Supreme Court dismisses appeal for procedural non-appearance and lack of specific legal error citation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a lower court ruling due to her failure to appear in court and her failure to cite the specific substantive law provision violated. The court noted that the appellant did not present herself during the hearing nor declare her intention to remain absent, rendering the proceedings valid despite her absence. Furthermore, the court rejected the argument regarding the lack of evidence because the lower court had properly evaluated all submitted documents and witness testimonies, a fact-finding determination that is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242(2), 573(1), 576(2), 118(4), 561(1), 559(1a), 559(10a), 559(19), 559(20) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to appear without declaration, and the cassation request is unfounded if the specific substantive law provision violated is not clearly identified and the lower court's evaluation of evidence is not subject to review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 640 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 640/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018,με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Χ. Σ. Φ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Δημητριάδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων:1.Γ. Κ.-Μ. κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. νπδδ με την επωνυμία "... ΝΠΔΔ" ως καθολικού διαδόχου του "... ΝΠΔΔ" που εδρεύει στην πόλη της …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σοφούλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 4-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/8ΤΜ/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 162/2014 του Εφετείου Αιγαίου(Μεταβατική έδρα Σάμου). Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από την .../7-11-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σάμου Α. Σ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή δικασίμου (24-1-2018) και κλήση προς συζήτηση κατ’ αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς και αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά της εγγραφής της σ’ αυτό κατά την παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της, ως εάν και αυτή ήταν παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ.), που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που ήταν εφαρμοστέος είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς επίσης, εφ’ όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας του δικαίου πρέπει να αναφέρεται ειδικώς, να γίνεται δηλαδή παραπομπή σε συγκεκριμένη διάταξη συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου και όχι στο σύνολο των διατάξεων ενός νόμου. Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ.) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, θεμελιούμενη τόσον στον παράγωγο τρόπο, κληρονομική διαδοχή, όσον και στον πρωτότυπο, έκτακτη χρησικτησία, με τις σαφείς παραδοχές ότι το επίδικο βρίσκεται εντός της χερσαίας ζώνης του λιμένος Πυθαγόρειου της νήσου Σάμου, όπως τα όριά της εγκρίθηκαν με απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ως τέτοιο είναι κοινόχρηστο, ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας και συνεπώς ούτε οι δικαιοπάροχοί της ούτε η ίδια απέκτησαν την κυριότητά του.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης δια της παραλείψεως εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν.2971/2001 "σε συνδυασμό με τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας και περί δημοσίων κτημάτων", όπως ακριβώς διατυπώνεται στο αναιρετήριο, είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθ’ όσον δεν αναφέρονται σ’ αυτό, πλην της πρώτης, οι φερόμενες ως μη εφαρμοσθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, της πολεοδομικής νομοθεσίας και δημοσίων κτημάτων, οι οποίες σε συνδυασμό με την πρώτη, ήταν κατά την άποψη της αναιρεσείουσας εφαρμοστέες, επειδή συνέτρεχαν οι πραγματικές προς τούτο προϋποθέσεις.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την έλλειψη κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο, με συνέπεια την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, που δόθηκαν ενώπιον συμβολαιογράφου στα πλαίσια αυτής της δίκης, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) όπως βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι κατάληξε στην κρίση του για την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής.
Επομένως στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο της ουσίας δεν οδηγήθηκε χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 561 τταρ.1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθ’ όσον οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις, υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού, ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στη χερσαία ζώνη του προαναφερόμενου λιμένα και ως εκ τούτου δεν είναι δημόσιο κτήμα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012, παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσειβλήτου, που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2016 αίτηση της Κ. Φ., περί αναιρέσεως της 162/2014 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ