Legislator Case Law & Legislation
640/2009 AI generated

Supreme Court annuls lower court judgment on pension arrears and orders repayment to employees.

Case Number 640/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the second instance judgment regarding pension arrears owed to employees by the National Bank of Greece. The court found that the lower court failed to order the defendants to repay the disputed amounts plus interest, despite the plaintiffs providing evidence of payments made to them. Consequently, the Supreme Court ordered the defendants to return the specific sums paid to each employee along with legal interest and covered the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8, 2112, 3198/1955; Where a lower court judgment fails to order the repayment of pension arrears to employees who have fulfilled the statutory conditions, the Supreme Court must annul the judgment and order the defendants to return the amounts paid to the employees with interest.

Keywords

AI generated
pension arrears employee rights annulment of judgment repayment of sums legal interest National Bank of Greece labor law

Cited Legislation

AI generated
Article 8 of Law 3198/1955
Article 2112
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 640 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 640/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Της εδρεύουσας στην Αθήνα, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α. Ε. " όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Λένη και Ελένη Ευθυμίου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της X1 κατοίκου του .... 2. του X2 κατοίκου ... 3. της X3 κατοίκου Αθηνών, 4. της X4 κατοίκου ... 5. της X5 κατοίκου ... 6. της X6 κατοίκου του ... και 7. του X7 του ... κατοίκου .... και .... κατοίκου ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πετρόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2003 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 638/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6117/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-2-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 22. 12. 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου των λόγων της αίτησης αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου, το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή του Β.

Δ. της 16/18-7-1920 οριζόμενης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζόμενης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Περαιτέρω, κατά το εδάφιο β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, για τη χορήγηση συντάξεως, αν συμπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν ή να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη.

Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 435/1976 "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος". Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (αρθρ. 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ.

α' του παραπάνω άρθρου 8 του ν. 3198/1955, το οποίο, όπως και το ανωτέρω άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων. Ενόψει αυτών και του άρθρου 361 του ΑΚ, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη αυτής συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού, συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σύμβασης με ευνοϊκότερους -ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης- όρους σε σχέση με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του νόμου 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς -πέρα από την αποζημίωση που συμφωνήθηκε- και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, ενώ, αν η τελευταία είναι μικρότερη και καταβλήθηκε, ο μισθωτός δικαιούται, με την επιφύλαξη πάντοτε αντίθετης, ρητής ή σιωπηρώς συναγόμενης συμφωνίας, να αξιώσει τη διαφορά.

Εξάλλου, σύμβαση εργασίας συναπτόμενη με την προσχώρηση του μισθωτού σε κανονισμό που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση αυτού με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 Κανονισμού της Εργασίας της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής κατά τις διατάξεις του ν. 1876/1990 με την από 9-3-2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού αυτής, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθ. 5/12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου(άρθρο 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία επιφέρει τη λύση της σύμβασης χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, με καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, λόγω επιβολής της κατά το άρθρο 29 του Κανονισμού ποινής της οριστικής παύσης, αυτοδικαίως, λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα, σε κάθε δε περίπτωση με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του.

Οι όροι δε του με ισχύ νόμου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπομένη από τέτοιο κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας περιέχει και τους όρους του κανονισμού (ΟΛ. ΑΠ42/2002). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του άνω κανονισμού, ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία επιφέρει τη λύση της σύμβασης χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στη περίπτωση του του άρθρου 8 εδ.

α του ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντίωσης της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτηση του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της ΕΤΕ, δικαιούται την ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του..

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλοι αυτής, η πρώτη στις ..., ο δεύτερος στις ..., η τρίτη στις ..., η τέταρτη στις ..., η πέμπτη στις ...

η έκτη το ... και ο έβδομος στις ... και μέχρι το θέρος του 2002 είχαν εξελιχθεί οι πρώτοι τέσσερις στο βαθμό του Τμηματάρχη Β', η Πέμπτη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α', η έκτη στο βαθμό του Τμηματάρχη Β', και ο έβδομος στο βαθμό του Εισπράκτορα Α'. Στις 28-5-2002 καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ), με την οποία και με σκοπό να ανανεωθεί το προσωπικό της, παρασχέθηκε το δικαίωμα να ανανεωθεί το προσωπικό της, παρασχέθηκε το δικαίωμα σε όσους υπαλλήλους θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι και την 14-8-2002, να υποβάλουν δήλωση παραιτήσεως έως την 28-6-2002, η οποία θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από την αναιρεσείουσα.

Σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 2 όρο της συγκεκριμένης ΕΣΣΕ, ο παραιτούμενος υπάλληλος θα είχε το διαζευτικό δικαίωμα, κατ' εκλογήν του, είτε της λήψεως προαγωγής του στον αμέσως ανωτέρω βαθμό, εφόσον στις 1-7-2002 θα είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο πραγματικό ή πλασματικό χρόνο στον κατεχόμενο βαθμό, είτε αποζημίωση ίση με την διαφορά μεταξύ του ποσού που θα λάβει, αποχωρώντας, ως "εφάπαξ αποζημίωση" από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ και εκείνου που θα ελάμβανε αν δεν ίσχυε το προβλεπόμενο από τις σχετικές διατάξεις ανώτατο όριο της "εφάπαξ αποζημίωσης" που δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερη του ποσού των 14. 700 ευρώ.

Mε τον υπ' αριθμ. 5 όρο, ο υπάλληλος που θα αποχωρούσε κατ' εφαρμογήν της δεν θα δικαιούται άλλης, πέραν της επιλεγείσης μιας εκ των παροχών. Με εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης που εκδόθηκε στις 5-7-2002, οι όροι και οι ρυθμίσεις της άνω ΕΣΣΕ, επεκτάθηκαν και σε όσους υπαλλήλους θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31-12-2002.

Οι αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν εμπρόθεσμα δηλώσεις-αιτήσεις προς τον Διευθυντή Προσωπικού με τις οποίες ζήτησαν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία και να υπαχθούν στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της άνω ΕΣΣΕ, επέλεξαν δε την δεύτερη από τις προτεινόμενες παροχές, ήτοι τη λήψη της αποζημίωσης. Οι αιτήσεις τους έγιναν δεκτές από την αναιρεσείουσα και έτσι η εργασιακή τους σχέση με την τελευταία λύθηκε στις 14-8-2002.

Η αναιρεσείουσα κατέβαλε την προβλεπόμενη από τον όρο 2 της άνω ΕΣΣΕ, αποζημίωση στους αναιρεσίβλητους, ύψους 14. 700 ευρώ για κάθε ένα. Με την από 28-5-2002 ΕΣΣΕ, η αναιρεσείουσα απέβλεψε στην αποσυμφόρηση των θέσεων στους ανώτατους και ανώτερους κυρίως βαθμούς της ιεραρχίας της και στην ανανέωση του προσωπικού της, με προφανή την επιχειρησιακή της ωφέλεια και την καλύτερη λειτουργική της απόδοση.

Για το λόγο αυτό, οι αναφερόμενες στην ΕΣΣΕ οικονομικές ωφέλειες για τους υπάλληλους που θα αποχωρούσαν, συνομολογήθηκαν ως πρόσθετο κίνητρο, χωρίς να επηρεάζεται το δικαίωμα τους, ως προς τη λήψη αποζημίωσης, της πρόωρης αποχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας. Εξ άλλου, οι αναιρεσίβλητοι υπάλληλοι δεν θα είχαν συμφέρον να υπαχθούν στη ρύθμιση της συγκεκριμένης ΕΣΣΕ, αν προϋπόθεση της εφαρμογής της ήταν η παραίτηση τους από το δικαίωμα λήψεως της μειωμένης αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3. 198/1955, την οποία θα ελάμβαναν όταν θα επιθυμούσαν πρόωρα να αποχωρήσουν από την υπηρεσία, με μονομερή έγγραφη δήλωση.

Για το λόγο αυτό, η αναιρεσείουσα δεν έθεσε για την εφαρμογή της άνω ΕΣΣΕ ζήτημα παραίτησης των αποχωρούντων υπαλλήλων από το δικαίωμα τους στην πρόωρη οικειοθελή αποχώρηση , κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας και το άρθρο 8 του Ν. 3198/1955. Κατά το χρόνο αποχώρησης των αναιρεσιβλήτων από την υπηρεσία (14-8-2002), αυτοί πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις ώστε να λάβουν την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.

α του ν. 3198/1995, ήτοι είχαν συνεχή υπερδεκαπεντή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, μη συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου ηλικίας των 58 ετών, δεδηλωμένη συγκατάθεση της αναιρεσείουσας και την υποβολή σχετικής έγγραφης δήλωσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή για επιδίκαση της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ.

α του νόμου 3198/1955 (υπερβαίνουσας το ποσό των 14.700 ευρώ)- έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την αποζημίωση αυτή και μάλιστα χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του Α. Ν. 173/1967, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, και επιδίκασε σε κάθε αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα ποσά. Με την κρίση του αυτή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ.

α' του ν. 3198/1955 και 5 παρ. 3 του ν. 435/1976, καθώς και της από 28-5-2002 προαναφερόμενης ΕΣΣΕ, αφού οι αναιρεσίβλητοι, εφόσον δεν είχε συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν δικαιούνται να αξιώσουν αθροιστικώς, πέραν από την εφάπαξ αποζημίωση που συμφωνήθηκε και έλαβαν, και την από το άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση.

Η εφάπαξ αποζημίωση συμφωνήθηκε ως κίνητρο για την πρόωρη οικειοθελή αποχώρηση των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς απέκλειε τη σωρευτική λήψη και της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 που επιδικάσθηκε, όπως προεκτέθηκε, και στο προαναφερθέν ύψος, σε κάθε αναιρεσίβλητο, ως συνέπεια της επίσης πρόωρης οικειοθελούς αποχωρήσεώς τους.

Το μόνο δε δικαίωμα που έχουν αυτοί είναι να αξιώσουν τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α του ν. 3198/1955 που επιδικάσθηκε σ' εκείνους με την προσβαλλομένη και αυτής που καταβλήθηκε σε κάθε αναιρεσίβλητο, ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση αυτού, σε εκτέλεση της προαναφερθείσας ΕΣΣΕ.

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. , ως βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο , σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ. που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές απ' αυτούς που εξέδωσαν την ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, αφού αυτό είναι εφικτό.

Επειδή, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τις προτάσεις που κατέθεσε πριν από την παραμονή της συζήτησης της κρινομένης αναίρεσης (11-12-2008), ότι κατέβαλε εκουσίως σε κάθε ένα από τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έβδομο από τους αναιρεσίβλητους και σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, τα εξής ποσά: 1)στην πρώτη, X1 το ποσό των οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα εννέα Ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών(8. 869, 85), νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής(14-2-2003) μέχρι 18-12-2007, 2) στο δεύτερο, X2 το ποσό των εννέα χιλιάδων διακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδες Ευρώ και ογδόντα τέσσάρων λεπτών (9.229,84), νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003) μέχρι 23-6-2008, 3) στην τρίτη, X3 το ποσό των οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα τεσσάρων Ευρώ(8.934), νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003) μέχρι 22-1-2008, 4) στην τέταρτη, X4 το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων πενήντα τεσσάρων Ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών(9.354,89), νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003) μέχρι 29-8-2008, 5) στην πέμπτη X5 το ποσό των οκτώ χιλιάδων επτακοσίων σαράντα οκτώ Ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (8.748,54), νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003) μέχρι 29-10-2008, και 6) στον έβδομο Χ7, το ποσό των οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα εννέα Ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (8.869,85), νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003), μέχρι 18-12-2007, και ζητούν να διαταχθεί, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης, η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της άνω απόφασης και η καταβολή σε καθένα απ' αυτούς του ανωτέρω ποσού, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της απόφασης, που θα εκδοθεί.

Η αίτηση παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας, που όπως προαναφέρθηκε, κατατέθηκαν πριν από την παραμονή της συζήτησης της κρινομένης αναίρεσης, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τις προσκομιζόμενες δε με ημερομηνίες 18-12-2007, 23-6-2008, 22-1-2008, 29-8-2008, 29-10-2008 και 18-12-2007 εξοφλητικές αποδείξεις υπογραφόμενες, οι μεν πρώτη, τρίτη και έκτη, από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο, από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Αναστάσιο Πετρόπουλο, οι δε λοιπές από τους εισπράξαντες τα ως άνω ποσά αναιρεσιβλήτους, αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκαν σε καθένα από τους τελευταίους τα άνω ποσά, που επιδίκασε υπέρ αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να υποχρεωθούν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι ν' αποδώσουν στην αναιρεσείουσα, καθένας το ποσό που καταβλήθηκε σ' αυτόν, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την εξόφληση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 611/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης. Υποχρεώνει τους από τους αναιρεσίβλητους, X1 ,X2 , X3, X4 , X5 και Χ7 ν' αποδώσουν στην αναιρεσείουσα, η πρώτη το ποσό των οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα εννέα Ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (8.869,85), με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003) μέχρι 18-12-2007, ο δεύτερος το ποσό των εννέα χιλιάδων διακοσίων είκοσι εννέα Ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (9.229,84), με τους νομίμους τόκους από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003) μέχρι 23-6-2008, η τρίτη το ποσό των οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα τεσσάρων (8.934) Ευρώ, με τους νομίμους τόκους από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003) μέχρι 22-1-2008, η τέταρτη το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων πενήντα τεσσάρων Ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών (9.354,89), με τους νομίμους τόκους από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003) μέχρι 29-8-2008, η πέμπτη το ποσό των οκτώ χιλιάδων επτακοσίων σαράντα οκτώ Ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (8.748,54), με τους νομίμους τόκους από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003) μέχρι 29-10-2008, και ο τελευταίος το ποσό των οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα εννέα Ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (8.869,85), με τους νομίμους τόκους από την επίδοση της αγωγής (14-2-2003) μέχρι 18-12-2007, και κάθε ποσό από τα προαναφερθέντα, νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας απόφασης, μέχρι την εξόφλήση.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων (1. 500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ