Legislator Case Law & Legislation
640/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lease transfer judgment, upholding lower court's finding of no joint liability.

Case Number 640/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Municipality's appeal against a First Instance Court ruling regarding a lease transfer dispute. The Municipality argued that the original tenant should not be liable for the new tenant's debts, citing a guarantee letter, but the Court found this reasoning contradictory and legally unfounded. The Court held that the lower court correctly applied civil code provisions on lease assignment and did not err in its assessment of facts or law, thus dismissing the appeal and ordering the Municipality to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361, 455 et seq., and 471 of the Civil Code; The transfer of a lease relationship to a third party requires the consent of the lessor and involves the combined assignment of rights and assumption of obligations, precluding the original tenant from being held jointly liable for the new tenant's debts absent specific statutory conditions.

Keywords

AI generated
lease transfer assignment of rights assumption of obligations joint liability civil code provisions appeal dismissal tenant liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 361, 455 et seq., and 471 of the Civil Code
Article 44 of Presidential Decree 34/1995
Article 12 of Presidential Decree 34/1995
Article 477 of the Civil Code
Article 72 paragraphs 1 letters ig and ie of Law 3852/2010
Article 276 paragraph 1 and Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006
Article 285 of Law 3852/2010
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 176, 183, 189 paragraph 1, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 letter e of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1177/2015
Supreme Court Case 1099/2015
Supreme Court Case 1245/2010
Supreme Court Case 561/2010
Supreme Court Case 1400/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 640 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 640/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ηλιόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ν. του Γ. και 2) Γ. Σ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παριανό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 400/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 22-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως και για την πρόσληψη του πληρεξούσιου δικηγόρου του ο αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος … Λακωνίας προσκομίζει, κατ’ άρθρ. 72 παρ. 1 εδάφ. ιγ και ιε, αντίστοιχα, του ν. 3852/2010, την 442/8-12-2015 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του και το .../15-12-2015 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Σπάρτης Σταυρούλας Παρασκευοπούλου - Ευαγγελάκου (ΑΠ 537/2014, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 1472/2009).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του ΑΚ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995, εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρο 12 του ίδιου π.δ. 34/1995 περιπτώσεων, γίνεται μόνο με το συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους, ύστερα από συναίνεση του εκμισθωτή.

Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή (ΑΠ 1177/2015, ΑΠ 1099/2015, ΑΠ 1245/2010, ΑΠ 561/ 2010, βλ., πάντως, και ΑΠ 1400/2008, κατά την οποία η μεταβίβαση όλης της ενοχικής σχέσης μπορεί να γίνει και στο σύνολο με κατάρτιση τριπρόσωπης ιδιόρρυθμης σύμβασης, στην οποία συμμετέχουν οι συμβαλλόμενοι της αναλαμβανόμενης σύμβασης και ο τρίτος που την αναλαμβάνει).

Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς τον δεύτερο της μισθωτικής σχέσης, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο μισθωτή στη σχέση αυτή και, συνεπώς, ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από τη μίσθωση έναντι του εκμισθωτή. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι βασικό αποτέλεσμα της μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης είναι ότι επέρχεται ειδική διαδοχή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής.

Ο μισθωτής αποξενώνεται από τη μίσθωση και στη θέση του υπεισέρχεται ο τρίτος. Επομένως, κύριο χαρακτηριστικό της μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης είναι η αλλοίωση υποκειμενικώς αυτής, η οποία εξακολουθεί πλέον να λειτουργεί με μισθωτή τον τρίτο, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε η σχέση (ΑΠ 1957/2006). Δεν απαγορεύεται, όμως, από το νόμο να συμφωνηθεί μεταξύ του εκμισθωτή και του μισθωτή ότι ο τελευταίος και μετά τη μεταβίβαση θα ευθύνεται εις ολόκληρον με τον τρίτο (νέο μισθωτή) για όλες ή μερικές από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη μισθωτική σύμβαση, κατ’ άρθρ. 361 και 477 ΑΚ (ΑΠ 133/1992).

Ως προς τις τυχόν προσωπικές ή εμπράγματες ασφάλειες που έχουν παρασχεθεί στο πλαίσιο της μισθωτικής σχέσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 458 και 475 ΑΚ, σε περίπτωση μεταβίβασης ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης, αν η προσωπική ή η εμπράγματη ασφάλεια είχε δοθεί υπέρ του αρχικού συμβαλλομένου που εξέρχεται από την έννομη σχέση, δηλαδή ασφάλιζε υποχρέωση αυτού, στη φερεγγυότητα του οποίου (και, πάντως, στην εσωτερική σχέση που τους συνδέει) απέβλεψε εκείνος που έδωσε την ασφάλεια, η ισχύς της ασφάλειας υπέρ του εισερχομένου στη μισθωτική σχέση - νέου οφειλέτη προϋποθέτει συναίνεση του ασφαλειοδότη.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος, παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.

Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτιστεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον τούτο πραγματικά υπάρχει, ενώ μπορεί να αφορά και μελλοντικό χρέος. Ως τέτοιο νοείται, τόσο εκείνο το χρέος, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνο το οποίο ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχουν κατά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιοριστεί κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.

Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ 481) και ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ’ επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη, με βάση τη μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 1177/2015, ΑΠ 1099/2015, ΑΠ 1245/2010, ΑΠ 306/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 847 ΑΚ, εγγύηση είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή, ενώ, κατά το άρθρο 849 του ίδιου Κώδικα, η εγγύηση είναι άκυρη, αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Η έλλειψη του εγγράφου καλύπτεται, εφόσον ο εγγυητής εκπληρώσει την οφειλή.

Ο απαιτούμενος από το νόμο έγγραφος τύπος απαιτείται για τη δήλωση βούλησης του εγγυητή και έχει συστατικό χαρακτήρα, αν όμως παραλειφθεί, τότε η δήλωση αυτή είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 159 και 180 ΑΚ). Η σύμβαση εγγύησης, συναπτόμενη μεταξύ εγγυητή και δανειστή, διαφέρει από τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εγγυηθεί το υφιστάμενο ή μελλοντικό χρέος του οφειλέτη.

Η σύμβαση αυτή, που είναι ανεξάρτητη από την κύρια σύμβαση της εγγύησης, δεν υπόκειται στον έγγραφο συστατικό τύπο, δημιουργεί ενοχικό δεσμό μόνο μεταξύ του τρίτου και του οφειλέτη και, σε περίπτωση άρνησης του τρίτου να προβεί στην εγγύηση που υποσχέθηκε, υπέχει υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας του οφειλέτη.

Επίσης, η εγγύηση διαφέρει από την προαναφερόμενη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους του άρθρου 477 ΑΚ, διότι η πρώτη αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση, με την οποία ο εγγυητής υπόσχεται την εκπλήρωση αλλότριου χρέους, αν τούτο δεν πράξει ο πρωτοφειλέτης, και για την κατάρτισή της απαιτείται, ως συστατικός τύπος, η έγγραφη δήλωση του εγγυητή, ενώ ο σωρευτικά αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος, ενεργώντας και ευθυνόμενος αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως, ενέχεται εις ολόκληρον προς το δανειστή, μαζί με τον οφειλέτη, προς εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου και διαπλάσσεται, έτσι, αυτομάτως παθητική εις ολόκληρον ενοχή και των δύο απέναντι στο δανειστή (ΑΠ 1850/2009, ΑΠ 1791/2007).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/ 2016, ΑΠ 168/2015).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 1620/2005).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου δέχθηκε, ανέλεγκτα, με την προσβαλλόμενη 400/2015 απόφασή του που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 10-10-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, ο καθ’ ου η ανακοπή Δήμος … εκμίσθωσε στον πρώτο ανακόπτοντα Π.

Ν., κατόπιν σχετικής δημοπρασίας, το ισόγειο του επί της κεντρικής πλατείας της πόλεως της … δημοτικού καταστήματος, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει σαν καφεζαχαροπλαστείο -αναψυκτήριο - καφέ μπαρ πολυτελείας, με διάρκεια της μισθώσεως δωδεκαετή και αρχικό μίσθωμα 800.000 δραχμών μηνιαίως, με αναπροσαρμογή 5% ανά διετία.

Ο μισθωτής κατέθεσε την υπ’ αριθ. ...2001 εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Εργασίας ΑΕ, ποσού 8.000.000 δρχ., ως εγγύηση καλής εκτέλεσης και εκπλήρωσης των όρων της μισθώσεως. Ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος, ο δεύτερος ανακόπτων Γ. Σ. εγγυήθηκε την εφαρμογή των όρων της μισθωτικής σύμβασης και κατέστη αλληλέγγυος και εις ολόκληρον υπεύθυνος με τον μισθωτή για την εκπλήρωση των όρων αυτών.

Ακολούθως ο μισθωτής ζήτησε από τον εκμισθωτή να επιτραπεί η παραχώρηση της μισθωτικής σχέσης στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " ... ΑΕ", της οποίας ο ίδιος ήταν μέτοχος και ο εκμισθωτής αποδέχτηκε την πρόταση. Εν συνεχεία, με το από 27.12.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, οι συμβαλλόμενοι, αφενός ο Δήμος … και αφετέρου η εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕ", "συνομολογούντες, επιβεβαιώνοντες και συναποδεχόμενοι ούτως ή άλλως το ανωτέρω από 10 Οκτωβρίου 2001 αρχικό συμφωνητικό μισθώσεως, το οποίο προσαρτούν εις το παρόν προκειμένου να αποτελέσει ένα ενιαίο όλον μετ’ αυτού, καθ’ όσον όλοι οι όροι τούτου (προσαρτώμενου) θα ισχύουν εφ’ εξής και δια την παρούσαν μισθώτρια εταιρεία, συμφωνούν ειδικώς ότι:

από σήμερον και μετά την νομότυπον υπογραφή του εγγράφου τούτου υπεισέρχεται εις την θέση του αρχικού μισθωτού, ευθυνόμενου από κοινού μετ’ αυτής δια την τήρησιν των όρων, αμφοτέρων των συμφωνητικών, δι’ αυτό και μη απαιτουμένης αντικαταστάσεως της από 9 Οκτωβρίου εγγυητικής επιστολής, η νέα μισθώτρια και ενταύθα συμβαλλόμενη εταιρεία, όπως νομίμως εκπροσωπείται και υπό τον δ.τ. " ...", η οποία συνεχίζει την αρχικήν μίσθωσιν δι’ αυτήν και υπό τα διαγραφόμενα και προβλεπόμενα εις την μίσθωσιν εκείνην και εις το παρόν δικαιώματα και υποχρεώσεις διατηρούσα το δικαίωμα όπως εντός ευλόγου χρόνου αντικαταστήσει την εγγυητικήν επιστολήν δια νέας τοιαύτης και απαλλάξει της εγγυήσεως τον αρχικόν μισθωτήν".

Την 7.2.2002 ο διευθύνων σύμβουλος της μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας παρέδωσε στο Δήμο … την υπό στοιχεία .../6-2-2002 εγγυητική επιστολή υπέρ της εταιρείας " ... ΑΕ" της ALPHA BANK Σπάρτης μέχρι του ποσού των 23.477,62 ευρώ για την καλή εκτέλεση των όρων της σύμβασης για την εκμίσθωση του καταστήματος στην κεντρική πλατεία και ζήτησε την επιστροφή προς ακύρωση της εγγυητικής επιστολής του αρχικού μισθωτή Π.

Ν.. Ήδη ο καθ’ ου η ανακοπή εκμισθωτής, λόγω μη καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων, από Ιούλιο 2011 έως Απρίλιο 2013, με βάση τα από 10.10.2001 και 27.12.2001 ιδιωτικά συμφωνητικά, πέτυχε την έκδοση της υπ’ αριθ. 85/2013 διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οποία εκδόθηκε εναντίον τόσο της ως άνω εταιρίας, όσο και των ανακοπτόντων.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι κακώς απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος της ανακοπής τους με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής, επικαλούμενοι ότι η μισθωτική σχέση έχει μεταβιβασθεί πλέον στην ως άνω εταιρία και οι ίδιοι δεν ευθύνονται για την τήρηση των όρων της σύμβασης και, κατ’ ακολουθίαν, για την πληρωμή των μισθωμάτων.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, καθώς, όπως προελέχθη, με το από 27.12.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, στη θέση του αρχικού μισθωτή (πρώτου ανακόπτοντα) υπεισήλθε η εταιρεία με την επωνυμία " ... ΑΕ", η οποία ως νέα μισθώτρια συνεχίζει τη μίσθωση. Στο εν λόγω συμφωνητικό δεν συνεβλήθη ο αρχικός μισθωτής ώστε να καταστεί αλληλέγγυος και εις ολόκληρον υπεύθυνος με τη νέα μισθώτρια για την πληρωμή των μισθωμάτων.

Επίσης ο δεύτερος ανακόπτων δεν ευθύνεται για την καταβολή των μισθωμάτων εκ μέρους της νέας μισθώτριας, καθώς ο ίδιος είχε εγγυηθεί για την καταβολή των μισθωμάτων εκ μέρους του αρχικού μισθωτή (Π. Ν.) ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος στο από 10.10.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ δεν εγγυήθηκε για την τήρηση των όρων της νέας μίσθωσης εκ μέρους της νέας μισθώτριας.

Επομένως, οι ανακόπτοντες δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 14-7-2014 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 135/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης που είχε κρίνει διαφορετικά, την εξαφάνισε και, δικάζοντας, κατ’ ουσίαν, επί της από 2-5-2013 ανακοπής τους, την έκανε δεκτή και ακύρωσε, ως προς αυτούς, την ανακοπτόμενη 85/2013 διαταγή απόδοσης χρήσης μίσθιου ακινήτου και καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.

Ήδη, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, την, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, καθόσον η προσάρτηση στο έγγραφο της νέας μίσθωσης του προηγούμενου μισθωτηρίου (που αποτελούν πλέον ενιαίο σύνολο) καθιστά τους αναιρεσιβλήτους (αρχικό μισθωτή και εγγυητή του) "αλληλεγγύους και εις ολόκληρον υπεύθυνους με τη νέα μισθώτρια στην καταβολή των μηνιαίων μισθωμάτων".

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 5-5-2015 προτάσεων του αναιρεσείοντος, δεν προβλήθηκε απ’ αυτόν τέτοιος ισχυρισμός, δηλαδή για το ότι οι αναιρεσίβλητοι ευθύνονται δυνάμει σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, σύμφωνα με το άρθρο 477 ΑΚ, όπως απαιτείται, κατ’ άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού.

Εν πάση, όμως, περιπτώσει, κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του άρθρου 477 (αλλά και 847 επ.) ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, διότι το εν λόγω δικαστήριο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι η ευθύνη της νέας μισθώτριας " ... ΑΕ" για την καταβολή των οφειλόμενων απ’ αυτήν μισθωμάτων στηρίζεται στη μεταβίβαση, με τη σύμπραξη του εκμισθωτή, της όλης μισθωτικής σχέσης σ’ αυτήν και όχι εις ολόκληρον ενοχή της ίδιας με τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων (αρχικό μισθωτή) και, συνακόλουθα, με τον δεύτερο απ’ αυτούς (εγγυητή) για την καταβολή των οφειλόμενων αυτών μισθωμάτων δυνάμει σωρευτικής αναδοχής χρέους κατά τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, της οποίας δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής, δεδομένου ότι ο αρχικά συμβαλλόμενος πρώτος αναιρεσίβλητος -μισθωτής αποξενώθηκε από τη μισθωτική σχέση.

Εξάλλου, ούτε η προσάρτηση του αρχικού, από 10-10-2001, μισθωτηρίου στο νέο, από 27-12-2001, μισθωτήριο, χωρίς να έχει λάβει μέρος και υπογράψει το τελευταίο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 477 ΑΚ και δεν καταφάσκει την ύπαρξη υποχρέωσής του, με βάση τη διάταξη αυτή, προς πληρωμή των μισθωμάτων.

Αναφορικά με τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, που δεν συμβλήθηκε, ως εγγυητής, στο δεύτερο μισθωτήριο, η εγγύηση αυτού υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου - αρχικού μισθωτή που εξήλθε από τη μισθωτική σχέση δεν εξακολουθεί να ισχύει και υπέρ της νέας μισθώτριας, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Επισημαίνεται ότι ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ισχυρισμός για το ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ζήτησε εγγράφως, ως αρχικός μισθωτής, λίγες ημέρες μετά την κατάρτιση της πρώτης μίσθωσης, με τη .../17-12-2001 αίτησή του προς τον αναιρεσείοντα Δήμο, να του επιτραπεί η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης προς την πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία (στην οποία θα συμμετείχε και ο ίδιος ως κύριος μέτοχος κατά ποσοστό 77%), δηλώνοντας ρητά ότι θα εξακολουθεί, παράλληλα, να ευθύνεται, από κοινού, "για την τήρηση και την εγγύηση των όρων του αρχικού μισθωτηρίου, αλλά και του εν συνεχεία μισθωτηρίου και αυτό το αποδέχθηκε ο Δήμος...", είναι, κυρίως, απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ίδιων, από 5-5-2015, προτάσεων του αναιρεσείοντος, δεν προτάθηκε στο Εφετείο τέτοιος ισχυρισμός, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του παραπάνω Κώδικα.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Η διάταξη αυτή, κατά την ορθότερη άποψη, έχει εφαρμογή και στην παρούσα ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία εφαρμόζεται η εξαίρεση της αυξημένης ισχύος αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η, κατ’ άρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία (ΑΠ 1258/ 2009).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής των αναιρεσιβλήτων δικαστική ομολογία του πρώτου απ’ αυτούς, αναφορικά με την "εγγυητική ευθύνη του", έναντι του αναιρεσείοντος, για την τήρηση των όρων της μίσθωσης από τη νέα μισθώτρια.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, κατ’ άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον, παρά όσα για το αντίθετο ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων (στην 7η σελίδα του), ο σχετικός ισχυρισμός που τον θεμελιώνει, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ίδιων πιο πάνω, από 5-5-2015, εφετειακών προτάσεων του τελευταίου, δεν προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της ίδιας παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από την επικαλούμενη επίμαχη περικοπή, κατά την οποία "...εγγυηθέντος εμού του α’ και μόνον έναντι του Δήμου δια την τήρηση των όρων της μίσθωσης εκ νέου υπό της νέας μισθώτριας εταιρείας...

προκειμένου να μη λυθεί η μίσθωση κατά την ειδική ρήτρα του συμφωνητικού...", δεν συνάγεται δικαστική ομολογία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατ’ άρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού δεν αναφέρεται στην ύπαρξη εις ολόκληρον ευθύνης του, βάσει σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρ. 477 ΑΚ), με τη νέα μισθώτρια για την καταβολή των οφειλόμενων απ’ αυτήν μισθωμάτων.

Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 49/2015, ΑΠ 1047/2014).

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, επίσης, και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/ 2008).

Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των προαναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι λ.χ. τα πρακτικά της δίκης, κατά το μέρος τους που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις (ΑΠ 545/2014, ΑΠ 1412/ 2010). Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ’ αυτόν, 1) το περιεχόμενο των δύο μισθωτηρίων, αναγιγνώσκοντας μέρος μόνο καθενός απ’ αυτά, ενώ παραλείφθηκαν άλλες κρίσιμες περικοπές του κειμένου τους (όπως παρατίθενται αναλυτικά στο αναιρετήριο) που μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που έγινε δεκτό, ήτοι ότι ο αρχικός μισθωτής -πρώτος αναιρεσίβλητος, πράγματι, ευθύνεται, εις ολόκληρον, με τη νέα μισθώτρια (που να σημειωθεί εκπροσωπήθηκε, κατά την κατάρτιση του δεύτερου μισθωτηρίου, από τον νόμιμο εκπρόσωπό της - διευθύνοντα σύμβουλο - δεύτερο των αναιρεσιβλήτων) για την τήρηση των όρων και της νέας μίσθωσης, άρα και για την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων και 2) το περιεχόμενο της χωρίς όρκο εξέτασης του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη 135/2014 απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.

Ο λόγος αυτός, 1) κατά μεν το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι από το γεγονός ότι στην πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρονται και οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα περικοπές (που πράγματι περιλαμβάνονται στα δύο αυτά έγγραφα) δεν σημαίνει ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει όλο το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να τα λάβει συνολικά υπόψη του, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι επίμαχες περικοπές που παραλείφθηκαν δεν ήταν κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος και 2) κατά δε το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, εφόσον τα παραπάνω πρακτικά που περιέχουν την εν λόγω εξέταση είναι διαδικαστικό έγγραφο της παρούσας δίκης και δεν αποτελούν "έγγραφο" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει τον οικείο λόγο αναιρέσεως.

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα εν λόγω έγγραφα που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται σε αυτή (ένορκη βεβαίωση, έγγραφα), έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικτικό πόρισμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Ήδη, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι αυτή έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα της ευθύνης ή όχι του πρώτου αναιρεσιβλήτου που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η απόφαση, ενώ δέχεται ότι το πρώτο μισθωτήριο προσαρτήθηκε στο δεύτερο, προκειμένου να αποτελέσει "ένα ενιαίο όλον μετ’ αυτού", καθόσον όλοι οι όροι του πρώτου μισθωτηρίου θα ισχύουν εφεξής και για τη νέα μισθώτρια με παράλληλη, από κοινού, ευθύνη και του αρχικού μισθωτή - πρώτου αναιρεσιβλήτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος, εφόσον δεν έχει συμβληθεί στο δεύτερο μισθωτήριο, δεν κατέστη εις ολόκληρον υπεύθυνος με τη νέα μισθώτρια για την πληρωμή των μισθωμάτων, χωρίς 1) να αιτιολογεί επαρκώς ποία η νομική συνέπεια του γεγονότος ότι το αρχικό μισθωτήριο συμφωνητικό αποτελεί ενιαίο σύνολο με το νέο μισθωτήριο, 2) να αναφέρει και να αιτιολογεί για ποίο λόγο η πρόταση του πρώτου αναιρεσιβλήτου - αρχικού μισθωτή προς τον εκμισθωτή -αναιρεσείοντα να παραχωρήσει τη μισθωτική σχέση στην ανώνυμη εταιρεία " ...

ΑΕ", της οποίας ήταν κύριος μέτοχος, αναλαμβάνοντας την "εγγύηση" της νέας μίσθωσης από κοινού με τη νέα μισθώτρια, όπως ανέφερε στην έγγραφη πρότασή του προς τον αναιρεσείοντα (που έγινε δεκτή με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του τελευταίου), δεν δημιουργεί δέσμευσή του βάσει σωρευτικής αναδοχής χρέους, ανεξάρτητα αν αυτός υπέγραψε το νέο μισθωτήριο, στο οποίο, πάντως, προσαρτήθηκε το αρχικό και 3) α) να αιτιολογεί πώς το γεγονός ότι "δεν απαιτείται η αντικατάσταση της από 9 Οκτωβρίου 2001 εγγυητικής επιστολής" συνάδει προς τη μη δέσμευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου από τη νέα μίσθωση και β) να αναφέρει ποία είναι η νομική θέση του αρχικού μισθωτή απέναντι στη νέα μίσθωση, μολονότι η εγγυητική του επιστολή "καλύπτει" και τη νέα μίσθωση, με αποτέλεσμα να καθίσταται αντιφατική η αιτιολογία ότι αυτός δεν ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της νέας μισθώτριας.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εγγύηση διαφέρει από τη σωρευτική αναδοχή χρέους, για την οποία, όπως έχει προεκτεθεί, δεν προβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός από τον αναιρεσείοντα, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην πιο πάνω διάταξη, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο παρών λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αλλά διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όπως αυτές παρατέθηκαν στη δεύτερη σκέψη της παρούσας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ότι ορθά εφαρμόστηκαν οι, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 361, 455 επ.

και 471 επ. του ΑΚ (τις οποίες δεν παραβίασε, ούτε εκ πλαγίου), για τη μεταβίβαση της ενοχικής - μισθωτικής σχέσης, χωρίς να δεχθεί εις ολόκληρον ενοχή του πρώτου αναιρεσιβλήτου για την καταβολή των οφειλόμενων από τη νέα μισθώτρια μισθωμάτων δυνάμει σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, κατά τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, της οποίας, κατά τις προαναφερόμενες, ανέλεγκτες αναιρετικά, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, με συνέπεια να μην είναι αναγκαίο να παραθέσει, επιπλέον, και τα πιο πάνω στοιχεία.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατ’ άρθρ. 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με άρθρ. 285 ν. 3852/2010 και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, παρά την απόρριψη της αναίρεσης, πρέπει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που έχει καταθέσει, επειδή αυτός, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006, δεν είχε υποχρέωση να το καταβάλει (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1η-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση του Δήμου … για αναίρεση της 400/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Και

Διατάζει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ