. Α., 8)... και ..., Α. Λ.,
9)... Μ. Δ.-... και ... Β. Ε.-10)... και ... Β. Γ.,11)... Μ. Ε.,12) ... Χ. Λ.,13)... Ν. Δ. Το Ελληνικό δημόσιο προσκομίζει: την 184/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία, με κρίσιμο χρόνο 7-2-2018, προσδιόρισε την αξία ακίνητων, απαλλοτριωθέντων για τη διάνοιξη της Ιονίας οδού "Τμήμα Φιλιππιάδα-Εγνατία, τμήμα από χθ. 169+136 έως 176+200 χθ περιφέρεια Δήμου Δωδώνης (τοπικές κοινότητες Αγίας Τριάδας, Βαρλάαμ, και Τερρόβου) από 0,5 έως 1 ευρώ/τ.μ.
Οι υπό Β αιτούντες προσκομίζουν τις εξής αποφάσεις: α)την 131/2017 του Δικαστηρίου αυτού , η οποία με κρίσιμο χρόνο 16-11-2016 προσδιόρισε την αξία ακίνητων ,απαλλοτριωθέντων για τη διάνοιξη της Ιονίας οδού "Τμήμα Φιλιππιάδα- Εγνατία ,από χθ 190+450 εως χθ 196+150) περιφέρεια Δήμου Μπιζανίου (ΔΔ Αμπελιάς, Κόσμημα και Πεδινής) από 1,5 έως 30 ευρώ/τ.μ, β) την 185/2018 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία με κρίσιμο χρόνο θεωρήθηκε 18-3-2018, προσδιόρισε την αξία ακίνητων, απαλλοτριωθέντων για τη διάνοιξη της Ιονίας οδού "Τμήμα Φιλιππιάδα-Εγνατία, από χθ 187+690 έως χθ 190+450) περιοχή Αγίου Δημητρίου(ΔΔ Επισκοπικού) από 1-13 ευρώ/τ.μ γ) την 346/2010 Εφ Ιωαννίνων, η οποία με κρίσιμο χρόνο 22-9-2010,προσδιόρισε την αξία ακίνητων, απαλλοτριωθέντων για τη κατασκευή παραλλήλου οδικού δικτύου της παρακάμψεως Ιωαννίνων, από την οδό Ιωαννίνων-Δωδώνης μέχρι την οδό Ιωαννίνων- Ηγουμενίτσας, Δήμου Μπιζανίου, περιφέρεια Δημοτικών διαμερισμάτων Νεοχωρπούλου, Σταυρακίου Μαρμάρων, Βουνοπλαγιάς, 110 έως 172 ευρώ /τ.μ, δ)Την 15/2010 Εφ Ιωαννίνων, η οποία με κρίσιμο χρόνο 20-5-2009 προσδιόρισε την αξία ακίνητων, απαλλοτριωθέντων για τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού ...
από 20,50 έως 25 ευρώ /τ.μ ε) την 3/2015 Εφ.Δυτ. Στερεάς Ελλάδας η οποία, με κρίσιμο χρόνο 13-5-2014, προσδιόρισε την αξία ακίνητων, απαλλοτριωθέντων για τη διάνοιξη της οδού ..., περιοχή ... από 8,5 έως 60 ευρώ /τ.μ στ)την 97/2018 απόφαση Μον Εφ Ιωαννίνων για αναγνώριση δικαιούχων για τα επίδικα. Εξ αυτών οι αποφάσεις του 346/2010 Εφ Ιωαννίνων, 15/2010 Εφ Ιωαννίνων,3/2015 του Εφ.
Δυτ. Στερεάς Ελλάδος ως εκ του απομακρυσμένου χρόνου και περιοχής δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και από τα υπόλοιπα εκ των προσκομιζομένων και επικαλουμένων που δεν μνημονεύτηκαν προηγουμένως ειδικότερα, εκτιμώμενα κατά το λόγο της τοπικής και χρονικής τους προσφορότητας, το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης (18-9-2019), η οποία λαμβάνεται υπόψη, καθόσον η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό (άρθρο 13 παρ.1α και β' του ν.2882/2001, ...), η πραγματική αξία των εδαφικών εκτάσεων που απαλλοτριώνονται, χωρίς να ληφθεί υπόψη ανατίμηση ή υποτίμηση αυτών, που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση και οφείλεται σε αυτήν ή την εξαγγελία της ή σε ενέργεια των ιδιοκτητών επιδίκων (άρθρο 13 § 2 του ν. 2882/2001), υπολογιζόμενης της αξίας που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και της προσόδου των απαλλοτριουμένων, ανέρχεται στα ποσά ανά τετραγωνικό μέτρο, που αναφέρονται στο διατακτικό, στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωσή τους.
Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες (...). Συναφώς η αποζημίωση για τα επικείμενα συστατικά των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με βάση την αξία τους κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με τη δαπάνη κατασκευής και την κατάσταση τους, για δε τα δένδρα ανάλογα με το μέγεθος και το είδος τους, θα ορισθεί στα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό...".
Ακολούθως, το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των αναφερομένων στο σκεπτικό ακινήτων και των επικειμένων τους, στα ακόλουθα ποσά: "..ΕΔΑΦΟΣ :1)ΑΚΠ 24 20 01 σε 1,40 ευρώ/τμ, 2)ΑΚΠ 24 20 02 σε 0,90 ευρώ/τμ., 3) ΑΚΠ 24 20 03 σε 1,10 ευρώ/τμ 4) ΑΚΠ 24 20 04 0,90 ευρώ/τμ 5) ΑΚΠ 24 20 05 σε 0,90 ευρώ/τ.μ,6) ΑΚΠ 24 20 08 σε 0,90 ευρώ/τ.μ, 7)ΑΚΠ 24 20 09 σε 0,90 ευρώ/τ.μ, 8)ΑΚΠ 24 20 11 σε 0.90 ευρώ/τ.μ, 9)ΑΚΠ 24 20 12 σε 0,90 ευρώ/τμ, 10) ΑΚΠ 24 20 14 σε 1,10 ευρώ/τ.μ 11) ΑΚΠ 24 20 15 σε 1,10ευρω/τ.μ 12) ΑΚΠ 24 20 16 σε 1,10 ευρώ/τμ 13) ΑΚΠ 24 20 17 σε 0,90 ευρώ/τ.μ 14) ΑΚΠ 21 70 02 σε 1,20 ευρώ/τ.μ. 15) ΑΚΠ 21 70 03 σε 1,10 ευρώ/τ.μ, 16)ΑΚΠ 21 70 04 1,10 ευρώ/τ.μ, 17)ΑΚΠ 21 70 05 σε 1,10 ευρώ/τ.μ,18) ΑΚΠ 21 70 06 1,10/τ.μ.
ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΑ α) οι μεγάλες αχλαδιές 105 ευρώ ανά τεμάχιο β) οι μεγάλες γκορτσιές 60 ευρώ ανά τεμάχιο γ) οι μεσαίες γκορτσιές 50 ευρώ ανά τεμάχιο δ) οι μεσαίες κουμπλιές 80 ευρώ ανά τεμάχιο ε) τα μεγάλα κυπαρίσσια 145 ευρώ ανά τεμάχιο στ) οι μεσαίες φτελιές 40 ευρώ ανά τεμάχιο ζ) οι μεγάλες κουμπλιές σε 120 ευρώ ανά τεμάχιο η) οι μεγάλες κορομηλιές σε 120 ευρώ ανά τεμάχιο θ) ξερολιθιά (84X0,60X1,00)- καλή-σε 14 ευρώ ανά ΜΜ) ι) ξερολιθιά (125X0,60X1,20)-καλή-σε 14 ευρώ ανά μμ) ια) ξερολιθιά (70,0X0,6X1,2) καλή-σε 14 ευρώ ανά ΜΜ) ιβ) ξερολιθιά (84X0,50X1,00)-καλή-σε 14 ευρώ ανά ΜΜ ιγ) ξερολιθιά (84X0,50X1,00)-καλή-σε 14 ευρώ ανά ΜΜ ιδ) περίφραξη από συρματόπλεγμα σε μεταλλικούς πασσάλους Η=1μ.- καλή-σε 10 ευρώ ανά ΜΜ) και ιε) περίφραξη από συρματόπλεγμα σε μεταλλικούς πασσάλους Η=1μ.- καλή-σε 10 ευρώ ανά ΜΜ...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 παρ.1, 15 παρ. 1,2,3 και 6 του ν. 2882/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επίσης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ιδίως του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αναιρεσίβλητων και των εντός αυτών επικειμένων, στα προαναφερθέντα ποσά, καθόσον, όπως προκύπτει από τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης απόφασής του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης αυτών, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων, τη θέση των απαλλοτριουμένων, τη φύση τους, την πρόσβασή τους από υφιστάμενο επαρχιακό δίκτυο ή από όμορες ιδιοκτησίες και τον τρόπο εκμετάλλευσής τους, την υπ' αριθμ. ...-2015 έκθεση εκτίμησης, που συνέταξαν οι πιστοποιημένοι εκτιμητές Α.
Λ., Φ. Σ. και Μ. Φ., τις προσκομισθείσες από το ήδη αναιρεσείον και τους ήδη αναιρεσίβλητους α) από 10-11-2015 και από 15-11-2015 τεχνικές εκθέσεις του πολιτικού μηχανικού Κ.Γ., β) την υπ' αριθμ. 158/14-12-2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των επίδικων απαλλοτριωθέντων, γ) την υπ' αριθμ. 184/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, δ) την υπ' αριθμ. 185/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ε)τις τιμές μονάδας αποζημίωσης που καθορίστηκαν, από το ίδιο δικαστήριο, με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του, με κρίσιμο χρόνο 7-2-2018, 16-11-2016 και 18-3-2018 αντιστοίχως, που αφορούν απαλλοτριωμένα ακίνητα στην ίδια περιοχή, οι οποίες προσκομίστηκαν σ' αυτό ως συγκριτικά στοιχεία, τα υπόλοιπα συγκριτικά στοιχεία που παρατίθενται στην απόφασή του και, επιπλέον, τις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης, χωρίς να λάβει υπόψη του τις προσκομισθείσες αποφάσεις υπ' αριθμ. 346/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων, 15/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων και 3/2015 του Εφετείου Δυτ.
Στερεάς Ελλάδος, λόγω του απομακρυσμένου κρίσιμου χρόνου και της περιοχής όπου βρίσκονται τα απαλλοτριωθέντα σ' αυτές ακίνητα. Επίσης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. ...-2016 πράξη χαρακτηρισμού του δασάρχη Ιωαννίνων, η οποία έχει προσβληθεί με αντιρρήσεις ενώπιον της τεχνικής επιτροπής εξέτασης Αντιρρήσεων Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων, με την οποία συγκεκριμένα τμήματα των επίδικων ακινήτων έχουν χαρακτηρισθεί ως δασικά, επισημαίνοντας ότι, εφόσον τελεσιδικήσει η απόφαση χαρακτηρισμού, το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητας.
Με τον τρόπο αυτό το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από τη συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της προσδιορισθείσας από το ίδιο πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, από εκείνη που αναφέρουν οι πιστοποιημένοι εκτιμητές στην ανωτέρω έκθεσή τους, η κρίση των οποίων δεν είναι υποχρεωτική, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενο ότι το Εφετείο παρέβη τις προαναφερόμενες διατάξεις νόμου και δεν αιτιολογεί ειδικώς την απόκλιση της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε με αυτήν, από την αναφερόμενη στην υπ' αριθμ. ....2015 έκθεση εκτίμησης της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 αξία των απαλλοτριωθέντων.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ως άνω αναίρεση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.
του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά τη με αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (Α.Π. 447/2022, Α.Π. 872/2020). Β) Επί της από 22-10-2021 αίτησης αναίρεσης Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του: "1.
Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο.3.Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6- 4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.
Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας (Ολ.ΑΠ 14/2011, Α.Π. 882/2021, Α.Π. 965/2021, Α.Π. 49/2016). Μόνο δε εφόσον καταβληθεί η πλήρης αποζημίωση είναι δυνατόν να στερηθεί κάποιος την ιδιοκτησία του, η οποία και περιέρχεται κατά τρόπο πρωτότυπο στον υπερού η απαλλοτρίωση.
Η μερική ή υπό όρο καταβολή της αποζημίωσης δεν επιφέρει κανένα έννομο αποτέλεσμα, γιατί δεν καλύπτει τη συνταγματική επιταγή της πληρότητας της αποζημίωσης και κατά συνέπεια δεν παρέχει το δικαίωμα αποβολής του ιδιοκτήτη, αφού διατηρείται ο εμπράγματος χαρακτήρας του δικαιώματός του. Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο (ΑΠ 781/2022, ΑΠ 481/2021, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 682/2020).
Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α` και β` του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το Δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως (A.Π. 809/2023). Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του (ΑΠ 125/2021, ΑΠ 1138/2021).
Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 20 παρ. 1, 2 και 4 του ν. 2882/2001, όπως οι παρ. 1 και 2 ισχύουν μετά από την αντικατάστασή τους με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 13 του ν. 4146/2013 και έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, εφόσον οι ένδικες αιτήσεις περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4146/2013 (Φ.Ε.Κ.
Α` 90/18.4.2013) (Α.Π. 127/2016, Α.Π. 1248/2014), ήτοι κατατέθηκαν στις 6.6.2017 και 8-6-2017, "1. Αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το εφετείο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 με τριμελή σύνθεση. 2. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς εφετείου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής.
Εάν κάποιος από τους ενδιαφερομένους είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι για όλους τους ενδιαφερομένους εξήντα ημέρες. Εάν η προαναφερόμενη απόφαση δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9."... 4.Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση.
Η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος, προς αύξηση ή μείωση μόνον υπέρ αυτού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά" και κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου "Αναβολή της συζήτησης της αίτησης επιτρέπεται μόνο μια φορά για σοβαρό λόγο και ιδιαίτερα εάν πιθανολογείται ότι κάποιος από τους ενδιαφερομένους δεν κλήθηκε ούτε παρενέβη στη δίκη.
Το δικαστήριο ορίζει τη νέα δικάσιμο μέσα στις δεκαπέντε επόμενες ημέρες και διατάσσει την χωρίς κλήση εμφάνιση σε αυτήν των παριστάμενων διαδίκων, καθώς και εκείνων που έχουν ήδη κληθεί. Επίσης διατάσσει εφόσον το κρίνει αναγκαίο την επίδοση, με επιμέλεια του αιτούντος, πέντε ημέρες πριν από τη νέα δικάσιμο, στον ενδιαφερόμενο που τυχόν δεν έχει ειδικώς κληθεί, αντιγράφου της αίτησης μαζί με κλήση προς εμφάνιση, με την ποινή του απαραδέκτου της συζήτησης ως προς αυτόν και της καταδίκης του αιτούντος στη δικαστική δαπάνη.
Εάν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η προθεσμία προς εμφάνιση στη νέα δικάσιμο είναι τριάντα ημέρες πριν από αυτήν, παρατεινομένου αναλόγως του χρόνου προσδιορισμού της συζήτησης μετά την αναβολή", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 14 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 "Η αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δύναται να ασκηθεί και απευθείας, εφόσον δεν εκκρεμεί αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου για προσωρινό προσδιορισμό αυτής ή δεν έχει εκδοθεί απόφαση που να την προσδιορίζει προσωρινώς".
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 14 παρ. 1, 16 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 19 του ίδιου νόμου συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, αλλά και την αξία των συστατικών του. 2) Στην περίπτωση αυτή (υπάρξεως συστατικών) ο ιδιοκτήτης αυτών δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή σχετικής αποζημιώσεως, 3) η αναφερόμενη παραπάνω εξάμηνη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του, δεσμεύει όλους τους ενδιαφερόμενους που κλήθηκαν ή έλαβαν μέρος στην δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, ενώ δεν δεσμεύει εκείνους που δεν κλήθηκαν ή δεν έλαβαν μέρος στην άνω δίκη, οι οποίοι και μόνον δικαιούνται να ασκήσουν αίτηση απευθείας στο Εφετείο για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης και μετά την πάροδο εξαμήνου από την δημοσίευση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης μέσα σε προθεσμία πέντε ετών από την κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου συντέλεση της απαλλοτρίωσης και πάντως εντός έξι μηνών από τότε που αποδεδειγμένα έλαβαν γνώση της συντέλεσης αυτής (Ολ.ΑΠ 17/2006, Ολ.ΑΠ 27/2006, Α.Π. 1266/2006) και 4) Αν κατά την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, που οφείλεται για την απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση δεν είχε υποβληθεί και αίτημα καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας για τα επικείμενα, με συνέπεια αυτό (αίτημα καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας για τα επικείμενα) να μην είχε αποτελέσει αντικείμενο της δίκης εκείνης, ο ιδιοκτήτης μπορεί να επιδιώξει με αίτησή του, απευθείας στο Εφετείο, τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος για τα επικείμενα και μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας από την έκδοση της, μη επιδοθείσας, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση (Α.Π. 522/2007).
Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 4 του ως άνω άρθρου 20 του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης έχει ως συνέπεια να καθίσταται οριστική η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά, πράγμα βέβαια, που προϋποθέτει, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι έχει προσδιοριστεί προσωρινή αποζημίωση, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει όταν δεν έχει υποβληθεί καν σχετικό αίτημα.
Εξ άλλου, οι προθεσμίες του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2882/2001 είναι αποσβεστικές, με την έννοια του άρθρου 279 του Α.Κ., και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 280 του Α.Κ. (Α.Π. 501/2020, Α.Π. 61/2008, Α.Π. 597/2000).
Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 σε συνδ. και με την ως άνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α), με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομείωσης και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου και, επομένως, η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημίωσης είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της παρ. 2 εδ.
α' του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, που ορίζει ότι, ενδεχόμενη μεταβολή του απαλλοτριούμενου μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριούμενου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και όχι μετά την εκτέλεση του έργου.
Ενώ, αντιθέτως, η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 ν. 2882/2001 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου για το οποίο η απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 31/2005, Α.Π. 95/2022, Α.Π. 926/2015, Α.Π. 1782/2008). Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της εμπορικής και οικονομικής εκμετάλλευσης αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του εναπομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος.
Έτσι, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (Α.Π. 1430//2022, Α.Π. 1481/2022, Α.Π. 171/2020, Α.Π. 210/2019, Α.Π. 205/2017, Α.Π. 1279/2015, Α.Π. 1619/2010).
Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 171/2020, A.Π. 210/2019, Α.Π. 205/2017, Α.Π. 96/2015, Α.Π. 1290/2009). Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (Α.Π. 1481/2022, Α.Π. 121/2020, A.Π. 210/2019, Α.Π. 96/2015).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1, 19 παρ. 6, 19, 20 παρ. 1-6 του Ν. 2882/2001 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος και έλαβε ως κρίσιμο χρόνο καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των επιδίκων ακινήτων και των επικειμένων τους το χρόνο συζήτησης των αιτήσεων ενώπιόν του (18-9-2019), αντί να κρίνει ότι κρίσιμος χρόνος ήταν η συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας, ήτοι η 21-9-2016.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθώς το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (95/2020), το ως άνω Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι οι αιτήσεις περί οριστικού καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας, τόσο του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου όσο και των καθ'ων-αιτούντων, νυν αναιρεσειόντων, ασκήθηκαν παραδεκτά και εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών από την έκδοση της υπ' αριθμ. 158/14-12-2016 απόφασης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς δεν αποδείχθηκε επίδοση της τελευταίας αυτής απόφασης, ορθά δέχθηκε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι, λόγω της παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης (21-9-2016), ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους είναι ο χρόνος της συζήτησης ενώπιόν του για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Με το δεύτερο λόγο της ως άνω αναίρεσης, αποδίδεται, "αντιφατική αιτιολογία ως προς την προσβασιμότητα των επίδικων ακινήτων στο δημόσιο οδικό δίκτυο προ και μετά την απαλλοτρίωση, παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, κατά το άρθρο 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δ., ήτοι των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 ΚΑΑΑ, 1 ΠρΠρΠρ της ΕΣΔΑ και 17 παρ. 2 Συντάγματος ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος και της ύπαρξης ζημίας των επιδίκων από την απαλλοτρίωση, που αφορά το αίτημα ιδιαίτερης αποζημίωσης και άρσης της αυτοαποζημίωσης και ανεπαρκής αιτιολογία κατά το άρθρο 559 περ. 19 ως προς τα άνω κριθέντα ζητήματα", δηλαδή οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 του ν. 2882/2001, του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επικαλούμενοι, περαιτέρω, ότι δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα έχει ανεπαρκείς ή καθόλου και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων, την απόρριψη των αιτημάτων ιδιαίτερης αποζημίωσης και άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας.
Ο προαναφερθείς λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τον προσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων, την απόρριψη του αιτήματος ιδιαίτερης αποζημίωσης και της ωφέλειας ή μη των μετά την απαλλοτρίωση απομενόντων τμημάτων των επίδικων ακινήτων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο, με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες), οι κατά τους αναιρεσείοντες υπάρχουσες ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγου αναίρεσης, παρά μόνο ελάχιστα αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξαν, κατά το δοκούν, οι αναιρεσείοντες, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του K.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του K.Πολ.Δ., εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του K.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 1286/2022, Α.Π. 70/2022, Α.Π. 78/2022, Α.Π. 8/2021, Α.Π. 1135/2021, Α.Π. 1182/2021).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενου, β) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ε) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (Α.Π. 687/2024, Α.Π. 14/2022, Α.Π. 816/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν με τον τρίτο αναιρετικό λόγο στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικότερα, προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης, ως συγκριτικό στοιχείο, υπ'αριθμ. 185/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα με το να δεχθεί ότι η τιμή μονάδας αποζημίωσης που προσδιόρισε το ως άνω Δικαστήριο είναι από 1 ευρώ έως 13 ευρώ, αντί του ορθού ότι η τιμή μονάδας αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε είναι από 5 ευρώ έως 13 ευρώ. Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ακινήτων, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην επίμαχη δικαστική απόφαση, η οποία αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1025/2019, Α.Π. 339/1996), αλλά τη συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει την αποδεικτική της αξία, έναντι των άλλων.
Με το άρθρο 16 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 4122/2013, προβλέπεται η διαδικασία διόρθωσης ή συμπλήρωσης των κτηματολογικών στοιχείων (κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα) με αίτηση οποιουδήποτε των αναφερόμενων στη διάταξη της παραγράφου 2 ενδιαφερομένων που θεωρεί ότι τα στοιχεία αυτά είναι εσφαλμένα, ενώ κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των εν λόγω στοιχείων λύεται κατά τη δίκη για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στη διάταξη της παραγράφου 8 του ίδιου άρθρου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Από τη διάταξη του πιο πάνω αριθμού (14) του άνω άρθρου (559 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η σχετική παράβαση αφορά σε κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ` αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου, την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο.
Ο λόγος δε αναίρεσης για τη συγκεκριμένη ενάριθμη πλημμέλεια για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθεται ότι το επικαλούμενο απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 824/2020, Α.Π. 1387/11, Α.Π. 1654/05). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 14, 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την επίκληση ότι το Εφετείο: α) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί δασικής μορφής τμημάτων των απαλλοτριουμένων ακινήτων, αν και δεν είχε τηρηθεί η αναγκαία προδικασία διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα ως προς τη μη αναγραφή δασικής μορφής και δασικών επικειμένων στα επίδικα ακίνητα, β) εσφαλμένως εφάρμοσε το άρθρο 16 του ν. 2882/2001, καθορίζοντας τιμή μονάδας σε αντίθεση με το περιεχόμενο του κτηματολογικού πίνακα και γ) περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς αφενός κρίνει ότι στα επίδικα δεν υφίστανται δασικά αλλά αγροτικά επικείμενα, αφετέρου κρίνει ότι περιέχουν δασικά είδη και δη πουρνάρια.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, αληθώς, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι προεχόντως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός περί απαραδέκτου είχε υποβληθεί νομίμως και με ποιο τρόπο στο Εφετείο.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, είναι πρωτίστως απαράδεκτος ως αλυσιτελής, διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον, από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτής προκύπτει ότι ο προσδιορισμός της οριστικής αποζημίωσης για τα επίμαχα ακίνητα και τα επικείμενα αυτών έγινε παραδεκτά και νόμιμα από το Εφετείο, το οποίο έλαβε μεν υπόψη την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. ...-2016 πράξη χαρακτηρισμού του δασάρχη Ιωαννίνων και τις προβληθείσες κατ' αυτής αντιρρήσεις ενώπιον της τεχνικής επιτροπής εξέτασης Αντιρρήσεων Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων και ανέφερε τα εδαφικά τμήματα των επιδίκων ακινήτων επί των οποίων προβάλλει δικαιώματα κυριότητας το αναιρεσίβλητο, λόγω της δασικής τους μορφής, χωρίς, ωστόσο, τα ως άνω αναφερόμενα να έχουν έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς ρητώς επισημαίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα δικαιώματα του Δημοσίου προβάλλονται, εφόσον "τελεσιδικήσει η απόφαση χαρακτηρισμού".
Η διόρθωση, εξάλλου, του κτηματολογικού πίνακα δεν έχει καμιά έννομη επιρροή στην έκβαση της προκειμένης δίκης περί οριστικού προσδιορισμού της τιμής μονάδας αποζημίωσης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 8 του ν. 2882/2001, κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα λύεται κατά τη δίκη της αναγνώρισης δικαιούχων, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου.
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ'ουσίαν τη συνεκδικασθείσα από 14-8-2019 ( αρ. έκθ. κατ. 237/2019) αίτηση των ήδη 14ης αναιρεσείουσας Ε. Μ. και 15ου αναιρεσείοντος Λ. Χ., αναγνωρίζοντάς τους δικαιούχους της αποζημίωσης που καθορίστηκε με την απόφαση για τα ακίνητα ΑΚΠ ... και ..., απορρίπτοντας, κατά τις παραδοχές (οι οποίες δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο), τον ισχυρισμό του Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας, λόγω του δασικού χαρακτήρα τους, και επομένως δεν στοιχειοθετείται το απαιτούμενο άμεσο έννομο συμφέρον των παραπάνω αναιρεσειόντων για την άσκηση του παρόντος ένδικου μέσου με το λόγο αυτό (άρθρ. 68, 556 και 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., Α.Π. 635/2017).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ. ΑΠ 8/1999). Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο (Α.Π. 781/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. α` του Ν. 2882/2001, ήτοι του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου, καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση, προσδιορίζεται κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου και των αμέσως επομένων 19 έως 20.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ερμηνευόμενης σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 17 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων, ισχύ, ορίζει δε ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του" αντικείμενο της δίκης προσδιορισμού αποζημίωσης είναι η αποζημίωση συνολικά λαμβανόμενη, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφελείας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και τη δικαστική δαπάνη.
Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι ανίσχυρος, ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, από την άποψη ότι οι δυσμενείς για τον καθ` ού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο της ενιαίας διαδικασίας.
Επομένως, το Εφετείο στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής είναι αρμόδιο να εξετάσει: α) τον προσδιορισμό της αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, β) την ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, γ) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημίωσης, δ) την ύπαρξη ή όχι ωφελείας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και ε) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 7, 9, 11 και 12 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, προκύπτει ότι, με την κήρυξη της απαλλοτρίωσης γεννάται απευθείας από το νόμο η ενοχή (άρθρο 287 ΑΚ) από την απαλλοτρίωση μεταξύ του υπέρ ού η απαλλοτρίωση και, του καθ` ού, δυνάμει της οποίας ο καθ` ού δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη υπέρ ού η απαλλοτρίωση, την καταβολή της πλήρους αποζημίωσής του. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται και τα ακόλουθα: Μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας για δημόσια ωφέλεια και την αναγνώριση του δικαιούχου της αποζημίωσης αυτής, είναι επιτρεπτή η άσκηση από αυτόν της αγωγής επιδίκασης της αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία και μάλιστα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απαίτηση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης και δεν τελεί υπό την προθεσμία των δέκα οκτώ (18) μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτρίωσης από τη μη καταβολή ή τη μη παρακατάθεση της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης και την εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.
Συνεπώς, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημίωσης, η οποία προσδιορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ` ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, νομιμοποιούμενος ο δικαιούχος, ως ενάγων, έναντι του υποχρέου για καταβολή της αποζημίωσης, χωρίς να ερευνάται ούτε η δυνατότητα ολοκλήρωσης του έργου, το οποίο αφορά η απαλλοτρίωση, ούτε η υπαιτιότητα του υπόχρεου προς καταβολή.
Ενόψει τούτων και εφόσον η άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής είναι παραδεκτή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος για την καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημίωσης, η εκδίκαση αυτής εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα των οποίων η εκδίκασή τους γίνεται με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και έτσι σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1028/2017, ΑΠ 153/2012).
Η ως άνω ρύθμιση δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, με τις οποίες θεσπίζεται η ως άνω αρχή, κατά την οποία οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, με το κριτήριο της "εύλογης και δίκαιης ισορροπίας" μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον εν λόγω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Α.Π. 178/2017, Α.Π. 153/2012).
Η επιβαλλόμενη δε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ενιαία εκδίκαση των ως άνω θεμάτων της απαλλοτρίωσης, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό και σύμφωνα με τους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες. Και τούτο διότι, το ΕΣΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνο ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτού ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης.
Έτσι, εφόσον το δικαίωμα του δικαιούχου της αποζημίωσης καθίσταται υπαρκτό με την τελεσιδικία της απόφασης προσδιορισμού της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης, δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια της ως άνω ενιαίας διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων παραδεκτού αυτού.
Εξάλλου, η ως άνω ρύθμιση, που καθιστά παραδεκτή την άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η σχετική απαίτηση, δεν δύναται εκ των πραγμάτων να επηρεάσει την ουσία του δικαιώματος αποζημίωσης, αλλά αντίθετα αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού, εναρμονιζόμενη, έτσι, απολύτως με τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ρύθμιση, δεν πλήττει, ούτε την αρχή της εκδίκασης των συνεπειών της απαλλοτρίωσης εντός ευλόγου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, διότι δεν πρόκειται για παραπομπή, ως αποτέλεσμα θεσμικών δυσλειτουργιών του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, που επιτρέπουν παρελκυστικές συμπεριφορές των διαδίκων ή ανοχής φαινομένων καθυστερήσεων, που υποβάλλουν πρακτικές αρνησιδικίας, αλλά έρχεται ως συνέπεια νομοθετικών επιλογών με σκοπό την πληρέστερη και ασφαλέστερη διερεύνηση της διαφοράς (Α.Π. 782/2022, Α.Π. 153/2012).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, υπό το παρόν σκέλος του (Α.Π. 289/2017).
Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (Ολ.ΑΠ 25/2003, Α.Π. 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (Ολ.ΑΠ 11/1996, Α.Π. 323/2017, Α.Π. 761/2017, Α.Π. 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 143/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της ως άνω αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα των αναιρεσειόντων επιδίκασης των αναγκαστικών εξόδων αντικατάστασης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση, αληθώς, για παράβαση του αριθμού 1 (όχι και 14) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι παρά το νόμο κήρυξε (σιγή) απαράδεκτο το αίτημα καταψήφισης της οφειλόμενης σ' αυτούς αποζημίωσης.
Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο για το ερευνώμενο ζήτημα του αιτήματος των αναιρεσειόντων για προσαύξηση της τιμής που θα καθορισθεί κατά το ποσοστό των εξόδων (5,69%) που θα απαιτηθούν για την αντικατάσταση των απαλλοτριουμένων, έκρινε επί λέξει ότι: "η προσαύξηση αυτή συνεκτιμάται κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής" (σελ. 18 ).
Επομένως, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το ως άνω αίτημα των αναιρεσειόντων, αλλά το έλαβε υπόψη του και το απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχθέν όσα ανωτέρω αναφέρονται. Επίσης, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά απέρριψε, εκ των πραγμάτων, το αίτημα των αναιρεσειόντων για καταψήφιση της οφειλόμενης αποζημίωσης, το οποίο ήταν απαράδεκτο, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου για την καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημίωσης, καθίσταται υπαρκτή, γεννημένη και απαιτητή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων του παραδεκτού αυτής, αφού η εκδίκασή της εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα των οποίων η εκδίκασή τους γίνεται με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και έτσι σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενώ το δικαίωμα αυτό του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορεί να ασκηθεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ` ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, χωρίς η ρύθμιση αυτή να προσκρούει, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, γιατί αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού και έτσι εναρμονίζεται απολύτως με τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο πέμπτος λόγος της ως άνω αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 9 και 1 Κ.Πολ.Δ. κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" προκύπτει ότι μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, επιτροπή, συγκροτούμενη από τα αναφερόμενα πρόσωπα, προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου και καταρτίζει αιτιολογημένη έκθεση, στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του και τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού. Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο, ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Στην παράγραφο δε 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους". Στο δεύτερο όμως εδάφιο της ως άνω παραγράφου 6, που προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του Ν. 2985/2002 , ΦΕΚ Α` 18/4-2-2002 (με έναρξη ισχύος την 01.01.2002), ορίζεται ότι: "προκειμένου ειδικώς για τον προσδιορισμό της κατά το άρθρο 13 παρ. 4 αποζημίωσης, η εκτίμηση γίνεται σε κάθε περίπτωση".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 3 του ΚΑΑΑ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 9 του Ν.3193/2003 (ΦΕΚ Α` 266/20-11-2003) "η συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι απαράδεκτη εάν δεν προσαχθούν: (α) ... (β) η κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 15 έκθεση ή η κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου βεβαίωση και (γ) η έκθεση που ορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 15". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με την παράγραφο 6 εδ. β` του άρθρου 15 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, όταν ζητείται ο προσδιορισμός της κατά το άρθρο 13 παράγραφος 4 αποζημίωσης (ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη μετά την απαλλοτρίωση), για το παραδεκτό αυτής απαιτείται, ως μέρος της προδικασίας, η σύνταξη από την άνω επιτροπή έκθεσης εκτίμησης της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου (Α.Π. 1434/2022, Α.Π. 1001/2021).
Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν προσκομίστηκε κάποιο έγγραφο, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 1139/2020, Α.Π. 911/2019, Α.Π. 62/2019, Α.Π. 456/2014, Α.Π. 1956/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια, αληθώς, από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτα τα υποβληθέντα, με την από 7-6-2017 (αριθμ. έκθ. κατ. 204/2017) αίτηση, αιτήματα της ήδη ενδέκατης αναιρεσείουσας Δ. χήρας Σ. Μ. και του ήδη δέκατου τρίτου αναιρεσείοντος Γ. Β. για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας του εναπομείναντος τμήματος των, με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ... και ... αντίστοιχα, ιδιοκτησιών τους, λόγω μη τήρησης της προδικασίας του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, ισχυριζόμενοι ότι με το άρθρο 4 του ν. 3555/2007 ορίστηκε εξαίρεση για το έργο της ένδικης απαλλοτρίωσης της διαδικασίας των άρθρων 13 και 15 του ΚΑΑΑ και αντί αυτών συντάσσεται έκθεση εκτίμησης και για την ιδιαίτερη αποζημίωση, χωρίς αίτηση των ενδιαφερομένων.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του (σελ. 16), έκρινε ότι: "Η Μ. Δ. (ήδη 11η αναιρεσείουσα) (ΑΚΠ ...) και ο Β. Γ. (ήδη 13ος αναιρεσείων), δεν υπέβαλαν αίτηση του άρθρου 15 ΚΑΑΑ και δεν προκύπτει εξαίρεση του έργου από την προδικασία αυτή, με το άρθρο 4ο Ν. 3555/2007, όπως ισχυρίζονται (σελ. 4 της υπό Β Αίτησης).
Επομένως ως προς αυτούς η αίτηση για ιδιαίτερη αποζημίωση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Από την επισκόπηση του 4ου άρθρου υπό τον τίτλο "Συμβατικό Αντικείμενο - Ανταγωνισμός" του Ν. 3555/2007, με τον οποίο κυρώθηκε η "Σύμβαση Παραχώρησης της Μελέτης, Κατασκευής, Χρηματοδότησης, Λειτουργίας, Συντήρησης και Εκμετάλλευσης του Αυτοκινητοδρόμου "Ιονία Οδός" από Αντίρριο μέχρι Ιωάννινα, ΠΑΘΕ Αθήνα (Α/Κ Μεταμόρφωσης) - Μαλιακός (Σκάρφεια) και Συνδετηρίου Κλάδου του ΠΑΘΕ Σχηματάρι- Χαλκίδα", που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2006 μεταξύ αφ` ενός του Ελληνικού Δημοσίου και αφ` ετέρου:
α) της εδρεύουσας στην Αθήνα Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΑ ΟΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ" και β) εκ τρίτου, των Αρχικών Μετόχων της παραπάνω Ανώνυμης Εταιρείας εταιρειών CINTRA CONCESSIONES DE INFRAESTRUCTURAS DE TRANSPORTE S.A, ΓΕΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ, IRIDIUM CONCESIONES DE INFRAESTRUCTURAS S.A., ACS SERVICIOS Υ CONCESIONES, SL και DRAGADOS S.A, δεν προκύπτει εξαίρεση από την προδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, ως προς τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα που απομένουν στους ιδιοκτήτες μετά την απαλλοτρίωση, κατά το άρθρο 13 παράγραφος 4 του Ν. 2882/2001 (άλλωστε ούτε οι αναιρεσείοντες επισημαίνουν τη σχετική περικοπή), οι οποίοι, συνεπώς, για το παραδεκτό της αίτησης, όφειλαν να υποβάλουν εμπροθέσμως, ως μέρος της προδικασίας, αίτηση για τη σύνταξη από την άνω επιτροπή έκθεσης εκτίμησης της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους για εκτίμηση αν μειώθηκε η αξία των απομενόντων τμημάτων των ακινήτων τους και να προσκομίσουν τις σχετικές εκθέσεις εκτίμησης.
Εφόσον, σύμφωνα με τη βεβαίωση του Δικαστηρίου, δεν προσκομίστηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα, ήταν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, απαράδεκτη η αίτηση για προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης. Κατά συνέπεια, το Εφετείο ορθώς απέρριψε ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες την αίτηση για ιδιαίτερη αποζημίωση ως απαράδεκτη και, συνακόλουθα, ο με το παραπάνω περιεχόμενο έκτος λόγος αναίρεσης, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 833/2020).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 209/2019, Α.Π. 472/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 833/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Α.Π. 49/2022, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 536/2019). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 171/2020, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, Α.Π. 171/2020, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 421-425/2009). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 15/2000, Α.Π. 93/2020, Α.Π. 1401/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19 και 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που συνίστανται στο ότι το Εφετείο : 1) παραβίασε ευθέως, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την εφαρμογή του άρθρου 13 παρ. 1 ΚΑΑΑ, 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι δεν καθόρισε τιμή μονάδας:
α) με βάση τα κτηματολογικά στοιχεία, αφού δέχθηκε ότι τα επίδικα είναι δασικά παρά τη μη ρητή καταγραφή αυτών και των επικειμένων τους στον Κτηματολογικό Πίνακα, ως δασικών και β) με βάση τις πραγματικές του παραδοχές, δεν καθόρισε αποζημίωση ανάλογη της αγοραίας αξίας κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων, αλλά επιδίκασε τιμή μονάδας 0,90-1,10 ευρώ/τ.μ.
και 2) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, όπως υποστηρίζουν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον περιεχόμενο στην ανταίτησή τους ισχυρισμό, αναφορικά με το ΚΠ ... ακίνητο, ότι "στο επίδικο λειτουργεί κτηνοτροφική μονάδα δυναμικότητας 100 ζώων (60 προβάτων, 30 κατσικιών και 50 πτηνών), η οποία αποφέρει ακαθάριστο εισόδημα 6.566 ευρώ το έτος 2013 και καθαρό 5.054 καθώς και ακαθάριστο εισόδημα ύψους 11.555,65 ευρώ το έτος 2014 και 4.382,83 καθαρό εισόδημα (όπως αποδεικνύεται από τα εκκαθαριστικά σημειώματα με αριθμούς 46329/9.7.2015 και 57907/28.6.2014), ήτοι προ της κατάληψης και την τεχνική έκθεση από 10-11-2015)" και τον απέρριψε (σελ. 26), με την παραδοχή "δεν απεδείχθη ότι εποίμενε ποίμνιο ο αιτών".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 17 παρ. 2, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 ΚΑΑΑ και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι, προεχόντως, αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται παντελώς οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου.
Σε κάθε όμως περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι δεν υπάρχει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα απαλλοτριωθέντα ακίνητα ήταν δασικά.
Επιπλέον, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ.561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθώς οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό τους, δηλαδή ότι τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη και λειτουργία στο με αριθμό ΚΠ ...
απαλλοτριωθέν ακίνητο κτηνοτροφικής μονάδας. Πλέον τούτου, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων (και των λοιπών αποδεικτικών μέσων), όπως αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην εξεταζόμενη περίπτωση ο παρών αναιρετικός λόγος, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.
Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.
Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής στο οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημίωσης παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό 2% της αποζημίωσης για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κύριας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και κύριας παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο (Α.Π. 2227/2013, Α.Π. 526/2009).
Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012) εφαρμόζεται σε υποθέσεις που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διάταξης (Α.Π. 844/2015, Α.Π. 926/2015, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 2227/2013), δηλονότι μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10.4.2012 και, συνεπώς η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης καθορίζεται:
α) σε ποσοστό 1% της αποζημίωσης για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κύριας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 0,50% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και κύριας παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.
γ1 του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τη διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 664/2022, Α.Π. 40/2019).
Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. ο κανόνας ουσιαστικού παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 14/2011, Α.Π. 664/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων για τα οποία είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημίωσης καταδίκασε το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο καταβολής της αποζημίωσης, στην αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση- αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, ανά ομάδα των παρισταμένων διαδίκων, σε ποσοστό 1,5%, επί της συνολικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων.
Προσδιορίζοντας, επομένως, το Εφετείο την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση - αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης, αντί να καθορίσει αυτήν (αμοιβή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου) σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προπαρατεθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη 18 παρ. 4 εδ.
γ1 του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, διότι υπόχρεο για την καταβολή της δικαστικής δαπάνης είναι το αιτούν - καθ' ου και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, προσέτι δε η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων στις 18.9.2019, δηλαδή μετά την 10.4.2012.
Επομένως, ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι καθόρισε τη συνολική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση - αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 22-10-2021 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που έχει καταθέσει προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν. του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά τη με αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (Α.Π. 447/2022, Α.Π. 872/2020).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις α)από 26-4-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ...-2021) και β) από 22-10-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 47/25-10-2021) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26-4-2021 αίτησης αναίρεσης ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, Ι. Τ. του Κ.
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 22-10-2021 αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες Π. Ν. (7η), Χ. Ν. (8ο), Κ. Ν. (9ο) και Δ. Ν. (16ο).
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, τις παραπάνω αιτήσεις αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες της από 22-10-2021 αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο της από 26-4-2021 αίτησης αναίρεσης, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Καταδικάζει τους παρισταμένους αναιρεσείοντες της από 22-10-2021 αίτησης αναίρεσης, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ