Appeal partially allowed; joint liability for foreign insurance claim reduced by 50% due to driver's contributory negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding a foreign insurance claim. The plaintiffs argued for full compensation, while the defendants contended for a reduction based on the driver's contributory negligence. The court reduced the liability by 50% because both Swiss and Greek law permit the substitution of the foreign insurer, establishing joint liability for the remaining amount.
Legislator headnote
AI generatedArt. 72 of the Federal Law of 2 April 1908 on Insurance Contracts; Art. 41, 42, 43, 51 of the Swiss Accident Insurance Law (UVG): When both the law governing social insurance and the law of the place of the claim allow for the substitution of the foreign insurer, the insurer is jointly liable, but the amount is reduced by the percentage of contributory negligence of the tortfeasor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 640 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 640/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - καθ' ων η κλήση - εκκαλούντων - εναγομένων: 1) Δ. Α. του Σ., 2) Β. Μ. του Θ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της καθ' ης η κλήση - καλούσας - εφεσίβλητης - ενάγουσας: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Ταμπαλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2003 αγωγή του Σ. Γ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη και της ήδη αποβιωσάσης Σ. Σ. του Γ., την από 17-9-2003 (αρ. εκθ. καταθ. 33097/2003) αγωγή της ήδη καθ' ης η κλήση, καθώς και με την από 17-9-2003 (αρ. εκθ. καταθ. 33098/2003) αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32179/2004 (επί της από 19-9-2003 αγωγής) και 3594/2006 (επί των από 17-9-2003 αγωγών, που συνεκδικάστηκαν), του ίδιου Δικαστηρίου και 1438/2007 μη οριστική και 1841/2008 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκαν αναιρέσεις από τους διαδίκους και εκδόθηκαν οι 612/2011, 613/2011 και 1120/2012 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που αναίρεσαν την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψαν την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 96/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ήδη καλούντες με την από 20-9-2014 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 2082/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αποφάνθηκε ότι δεν ασκήθηκε η ένδικη από 20-9-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 96/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την (εκεί) τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." (ως προς την οποία οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της από 20-9-2014 αιτήσεώς τους), κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος της που αφορούσε τον πρώτο αναιρεσίβλητο Σ. Γ. του Γ., αναίρεσε την υπ' αριθμ. 96/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το εις το σκεπτικό μέρος της, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη καθ' ης η κλήση), κράτησε την υπόθεση στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση κατ' ουσίαν σε ιδιαίτερη συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 7-5-2018 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίστηκε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τσαλαπόρτας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7-5-2018 κλήση των εκκαλούντων Δ. Α., Β. Μ. και της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", νόμιμα φέρεται προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η κρινόμενη υπόθεση επί της παρακάτω αναφερόμενης από 22-9-2006 (αριθμ. κατάθεσης 4078/2008) έφεσης των εκκαλούντων - εναγομένων, κατά της υπ' αριθμ. 3594/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους εν λόγω διαδίκους, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2082/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν ασκήθηκε η ένδικη από 20-9-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 96/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ.
Σ. και αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 96/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το εις το σκεπτικό μέρος της, όσον αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και αφού κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση επί της ουσίας, στο παρόν Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικ.
με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, ενόψει του ότι επρόκειτο για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υποθέσεως, προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, όπως και έγινε.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεθείσα με την υπ' αριθμ. 2082/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπ' αριθμ. 96/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Για το ένδικο τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 20.9.2001 και περί ώρα 10.20' στο ύψος της 67,5 χ/θ της Ε.Ο Β.-Τ.-Ζ., και στο οποίο ενεπλάκησαν (συγκρούστηκαν) το με αριθμό κυκλοφορίας ...37 IX τριαξονικό φορτηγό αυτοκίνητο (μπετονιέρα), ιδιοκτησίας Β. Μ., που οδηγούσε ο Δ. Α., και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην "... ΑΕΓΑΖ" (ήδη μετονομασθείσα σε ... ΑΕΓΑ), με το με αριθμό κυκλοφορίας ...99 IX επιβατικό αυτοκίνητο, τύπου JEEP CHEROKEE, μεγάλου κυβισμού, ιδιοκτησίας Γ. Σ. και οδηγούμενο από τον προστηθέντα από αυτόν S. J., ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι εξής αγωγές:
Α) Η από 19.9.2003 με αριθμό κατάθεσης 33175/2003 αγωγή, με ενάγοντες 1) τον Γ. Σ., και 2) την Σ. σύζυγο Γ. Σ., και εναγόμενη μόνο την "... ΑΕΓΑΖ".
Β) Η από 17.9.2003 με αριθμό κατάθεσης 33097/2003 αγωγή της "..." με εναγόμενους τους 1) Δ. Α. του Σ., 2) Β. Μ. του Θ., και 3) "... ΑΕΓΑΖ".
Γ) Η από 17.9.2003 με αριθμό κατάθεσης 33098/2003 αγωγή, με ενάγοντες 1) την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." και 2) τον ίδιο τον Γ. Σ., με εναγόμενους τους 1) Δ. Α. του Σ., 2) Β. Μ. του Θ., και 3) "... ΑΕΓΑΖ". Στις 5.11.2004, συζητήθηκε μόνο η από 19.9.2003 με αριθμό κατάθεσης 33175/2003 αγωγή των εναγόντων 1) Γ. Σ. και 2) Σ. συζύγου Γ. Σ.. Επί της άνω με αριθμό κατάθεσης 33175/2003 που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...37 IX τριαξονικό φορτηγό αυτοκίνητο (μπετονιέρα), ιδιοκτησίας του δευτέρου Β. Μ., και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη ασφαλιστική εταιρία για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, έκανε μερικά δεκτή την αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα Γ. Σ.. Στις 19.9.2005, εκδικάσθηκαν η υπό στοιχείο Β' με αριθμό κατάθεσης 33097/2003 αγωγή με ενάγουσα την "...", και η υπό στοιχείο Γ' με αριθμό κατάθεσης 33098/2003 αγωγή, με ενάγοντες 1) την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." και 2) τον Γ. Σ.. Επί των δύο αυτών αγωγών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 3594/2006 οριστική απόφαση του Μον.Πρωτ.Θεσ/νίκης η οποία αφού έκρινε και πάλι ότι για το ένδικο τροχαίο ατύχημα αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο Δ. Α. 1) Δέχθηκε εξ ολοκλήρου την με αριθμό κατάθεσης 33097/2003 αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους, να καταβάλλουν σε ολόκληρο ο καθένας στην ενάγουσα "..." το ποσό των 69.895,50 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Β) Δέχθηκε εξ ολοκλήρου την με αριθμό κατάθεσης 33098/2003 αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν σε ολόκληρο ο καθένας στην πρώτη ενάγουσα "..." το ποσό των 19.178,10 € και στον δεύτερο ενάγοντα Γ. Σ., το ποσό των 679,25 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά των άνω οριστικών αποφάσεων ασκήθηκαν οι εξής εφέσεις:
Α) Κατά της με αριθμό 32179/2004 οριστικής απόφασης, που εκδόθηκε επί της με αριθμό κατάθεσης 33175/2003 αγωγής. 1) Η από 2.9.2005, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου 3685/2005 και αριθμό βιβλίου εισ. στο Εφετείο 3522/2005 έφεση της "... ΑΕΓΑΖ" και εφεσίβλητο τον Γ. Σ.. 2) Η από 1.9.2005, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου 3534/2005 και αριθμό βιβλίου εισ. στο Εφετείο 4165/2005 έφεση των 1) Γ. Σ. και 2) Σ.ς Σ., με εφεσίβλητη την "... ΑΕΓΑΖ".
Β) Κατά της με αριθμό 3594/2006 οριστικής απόφασης. Η από 22.9.2006, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου 4078/2006 έφεση με εκκαλούντες τους 1) Δ. Α. του Σ., 2) Β. Μ. του Θ., και 3) "... ΑΕΓΑΖ", και εφεσίβλητους τους 1) "...", 2) ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", 3) Γ. Σ. του Γ.. Στις 16.11.2006 εκδικάστηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης οι εφέσεις κατά της με αριθμό 32179/2004 οριστικής απόφασης, και εκδόθηκε η με αριθμό 1438/2007 μη οριστική απόφαση, που διέταξε την ένωση και συνεκδίκασή τους και ανέβαλε τη συζήτηση τους, προκειμένου να συνεκδικαστούν με την με αριθμό 4078/2006 έφεση κατά της με αριθμό 3594/2006 οριστικής απόφασης.
Ακολούθησε η έκδοση της με αριθμό 1841/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που συνεκδίκασε όλες τις εφέσεις, και έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος είναι ο Γ. Σ., που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...99 IX επιβατικό αυτοκίνητο, τύπου JEEP CHEROKEE, μεγάλου κυβισμού, ιδιοκτησίας Γ.
Σ. , και ότι ο εναγόμενος Δ. Α. δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για το ατύχημα, και για το λόγο αυτό απέρριψε όλες τις εναντίον του και των άλλων συνεναγομένων του αγωγές. Στη συνέχεια ασκήθηκαν αναιρέσεις από όλους τους διαδίκους και εκδόθηκαν τρείς αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με αριθμό αντίστοιχα 612/2011, 613/2011 και 1120/2012, οι οποίες με απολύτως ταυτόσημο σκεπτικό, αναίρεσαν την άνω απόφαση του Εφετείου.
Στη συνέχεια η υπόθεση εισήχθη για να συζητηθεί ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο αφού συνεκδίκασε όλες τις προαναφερόμενες εφέσεις εξέδωσε την με αριθμ 96/2014 απόφασή του, με την οποία κρίθηκαν συνυπαίτιοι του ατυχήματος κατά ποσοστό 50% οι δύο οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων και έγιναν δεκτές κατά ένα μέρος οι προαναφερόμενες αγωγές.
Την αναίρεση της εν λόγω απόφασης ζήτησαν οι Δ. Α. του Σ., Β. Μ. του Θ., και "... ΑΕΓΑΖ" με την από 20-9-2014 αίτηση τους κατά αυτής και κατά του Σ. Γ., της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 3-4-2015, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23-10-2015 και ύστερα από νέα αναβολή για τη δικάσιμο της 13-5-2016, οπότε ματαιώθηκε.
Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 2-12-2016 κλήση των αναιρεσιβλήτων. Επί της αίτησης αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2082/2017 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, το οποίο αποφάνθηκε μεν ότι δεν ασκήθηκε η ένδικη από 20-9-2014 αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ.
Σ., αναίρεσε δε την υπ' αριθμ. 96/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το εις το σκεπτικό μέρος της, όσον αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και κράτησε την υπόθεση παραπέμποντάς την για περαιτέρω εκδίκαση κατ' ουσίαν στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της.
Ειδικότερα αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για τον παρακάτω λόγο, ήτοι για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο και ειδικότερα επειδή, όπως δέχτηκε το παρόν Δικαστήριο (Άρειος Πάγος) με την υπ' αριθμ. 2082/2017 αναιρετική απόφασή του "Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε ανάλογα την υπ' αριθμ. 3569/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ήδη αμετάκλητη, που κήρυξε αθώο τον πρώτο αναιρεσείοντα οδηγό Δ. Α. για το ένδικο ατύχημα, το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσείοντες.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων για αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου Γ.
Σ. και κρίθηκε ότι και οι δύο οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων είναι συνυπαίτιοι έκαστος κατά 50% δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δηλαδή την προδιαληφθείσα απόφαση με αριθμ. 3569/2005 του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου, ήδη αμετάκλητη, με την οποία ο πρώτος αναιρεσείων κηρύχθηκε τότε αθώος της αποδοθείσης σ' αυτόν πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η αντικειμενική υπόσταση της οποίας συνιστά τη βάση της κατά των αναιρεσειόντων από αδικοπραξία αγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Και ναι μεν το Εφετείο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της ποινικής αποφάσεως και μπορούσε όπως και κατέληξε σε αντίθετο με την τελευταία ποινική απόφαση πόρισμα, έπρεπε όμως, ενόψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το συνεκτιμούσε ειδικά ως τεκμήριο, και να το αντικρούσει με ειδική αιτιολογία, εφόσον άλλωστε και η υπόλοιπη αιτιολογία του Εφετείου στηρίχθηκε σε έμμεσες αποδείξεις.
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' Κ.Πολ.Δ.". Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι διάδικοι, καθόσον αφορά την αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας "..." κατά των Δ. Α. του Σ., Β. Μ. του Θ., και "... ΑΕΓΑΖ", ως προς την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 96/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επανήλθαν στην υφιστάμενη πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και δη στο στάδιό της μετά την τυπική παραδοχή της από 22-9-2006 (αριθμ.
κατάθεσης 4078/2006) έφεσής τους, κατά της 3594/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατ' ουσίαν έρευνας των σχετικών λόγων της και πρέπει η νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, σύμφωνα με τα άρθρα 495 παρ. 1 και 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ως άνω έφεση να εξεταστεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, στα όρια που διαγράφονται από την ως άνω αναιρετική απόφαση.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη είναι και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί κατ` αρχήν τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Το περιεχόμενό του συντίθεται από τις αρχές ότι: 1.
Κανένας δε μπορεί να καταδικασθεί ή να κηρυχθεί ένοχος, αν δεν έχει δικασθεί σύμφωνα με το νόμο και ύστερα από μια νόμιμη δικαστική διαδικασία. 2. Καμία ποινή ή άλλη ανάλογη κύρωση δε μπορεί να επιβληθεί σε βάρος προσώπου, εφόσον η ενοχή του δεν έχει απαγγελθεί σύμφωνα με τους τύπους, που προβλέπει ο νόμος. 3.
Κανένας δε μπορεί να υποχρεωθεί να αποδείξει την αθωότητά του. 4. Η αμφιβολία είναι πάντοτε υπέρ του κατηγορουμένου. Εάν η τέλεση μιας ποινικά κολάσιμης πράξης δικαιολογεί παράλληλα και αστική αξίωση του παθόντος για προστασία των οικονομικών του συμφερόντων, κατά την εκδίκαση του συγκεκριμένου βιοτικού γεγονότος στα πολιτικά δικαστήρια, θα τύχει μεν εφαρμογής το τεκμήριο της αθωότητας, πλην όμως η εφαρμογή του πρέπει να περιορίζεται στα όρια, που η δογματική του θέση και κατάταξη προσδιορίζουν.
Συγκεκριμένα: 1. Ο εναγόμενος, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη του εγκλήματος, θα πρέπει και στην (πολιτική) δίκη να αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο ως αθώος με τις ίδιες εγγυήσεις, όπως και ενώπιον της αντίστοιχης ποινικής δίκης. 2. Δεν πρέπει η νομοθεσία και ειδικότερα το αστικό δίκαιο και η πολιτική δικονομία να θέτουν τεκμήρια ενοχής, τεκμήρια από τα οποία θα προκύπτει άνευ αποδείξεως η ενοχή του εναγομένου για την διάπραξη του ποινικού και συγχρόνως αστικού αδικήματος. 3.
Δεν πρέπει το βάρος αποδείξεως της μη τελέσεως του ποινικού και συγχρόνως αστικού αδικήματος να επιρρίπτεται στον εναγόμενο. 4. Κατά την αναφορά του πολιτικού δικαστηρίου σε τυχόν προεκδοθείσα αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αμφισβήτηση του αθωωτικού αποτελέσματος αυτής, ιδίως με την επίκληση ότι α) είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητα, β) λήφθηκε όχι ομόφωνα αλλά κατά πλειοψηφία, γ) ότι στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) ότι διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας κ.α.
Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο κωλύεται να καταλήξει μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Οι διατάξεις των άρθρων 93 - 96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ` αντιστοιχία των προβλεπόμενων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Βασική συνέπεια που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των δικαιοδοσιών είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ` αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Περαιτέρω, αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 ΚΔΔ).
Επομένως, το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση.
Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό αποτέλεσμα σύμφωνο με την αθωωτική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δέσμευσης", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ο οποίος κατήργησε την προϊσχύσασα, αντίθετη ρύθμιση, της ΠολΔ/1834 που στο άρθρο 12 όριζε: "αποφασισθέντος άπαξ του προδικαστικού ζητήματος παρά του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν δύναται πλέον το άλλο δικαστήριον, είτε πολιτικόν, είτε ποινικόν, να επιχειρήση την έρευναν του αυτού ζητήματος", βλ.
σχετικώς ΑΠ 192/1957, ΝοΒ 1957.730 ΑΠ 196/1953, ΝοΒ 1953.296) ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. Δηλαδή αν η "δέσμευση" αυτή νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, το κώλυμα είναι συνταγματικό από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων.
Αν πάλι το νέο αυτό είδος "δέσμευσης" μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δύναμης των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δέσμευσης απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής πρόβλεψης (όπως στο άρθρο 5 ΚΔΔ) που εν προκειμένω δεν υφίσταται.(ΑΠ 422/2017).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" που περιέχεται στα με αριθμ. 32179/2003 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του ίδιου, η οποία περιέχεται στα με αριθμ. 3594/2006 πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, την από 27-10-2004 ένορκη δημόσια κατάθεση, η οποία δόθηκε ενώπιον αλλοδαπού συμβολαιογράφου αρμοδίου για τις δημόσιες καταθέσεις του Κ.
του Z. …. [βλ. Α. Κ., αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 2008, παρ. 35, αριθμ. 172], μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" [βλ. την με αριθμ. 20-10-2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Χ. Γ.] και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν, με επίκληση, στα οποία περιλαμβάνονται και έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, αλλά συνοδεύονται από επίσημη μετάφραση, καθώς και έγγραφα ποινικής δικογραφίας, τα οποία εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η με αριθμ. 3569/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου που κήρυξε αθώο τον οδηγό Δ.
Α. για το ένδικο ατύχημα [ΑΠ 1349/2008], αφού έχει επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες [ΑΠ 1/2011] και οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες [άρθρ. 444 αρ. 3, 449 παρ. 2, 453 παρ. 1, 457 παρ 4, 458 και 459 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1182/2012, ΑΠ189/2011)] αποδεικνύονται τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Στις 20-9-2001 και περί ώρα 10.20 π.μ., ο μη διάδικος Γ.
Σ. οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας ...99 [ελβετικές πινακίδες] ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο [τζιπ], ιδιοκτησίας του πατέρα του Γ. Σ., ο οποίος τον είχε προστήσει στην οδήγηση του αυτοκινήτου του και στο οποίο αυτός επέβαινε ως συνεπιβάτης στη πίσω θέση, ενώ ως συνοδηγός επέβαινε η μητέρα του ως άνω οδηγού και κινείτο στην επαρχιακή οδό ..., με κατεύθυνση προς …..
Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος με την αγωγή που κρίνεται εν προκειμένω Δ. Α., οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ...37 ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο [μπετονιέρα], ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου της ίδιας ως άνω αγωγής, ο οποίος είχε προστήσει τον πρώτο στην οδήγησή του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη τρίτη εναγομένη της ίδιας ως άνω αγωγής ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ", κινείτο στην ίδια ως άνω οδό με αντίθετη κατεύθυνση δηλ. προς …. Η ως άνω επαρχιακή οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους με μονή συνεχή διαχωριστική γραμμή. Στο ύψος του 67,5 χιλιομέτρου η ως άνω οδός είναι στενή με συνολικό πλάτος οδοστρώματος έξι μέτρων δηλ.
τρία μέτρα για κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, με απότομη καμπύλη η οποία περιορίζει την ορατότητα στην οδό και έχοντας ανηφορική κλίση στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς …. Η κατάσταση της οδού ήταν καλή, το οδόστρωμα ξηρό, η κίνηση των οχημάτων αραιή, ενώ η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα ήταν αυτή των 50 χλμ [βλ.
έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε ο Ανθ/μος Χ. Τ.]. Ο οδηγός Γ. Σ. μόλις έφθασε στο 67,5 χιλιομετρικό σημείο της εν λόγω οδού, οδηγώντας με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χλμ, δεν μπόρεσε, ενόψει και της κατωφέρειας του οδοστρώματος αλλά και της διαγραφόμενης καμπύλης της οδού, να συγκρατήσει το όχημα που οδηγούσε, με αποτέλεσμα ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός του να βρίσκεται επί της διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος, επί της οποίας ήδη βρισκόταν το πίσω αριστερό μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου από το ύψος του μεσαίου αριστερού τροχού του, το οποίο κινείτο επί της καμπύλης της οδού σε ανωφέρεια και λόγω του όγκου του καταλάμβανε σε πλάτος 2,5 μέτρα [στο εμπρόσθιο τμήμα του] από τα τρία μέτρα του οδοστρώματος με συνέπεια να συγκρουστούν τα δύο οχήματα.
Η σύγκρουση έλαβε χώρα επί της διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος και έτσι δικαιολογείται το ότι τα θραύσματα γυαλιών που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, το οποίο συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, βρίσκονται στο ρεύμα πορείας του οδηγού Γ. Σ.. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, κρίνεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια, κατά ποσοστό 50%, αμφοτέρων των παραπάνω οδηγών, οι οποίοι κατά την οδήγηση των οχημάτων τους δεν κατέβαλαν την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή την οποία όφειλαν και μπορούσαν, ενόψει των προσωπικών τους καταστάσεων και ικανοτήτων, να καταβάλουν και να αποφύγουν τη σύγκρουση.
Ειδικότερα, ο πρώτος των παραπάνω οδηγών, όπως αποδείχθηκε και από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης εξαιτίας της οποίας καταστράφηκε ολοσχερώς το ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητό του, οδηγούσε με ταχύτητα τουλάχιστον εξήντα χιλιομέτρων, η οποία για τις συνθήκες της οδού, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, κρίνεται υπερβολική, (άρθρο 19 παρ. 1 και 2 ΚΟΚ) αλλά και επί της διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος, ενώ είχε τη δυνατότητα να κινείται δεξιότερα, όταν δε στην καμπύλη της οδού το πίσω αριστερό μέρος του αντιθέτως κινούμενου φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο λόγω του όγκου του δεν μπορούσε να κινηθεί δεξιότερα, βρέθηκε επί της διαχωριστικής γραμμής, επέπεσε το πρώτο όχημα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο αριστερό τμήμα του φορτηγού αυτοκινήτου (άρθρο 12 παρ. 1, 18 παρ. 1 και 2, 19 παρ. 1 και 2 ΚΟΚ).
Ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου δεν είχε τη δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού αφενός λόγω του όγκου του και αφετέρου καθόσον δεξιά της πορείας του υπάρχει μικρός γκρεμός, σε αντίθεση με τον οδηγό του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου ο οποίος αν κινείτο δεξιότερα και με μικρότερη ταχύτητα είχε τη δυνατότητα να αποφύγει το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Αλλά και ο οδηγός του φορτηγού ο οποίος, κατά την οδήγηση του ογκώδους οχήματός του που αποτελεί πηγή κινδύνων, επέδειξε αμέλεια, δεν ασκούσε τον επιβαλλόμενο έλεγχο στο σύστημα διεύθυνσης και πέδησης του οχήματός του και δεν είχε ρυθμίσει καταλλήλως την ταχύτητά του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες δυσμενείς οδικές συνθήκες που προαναφέρθηκαν, μολονότι όφειλε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και να ρυθμίσει την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες (στενός ανηφορικός δρόμος με στροφές, όγκος του οχήματός του), ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί (άρθρο 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, και 3 ΚΟΚ), όταν μάλιστα ο ίδιος ήταν μόνιμος κάτοικος της περιοχής και εκτελούσε συχνά το συγκεκριμένο δρομολόγιο με το ίδιο αυτοκίνητο.
Συνεπώς, η συνυπαιτιότητα των προαναφερομένων επαρκώς θεμελιώνεται στις παραβάσεις των επιτακτικών κανόνων οδήγησης που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 18 παρ. 1 και 2 και 19 §§ 1, 2 Ν. 2696/1999, οι οποίες παραβάσεις συνέχονται αιτιωδώς με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι λήφθηκε σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο η με αριθμ. 3569/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που κήρυξε αθώο τον οδηγό Δ.
Α. για το ένδικο ατύχημα, πλην όμως το τεκμήριο αθωότητας του συγκεκριμένου οδηγού από την εν λόγω απόφαση δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του δικαστηρίου τούτου, που τον έκρινε συνυπαίτιο του ατυχήματος κατά ποσοστό 50%, σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις του, που αναφέρονται στην οικεία νομική σκέψη, που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό αποτέλεσμα σύμφωνο με την αθωωτική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος με την αιτιολογία το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος και των αποτελεσμάτων αυτού τον οδηγό του φορτηγού Δ. Α., έσφαλε και πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης που πλήττει την εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, καθώς και η ένσταση περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου Γ.
Σ. στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ), που παραδεκτώς πρόβαλαν οι εναγόμενοι στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν νομίμως με τις προτάσεις τους και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προς υπεράσπιση της εφέσεως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το ατύχημα ένεκα της συγκρούσεως των δύο οχημάτων, ο ενάγων Γ.
Σ. τραυματίστηκε υποστάς κάταγμα βραχιονίου οστού δεξιού με συνοδό πάρεση κερκιδικού νεύρου και μερική διατομή κερκιδικού νεύρου. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, γεγονός που συνετέλεσε στον τραυματισμό του σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων, οι οποίοι επαναφέρουν με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους τον ισχυρισμό τους αυτόν και ο οποίος ως αναπόδεικτος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 25 ΑΚ οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη και αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Κατά δε το άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία υποκαθίσταται από τον νόμο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ή αλλοδαπό δημόσιο ή τρίτος γενικά που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάσταση τούτου στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, διέπεται, όχι από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για νόμιμη εκχώρηση της απαίτησης, η δε αξίωση του τρίτου έχει άμεσο έρεισμα το νόμο και δεν απορρέει από την αδικοπραξία, αλλά από το δίκαιο που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης ή τη σχέση της δημόσιας υπηρεσίας με το δανειστή και γενικά τη σχέση η οποία στηρίζει την υποκατάσταση του τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία.
Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως Lex causae της υποκατάστασης θα εφαρμοστεί κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 19/1995, ΑΠ 684/2011). Η εφαρμογή όμως του δικαίου τούτου τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει διμερής σύμβαση με την οποία ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα. Τέτοια διμερής σύμβαση έχει συναφθεί μεταξύ Ελλάδος και ...ς Ομοσπονδίας, η ελληνο...
σύμβαση της 1-6-1973 που κυρώθηκε με το ΝΔ 20/1974. Το άρθρο 28 της εν λόγω συμβάσεως ορίζει τα ακόλουθα: "Όταν πρόσωπον τι δύναται να θεμελιώση δικαίωμα επί παροχάς βάσει των διατάξεων του ενός των συμβαλλομένων μερών διά βλάβην επελθούσαν επί του εδάφους του ετέρου μέρους και έχει το δικαίωμα να ζητήση παρά τρίτου τινός την αποκατάστασιν της βλάβης ταύτης βάσει των διατάξεων του τελευταίου τούτου Μέρους, το οφείλον τας παροχάς ίδρυμα ασφαλίσεως του πρώτου Μέρους υποκαθίσταται εν τη αξιώσει αποκαταστάσεως έναντι του τρίτου κατά τας διατάξεις τας διεπούσας τούτον.
Το έτερον Μέρος αναγνωρίζει την υποκατάστασιν ταύτην υπό την προϋπόθεσιν ότι αι ισχύουσαι διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας επί του αντιστοίχου κλάδου ασφαλίσεως προβλέπουν και αυταί την μεταφοράν ταύτην του δικαιώματος εις αποκατάστασιν". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για να χωρήσει η προβλεπόμενη υποκατάσταση του ελβετικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης πρέπει η υποκατασταση αυτή να προβλέπεται από αμφότερα τα δίκαια, δηλαδή τόσο το ελβετικό δίκαιο που διέπει την κοινωνική ασφάλιση όσο και από το ελληνικό ως το δίκαιο του τόπου που γεννήθηκε η αξίωση αποζημιώσεως.
Αυτό σημαίνει ότι η ως άνω ελληνο... Σύμβαση ακολουθεί το σύστημα ή την αρχή της σωρεύσεως ή συρροής αμφοτέρων των εννόμων τάξεων.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του Ν. 2496/1997, που έχει εφαρμογή εν προκειμένω, καθόσον το ένδικο ατύχημα τελέσθηκε την 20-9-2001, πριν την έναρξη της ισχύος του νόμου 3518/2006 "αν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε".
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι ο ασφαλιστής από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και μπορεί να ενασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, τις αξιώσεις του τελευταίου. Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από τον νόμο και επέρχεται αυτοδίκαια από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης στο λήπτη της ασφάλισης, η αξίωση, δε, περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε.
Επομένως, ο ασφαλιστής, που κατέβαλε το ασφάλισμα, υποκαθίσταται στη θέση που ακριβώς βρισκόταν ο ασφαλισμένος έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου αυτός δικαιούται να στραφεί συνεπεία της από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίας (ΑΠ 1667/2017). Επίσης στο Ελβετικό δίκαιο θεσπίζεται διάταξη ανάλογη του άρθρου 14 του ν. 2496/1997, η οποία περιέχεται στο άρθρο 72 του ισχύοντος Κώδικα περί ασφαλιστικών συμβάσεων.
Ορίζεται, δε, στην άνω διάταξη ότι "1. Οι απαιτήσεις που έχει ο δικαιούχος κατά των τρίτων λόγω αδικοπραξίας μεταβιβάζονται στον ασφαλιστή ως το ύψος της αποζημίωσης που κατέβαλε". Επιπρόσθετα, στο άρθρο 51 του ελβετικού κώδικα ενοχών ορίζεται ότι: "Όταν περισσότεροι ευθύνονται για την ίδια ζημία λόγω διαφορετικής νομικής αιτίας [από αδικοπραξία, από σύμβαση ή από τον νόμο], οι νομοθετικές διατάξεις που αφορούν την αναγωγή αυτών που προκάλεσαν από κοινού ζημία εφαρμόζονται αναλόγως.
Τη ζημία κατά κανόνα τη φέρει κατά πρώτον ο ευθυνόμενος από αδικοπραξία και τελικώς εκείνος ο οποίος, χωρίς να υπάρχει από την πλευρό του πταίσμα ή συμβατική υποχρέωση, υποχρεούται από τον νόμο". Κατ' εφαρμογή του άρθρου αυτού ο ασφαλιστής, ως ευθυνόμενος από σύμβαση, μπορεί να στραφεί κατά του ευθυνόμενου λόγω υπαίτιας αδικοπραξίας.
Η υποκατάσταση του ασφαλιστή επέρχεται αυτοδίκαια από το νόμο, όπως σαφώς συνάγεται και από τα ανωτέρω άρθρα και δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη συμβατικής εκχώρησης [βλ. σχετικά και την με αριθμό 47/30-3-1999 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου]. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση χωρεί η προβλεπόμενη υποκατάσταση του ελβετικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης εφόσον αυτή προβλέπεται από αμφότερα τα δίκαια, δηλαδή τόσο το ελβετικό δίκαιο που διέπει την κοινωνική ασφάλιση όσο και από το ελληνικό ως το δίκαιο του τόπου που γεννήθηκε η αξίωση αποζημιώσεως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 297 εδαφ. α' ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 1 του Ν. 2842/2000 "Λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των Κανονισμών [ΕΚ] 1103/97, 974/98 και 2866/98 του Συμβουλίου, όπως ισχύουν σχετικά με την εισαγωγή του ευρώ" (ΦΕΚ Α' 207/27.9.2000), με το οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή ως εθνικό νόμισμα (άρθρο 2 Α.Ν. 362/1945), προκύπτει ότι κάθε αξίωση για αποζημίωση που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς χαρακτήρα.
είτε δηλαδή προέρχεται από τη μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση προϋφιστάμενης ενοχής, είτε πηγάζει από αδικοπραξία, πρέπει από 1.1.2002 να προσδιορίζεται σε ευρώ, το οποίο και μόνο δικαιούται να ζητήσει αυτός που αξιώνει την αποζημίωση, αφού στη διάταξη του άρθρου 297 εδαφ. α' ΑΚ ως χρήμα νοείται το εθνικό νόμισμα (ΑΠ 124/2014, ΑΠ 536/2004), δηλαδή από 1.1.2002 το ευρώ, χωρίς καμιά διάκριση ή επιφύλαξη.
Ως ζημία, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με πιθανότητα, προσδοκώμενο κέρδος, που ματαιώθηκε. Αν η επισκευή της βλάβης έγινε στην αλλοδαπή ή αν εκεί επήλθε η αρνητική ζημία, θα ληφθεί μεν υπόψη, για το συγκεκριμένο καθορισμό της ζημίας, το ποσό του ξένου νομίσματος που δαπανήθηκε ή απωλέστηκε, μόνο, όμως, προκειμένου να υπολογισθεί η ποσότητα δραχμών τότε ευρώ τώρα, η οποία παριστά τη ζημία.
Για το σκοπό δε αυτό θα τραπεί η ποσότητα αλλοδαπών νομισμάτων, που δαπανήθηκε ή απωλέστηκε, σε δραχμές (ευρώ) με βάση την ισοτιμία του χρόνου της δαπάνης ή απώλειας. Διάφορη εκδοχή, ότι θα ληφθεί υπόψη η ισοτιμία της ημέρας της καταψήφισης ή της εξόφλησης, όχι μόνο είναι ασυμβίβαστη με τον εξαρχής καθορισμό της ζημίας σε δραχμές (ευρώ) (άρθρ. 26 ΑΚ), αλλά επί πλέον θα κατέληγε στο άτοπο να τελούν υπό τιμαριθμική ρήτρα ξένου νομίσματος οι οφειλές αποζημίωσης από αδίκημα όταν ο δικαιούχος είναι αλλοδαπός ή κατοικεί στην αλλοδαπή ή όταν για οποιονδήποτε λόγο επισκεύασε στο εξωτερικό τη βλάβη ή εκεί έχασε το κέρδος που θα αποκόμιζε, ενώ τέτοια ειδική μεταχείριση, εξ αιτίας των συγκυριακών αυτών περιστάσεων, δεν δικαιολογείται.
Η φύση δε του χρέους ως κομίσιμου (ΑΚ 321) δεν ασκεί επιρροή, διότι ο τόπος παροχής προϋποθέτει την παροχή, δεν την προσδιορίζει. Το τι οφείλεται αποτελεί το πρότερο, ενώ το πού οφείλεται το λογικά ύστερο. Εξάλλου σε περίπτωση που ο ζημιωθείς είναι αλλοδαπός και αποκατέστησε τη ζημία του στην αλλοδαπή, δαπανώντας ξένο νόμισμα, ή απώλεσε εκεί κέρδη σε ξένο νόμισμα, η τυχόν βλάβη του από την έναντι του νομίσματος αυτού υποτίμηση της δραχμής, μέχρι να του καταβληθεί η αποζημίωση, αντισταθμίζεται από το δικαίωμα που έχει να ζητήσει, με εξώδικη όχλησή του, από τον υπόχρεο, ευθύς μόλις γίνει η δαπάνη ή επέλθει η απώλεια των κερδών, την καταβολή, οπότε οφείλεται ο από το ελληνικό δίκαιο τόκος υπερημερίας, το ποσοστό του οποίου ο νομοθέτης προσδιορίζει, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη του και το ύψος του πληθωρισμού, άρα και την υποτίμηση της δραχμής έναντι ξένων, πλέον σταθερών νομισμάτων (Ολ.ΑΠ 9/1995, Ολ.ΑΠ 15/1996, Ολ.ΑΠ 14/1997).
Ο ενάγων Γ. Σ., όπως αναφέρθηκε και παραπάνω τραυματίστηκε υποστάς κάταγμα βραχιονίου οστού δεξιού με συνοδό πάρεση κερκιδικού νεύρου και μερική διατομή κερκιδικού νεύρου. Μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Κέντρο Υγείας … όπου αρνήθηκε να υποβληθεί σε πλήρη κλινικό έλεγχο, όπως αρνήθηκε και τη διακομιδή του στο Γενικό Νοσοκομείο …. [βλ.
την από 27-9-2001 ιατρική βεβαίωση του Κ.Υ. …]. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε αεροπορικώς στην … και υποβλήθηκε στην …., όπου παρέμεινε επί διήμερο [έως 22-9-2001], σε εγχείρηση οστεοσύνθεσης με ανθρώπινο μόσχευμα και σε μικροχειρουργική συρραφή νεύρων. Επέστρεψε στην ... όπου νοσηλεύθηκε από 24-9-2001 μέχρι 2-10-2001 στο Νοσοκομείο ...
και στη συνέχεια υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία, ειδική θεραπεία σε κέντρο εργοθεραπείας. Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη σε μετάφραση, από 12-10-2001, διάγνωση του πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ..., "ο ενάγων υπέστη, κατά το ένδικο ατύχημα, τις παραπάνω αναφερόμενες κακώσεις οι οποίες αντιμετωπίστηκαν στην ..., ενώ υπήρξε ένας σημαντικός, επίσης ψυχολογικός τραυματισμός και ένα σύνδρομο πόνου που δεν μπορούσε να παραμεληθεί.
Στις 10-10-2001 έγινε μία πλήρης κλινική και ηλεκτρομυογραφική εξέταση του ασθενούς και διαπιστώθηκε ότι είχε επίσης επηρεαστεί και η μακρά κεφαλή του τρικέφαλου, αλλά ότι ο βραχιοκερκιδικός μυς δεν παρουσιάζει καμία αυθόρμητη δραστηριότητα.
Από την εξέτασή του διαπιστώθηκε ότι οι πόνοι διατηρούνται εντός κάποιων ορίων. Η άρθρωση του ώμου κινείται σε μεγάλο βαθμό ελεύθερα. Ο άξονας του βραχιονίου είναι σωστά προσανατολισμένος, δεν υπάρχει κανένα σφάλμα περιστροφής, η περιοχή του κατάγματος είναι κλινικώς σταθερή, οι τελευταίες ακτινογραφίες της 10-10-2001 δείχνουν αμετάβλητες σχέσεις τοποθέτησης και θέσεις των μοσχευμάτων.
Η άρθρωση του αγκώνα δείχνει απώλεια έκτασης 15", κινείται κατά τα λοιπά ελεύθερα. Καλή δύναμη τρικέφαλου Μ4 του 30%, χωρίς ευθεία ένδειξη απονεύρωσης. Στον βραχιοκερκιδικό ελάχιστη συστολή μυός ψηλαφίσιμη, κατά τα λοιπά πλήρης υψηλή αισθησιοκινιτική ακτινική πάρεση χωρίς δευτερεύουσες συστολές. Φαινόμενο Tinel στο ύψος του τραύματος.
Το ιστορικό, η περιγραφή των προεγχειρητικών ευρημάτων, η νευρολογική εικόνα και η μέχρι τώρα ηλεκτρονευρογραφία δείχνουν ότι ο ασθενής υπέστη μία μεικτή θλάση του ακτινικού νεύρου, η οποία πιθανόν κατά μεγάλο μέρος πρέπει να θεωρηθεί ως θλάση Sanderland δεύτερου ως τρίτου βαθμού". Από το παραπάνω έγγραφο και από το σύνολο των αποδείξεων αποδεικνύεται ότι ο παραπάνω τραυματισμός του ενάγοντος δεν του προκάλεσε οποιασδήποτε μορφής αναπηρία ή παραμόρφωση, η οποία να επηρεάζει το επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον ως γιατρού - αναισθησιολόγο, ενώ στην από 27-10-2004 ένορκη δημόσια βεβαίωση της κόρης του Κ.
Σ. αναφέρεται ότι η τελική κατάσταση από άποψη υγείας του πατέρα της έχει επιτευχθεί, ενώ χάρη στην καταπολέμηση του πόνου και στη δυνατή θέληση μπορεί να εργαστεί πάλι στο 100%. Συνακόλουθα, το αίτημα του εν λόγω ενάγοντος για επιδίκαση πρόσθετης ειδικής αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 του ΑΚ κρίνεται απορριπτέο, όπως έκρινε και η με αριθμ. 32179/2004 εκκαλουμένη απόφαση, για δε την συγκεκριμένη κρίση της δεν προβάλλεται λόγος έφεσης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω ενάγων Γ. Σ. ήταν βάσει του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Νόμου περί ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων της 20-3-1981 [UVG], ασφαλισμένος έναντι ατυχήματος στην ενάγουσα ... ασφαλιστική Εταιρία δεδομένου ότι εργάζονταν ως νοσοκομειακός γιατρός στο Νοσοκομείο ... AG, δυνάμει του με αριθμό ...21 ασφαλιστήριου συμβόλαιο [υποχρεωτική ασφάλιση ατυχήματος βάσει του παραπάνω Νόμου UVG], καθώς και του με αριθμό ...22 ασφαλιστήριου συμβολαίου [πρόσθετη ασφάλιση επί της υποχρεωτικής ασφάλισης βάσει του νόμου UVG], όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα, με επίκληση, από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, σε νόμιμη μετάφραση, επικυρωμένα αντίγραφα των ως άνω συμβολαίων, καθώς και της βεβαίωσης εργασίας του εργοδότη του ως άνω παθόντος περί υποχρεωτικής ασφάλισης του βάσει του παραπάνω Νόμου UVG που νόμιμα προσκομίζει η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία [βλ.
τις με αριθμ. 47/30-3-1999 και 394/5-9-2005 νομικές πληροφορίες του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου]. Όπως αποδεικνύεται δε η ως άνω ενάγουσα αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε σε τρίτους για λογαριασμό του ως άνω παθόντος, κάθε δαπάνη για νοσηλεία, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, φάρμακα και ορθοπεδικά υλικά, ειδικότερα δε κατέβαλε τα παρακάτω αναφερόμενα αναλυτικά ποσά, όπως προκύπτει από τα νόμιμα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την ενάγουσα εταιρία, σε νόμιμη μετάφραση, έγγραφα.
Ειδικότερα: Α] ΓΙΑ ΙΑΤΡΟΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΑ ΕΞΟΔΑ:
1] Στις 30-4-02 κατέβαλε στον γιατρό 'Dr. M., αμοιβή 300 ελβ. φράγκων, για εξέταση στις 25-4-2002, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 206,04 ευρώ. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία νόμιμα και παραδεκτά τρέπει την ποσότητα των αλλοδαπών νομισμάτων που κατέβαλε σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του χρόνου δαπάνης, όπως αναφέρεται και στη σχετική μείζονα σκέψη.
2] Στις 2-7-2002 κατέβαλε στον γιατρό Dr. M., αμοιβή 613,80 ελβ.φράγκων, για εξέταση στις 26-6-2002 που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 418,69 ευρώ [1 ευρώ - 1,466 ε.φ.].
3] Στις 18-3-2002 κατέβαλε στον γιατρό Dr. O. S. αμοιβή 123,76 ελβ. φράγκων, για εξέταση και παρακολούθηση στις 15-11-2001, 3-1-2002 και 25-2-2002, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 84,40 ευρώ [1 ευρώ = 1,4661 ε.φ].
4] Στις 27-8-2002 κατέβαλε στον γιατρό Dr. O. S., αμοιβή 126,25 ελβ. φράγκων, για εξέταση και παρακολούθηση στις 15-4-2002 και 17-6-2002, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 85,90 ευρώ [1 ευρώ = 1,4697 ε.φ.].
5] 5)Στις 27-11-2001 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ... το ποσό των 9,90 ελβ. φρ., για την λήψη ενός ιατρικού ιστορικού του ασφαλισμένου του, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 6,76 ευρώ (1 ευρώ = 1.4661 ε.φ].
6] Στις 29-11-2001 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ... το ποσό των 19,80 ελβ. φρ. για την λήψη ενός ιατρικού ιστορικού του ασφαλισμένου του, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 13,52 ευρώ [1 ευρώ = 1,4635 ε.φ.].
7] Στις 5-12-2001 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ..., το ποσό των 558,15 ελβ. φρ., για εξετάσεις μικροβιολογικές, ακτινογραφίες και ιατρική παρακολούθηση κατά τις ημέρες 22-9-2001 και 5-10-2001, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 378,48 ευρώ [1 ευρώ = 1,4747 ε.φ.].
8] Στις 17-1-2002 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ... το ποσό των 4.185 ελβ. φρ. για νοσηλεία από 24-9-2001 έως 2-10-2001 [9 ημέρες χ 465 ελβ. φρ. ανά ημέρα], που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 2.854,90 ευρώ.
9] Στις 17-1-2002 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ... το ποσό των 111,40 ε.φ., για ακτινογραφίες, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 75,99 ευρώ.
10] Στις 17-1-2002 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ... το ποσό των 14,85 ε.φ., για την λήψη ενός ιατρικού ιστορικού, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 10,13 ευρώ [1 ευρώ = 1,4659 ε.φ.].
11] Στις 21-2-2002 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ... το ποσό των 111,40 ε.φ. για ακτινογραφίες, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 75,45 ευρώ [1 ευρώ = 1,4763 ε.φ.].
12] Στις 26-3-2002 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ... το ποσό των 111,40 ε.φ. για ακτινογραφίες, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 76.53 ευρώ [1 ευρώ = 1, 4555 ε.φ.].
13) Στις 8-7-02 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ..., το ποσό των 9,90 ε.φ., για την λήψη ενός ιατρικού ιστορικού του ασφαλισμένου του, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 6,74 ευρώ (1 ευρώ = 1,4688 ε.φ.).
14) Στις 24-7-02 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ..., το ποσό των 111,40 ε.φ., για ακτινογραφίες της 15-4-02, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 77,09 ευρώ (1 ευρώ = 1,445 ε.φ.).
15) Στις 24-7-02 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ..., το ποσό των 111,40 ε.φ., για ακτινογραφίες της 17-6-02, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 77,09 ευρώ (1 ευρώ = 1,445 ε.φ.).
16) Στις 26-3-02 κατέβαλε το ποσό των 460,05 ε.φ., για φάρμακα, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 316,07 ευρώ (1 ευρώ = 1,4555 ε.φ.).
17) Στις 11-7-02 κατέβαλε το ποσό των 34,20 ΕΦ, για φάρμακα, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 23,30 ευρώ (1 ευρώ = 1,4673 ΕΦ).
18) στις 28-5-2003 κατέβαλε το ποσό των 162,55 ΕΦ για φάρμακα, που την ήμερα εκείνη αντιστοιχούσε σε 111,13 ευρώ (1 ευρώ = 1,4627 ΕΦ).
19) Στις 28-5-03 κατέβαλε το ποσό των 153,65 ΕΦ, για φάρμακα, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 105,04 ευρώ (1 ευρώ = 1,4627 ΕΦ).
20) Στις 21-12-01 κατέβαλε για μία ειδική θεραπεία στο Νοσοκομείο ..., η οποία έγινε στις 24-9-01, το ποσό των 446 ΕΦ, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 304,60 ευρώ (1 ευρώ = 1,4642 ΕΦ).
21) Στις 13-11-01 κατέβαλε στο Κέντρο ... για 9 συνεδρίες το ποσό των 420,80 ΕΦ, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 287,13 ευρώ (1 ευρώ = 1,4655 ΕΦ).
22) Στις 13-11-01 κατέβαλε σαν αμοιβή του νευρολόγου ιατρού Dr. A. για δύο ειδικές θεραπείες το ποσό των 1.052,60 ΕΦ, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 718,25 ευρώ (1 ευρώ = 1,4655 ΕΦ).
23) Στις 12-2-02 κατέβαλε σαν αμοιβή του νευρολόγου ιατρού Dr. A. για μία ειδική θεραπεία το ποσό των 413,30 ΕΦ, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 279,90 ευρώ (1 ευρώ = 1,4766 ΕΦ).
24) Στις 20-11-01 κατέβαλε στον φυσιοθεραπευτή C. R. το ποσό των 456 ΕΦ για 9 συνεδρίες φυσιοθεραπείας από 8.10.01 - 8.11.01, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 312,75 ευρώ (1 ευρώ = 1,4580 ΕΦ).
25) Στις 21-12-01 κατέβαλε στον φυσιοθεραπευτή C. R. το ποσό των 432 ΕΦ για 9 συνεδρίες φυσιοθεραπείας από 13.11.01 -19.12.01, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 295,04 ευρώ (1 ευρώ = 1,4642 ΕΦ).
27) Στις 15-7-2002 κατέβαλε στον φυσιοθεραπευτή C. R. το ποσό των 336 ε.φ., για 7 συνεδρίες φυσιοθεραπείας από 21-2-2002 έως 28-3-2002, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 228,66 ευρώ [1 ευρώ = 1,4694 ε.φ.].
28] Στις 17-12-2001 κατέβαλε για νοσηλευτικά έξοδα στην Ελλάδα το ποσό των 6.011,95 ε.φ., που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 4.069,82 ευρώ [1 ευρώ = 1.472 ε.φ.]. Ο ασφαλισμένος της παραπάνω ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, όπως προαναφέρθηκε, νοσηλεύτηκε στην ... από 20-9-2001 έως 22-9-2001, υποβλήθηκε δε σε χειρουργική επέμβαση με γενική αναισθησία για οστεοσύνθεση και τοποθέτηση ανθρώπινου μοσχεύματος, για την οποία εκδόθηκαν τα εξής παραστατικά: Το με αριθμ. ...73/26-9-01 τιμολόγιο της ... για ποσό 3.916.745 δρχ., το με αριθμ. ….89/21-9-01 τιμολόγιο της ... ΑΕ για ποσό 1.063.800 δρχ., το με αριθμ. ….11/21-9-01 τιμολόγιο του Π. Κ. για ποσό 32.430 δρχ., το με αριθμ. …56/21-9-01 της ... ΑΕ για ποσό 59.724 δρχ., το με αριθμ. ...5/22-9-01 τιμολόγιο της ... ΟΕ για ποσό 44.280 δρχ. Βάσει των παραπάνω τιμολογίων το συνολικό κόστος της νοσηλείας του ασφαλισμένου της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας στην Ελλάδα ανήλθε στο ποσό των 5.116.979 δρχ., πλην όμως κρίθηκε λίαν υπερβολικό και για το λόγο αυτό εκταμιεύθηκε για τα νοσοκομειακά και ιατροφαρμακευτικά έξοδα του ασφαλισμένου της στην Ελλάδα το συνολικό ποσό των 4,069,82 ευρώ. 29] Στις 21-12-2001 κατέβαλε για μία εξέταση του ασφαλισμένου της στην Ορθοπεδική Πολυκλινική του Πανεπιστημίου της ... το ποσό των 14,85 ε.φ., που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 14,85 ευρώ [1 ευρώ = 1,4642 ε.φ.).
30] Στις 5-3-2002 κατέβαλε για μία εξέταση του ασφαλισμένου της στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο …. το ποσό των 198,40 ε.φ. και για μία ημερήσια νοσηλεία στο Νοσοκομείο ... στις 9-11-2001 (κατά την οποία πραγματοποιήθηκε μία χειρουργική επέμβαση) το ποσό των 1.117,40 ε.φ. και συνολικά το ποσό των 1.315,80 ε.φ., που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε στο ποσό των 891,10 ευρώ [1 ευρώ = 1, 4766 ε.φ.].
31] Στις 18-3-02 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ... το ποσό των 9,90 ε.φ. για τη λήψη ενός ιατρικού ιστορικού του ασφαλισμενου της, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 6,75 ευρώ [1 ευρώ = 1, 4661 ε.φ.].
32] Στις 25-7-2003 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ... το ποσό των 794,40 ε.φ., για ακτινογραφίες και εργαστηριακές εξετάσεις της 26-5-2003, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 531,37 ευρώ [1 ευρώ = 1,4950 ε.φ.].
33] Στις 8-4-2002 κατέβαλε στο Νοσοκομείο ... το ποσό των 13.811,00 ε.φ., για νοσηλεία και ιατροφαρμακευτικές παροχές ακτινογραφίες, που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 9.435,67 ευρώ [1 ευρώ = 1,4637 ε.φ.].
34] Στις 25-7-2003 κατέβαλε το συνολικό ποσό των 3.510,65 ε.φ., που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 2. 348,26 ευρώ [1 ευρώ = 1,4950 ε.φ.], για την επείγουσα αερομεταφορά του ασφαλισμένου της από την Ελβετία στην Ελλάδα. Το συνολικό κόστος της αερομεταφοράς ανήλθε στο ποσό των 7.021,35 ε.φ., όπως προκύπτει από το από 10-12-2002 τιμολόγιο του ..., το οποίο κάλυψε κατά ποσοστό 50%, δηλαδή επιβαρύνθηκε με το ποσό των 3.510,65 ε.φ. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, ο ασφαλισμένος της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, εξαιτίας του τραυματισμού του παρέμεινε ανίκανος για εργασία, κατά ποσοστό 100%, από 20-9-2001 έως 30-6-2002. Καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του για εργασία, ο ως άνω ασφαλισμένος της εν λόγω ενάγουσας δικαιούνταν βάσει νόμου από τη σύμβαση ασφάλισης που είχε με την ασφαλιστική εταιρία να λαμβάνει επίδομα ασθενείας.
Συνεπώς η ασφαλιστική του εταιρία για όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα που διήρκεσε η ανικανότητα του ασφαλισμένου της για εργασία κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά, ως επίδομα ασθενείας:
1] Στις 13-11-2001 κατέβαλε για επίδομα ασθενείας για το χρονικό διάστημα από 20-9-2001 έως 31-10-2001 το ποσό των 9.130 ε.φ. [39 ημέρες χ 234,08 ε.φ. ανά ημέρα], που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 6.229,95 ευρώ [1 ευρώ = 1,4655 ε.φ.],
2] στις 21-12-2001 κατέβαλε για επίδομα ασθενείας για το χρονικό διάστημα από 1-11-2001 έως 31-12-2001, το ποσό των 14.279 ε.φ. [61 ημέρες χ 234,08 ε.φ. ανά ημέρα], που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 9.752,08 ευρώ [1 ευρώ = 1,4642 ε.φ.],
3) στις 12-2-2002 κατέβαλε για επίδομα ασθενείας, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-1-2002 το ποσό των 7.257 ε.φ. [31 ημέρες χ 234,08 ε.φ. ανά ημέρα], που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 4,914,56 ευρώ [1 ευρώ = 1,4766 ε.φ.],
4] στις 8-4-2002 κατέβαλε για επίδομα ασθενείας, για το διάστημα από 1-2-2002 έως 31-3-2002 το ποσό των 13.811 ε.φ. [59 ημέρες χ 234,08 ε.φ. ανά ημέρα], που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 9.435.67 ευρώ [1 ευρώ = 1,4637 ε.φ.],
5) στις 30-4-2002 κατέβαλε για επίδομα ασθενείας για το χρονικό διάστημα από 1-4-2002 έως 15-4-2002, το ποσό των 3.512 ε.φ. [15 ημέρες χ 234,08 ε.φ. ανά ημέρα], που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 2.412,09 ευρώ [1 ευρώ = 1,4560 ε.φ.],
6] στίς 2-7-2002 κατέβαλε για επίδομα ασθενείας, για το χρονικό διάστημα από 16-4-2002 έως 30-6-2002 το ποσό των 17.791 ε.φ. [76 ημέρες χ 234,08 ε.φ. ανά ημέρα], που την ημέρα εκείνη αντιστοιχούσε σε 12.135,74 ευρώ [1 ευρώ = 1,4660 ε.φ.]. Επομένως, συνολικά κατέβαλε για την παραπάνω αιτία το ποσό των 65.780 ελβετικών φράγκων η (44.880,19) ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη σταθερή ισοτιμία των δύο νομισμάτων [όπως αποδεικνύεται από την νόμιμα προσκομιζόμενη και επικαλούμενη σε νόμιμη μετάφραση από 15-1- 2004 έγγραφη απόδειξη είσπραξης του ως άνω ποσού από ασφαλιστική εταιρία που συνέταξε και υπογράφει με επικυρωμένη την υπογραφή του από τον ...
συμβολαιογράφο U. B. ο ως άνω ασφαλισμένος παθών Γ. Σ.. Συνολικά δηλαδή η παραπάνω ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στον ασφαλισμένο σε αυτήν υποχρεωτικά βάσει του ελβετικού ομοσπονδιακού νόμου περί ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων ως παροχές για έξοδα θεραπείας και νοσηλείας σε τρίτους για λογαριασμό του παθόντος καθώς και στον ίδιο ως επίδομα ασθενείας το συνολικό ποσό των 69.895,50 ευρώ [25.015,31 + 44.880,19 ευρώ], κατά το οποίο ποσό υποκαθίσταται αυτή στα δικαιώματα του ασφαλισμένου της έναντι του τρίτου ζημιώσαντος σύμφωνα με το άρθρο 72 του Ομοσπονδιακού νόμου της 2 Απριλίου 1908 περί ασφαλιστικών συμβάσεων και άρθρα 41, 42, 43 και 51 του ελβετικού νόμου περί ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων της 20-3-1981 [UVG].
Το παραπάνω ποσό όμως πρέπει να μειωθεί κατά το προαναφερόμενο εκ 50% ποσοστό συνυπαιτιότητας του υπαίτιου οδηγού του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του Σ. Γ., τον οποίο ο τελευταίος είχε προστήσει στην οδήγηση του οχήματός του και να καθοριστεί στο ποσό των 34.947,75 ευρώ, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της από 22-9-2006 έφεσής τους, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, χωρεί η προβλεπόμενη υποκατάσταση του ελβετικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αφού αυτή προβλέπεται από αμφότερα τα δίκαια, δηλαδή τόσο το ελβετικό δίκαιο που διέπει την κοινωνική ασφάλιση όσο και από το ελληνικό ως το δίκαιο του τόπου που γεννήθηκε η αξίωση αποζημιώσεως.
Μετά από αυτά πρέπει, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά παραδοχή του ως άνω λόγου έφεσης που προαναφέρθηκε και τη διακράτηση της υπόθεσης για να δικαστεί κατ' ουσία να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν αλληλεγγύως και σε ολόκληρο ο καθένας στην ενάγουσα το ποσό των 34.947,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία συμψηφίζονται κατά τα λοιπά λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά κατά ένα μέρος την έφεση των Δ. Α. του Σ., Β. Μ. του Θ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑΖ", κατά της "...", η οποία στρέφεται κατά της με αριθμ. 3594/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Εξαφανίζει την παραπάνω απόφαση, ως προς τη διάταξή της που αφορά το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης από τους Δ. Α. του Σ., Β. Μ. του Θ. και την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΓΑΖ", στην "...".
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 17-9-2003 και με αριθμ. κατ. 33097/2013 αγωγή.
Δέχεται κατά ένα μέρος αυτή.
Υποχρεώνει τους εναγομένους Δ. Α. του Σ., Β. Μ. του Θ., και την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΓΑΖ" να καταβάλλουν σε ολόκληρο ο καθένας από αυτούς στην ενάγουσα αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." το ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα επτά ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (34.947,75), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Και
Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ