Legislator Case Law & Legislation
640/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court properly considered all evidence including sworn statements.

Case Number 640/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued the appellate court failed to consider a specific sworn statement proving the defendants were joint employers, but the court found the lower court had explicitly addressed this evidence in its reasoning. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 38 para. 1 of Law 1892/1990; Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure: The appellate court's failure to consider evidence is a ground for cassation only if the evidence was legally presented and had a decisive impact on the case outcome, which is not established if the lower court explicitly states it has examined and weighed all submitted proofs.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural error evidence consideration joint employer liability sworn statement legal costs labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 38 para. 1 of Law 1892/1990
Art. 2 of Law 2639/1998
Art. 159 of the Civil Code
Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 640 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 640/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 4-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "........ Ο.Ε.", που εδρεύει στο ...... Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ......., για τον εαυτό του ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της παραπάνω εταιρείας, 3) ........, για τον εαυτό του ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της παραπάνω εταιρείας και 4) .......... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τουρή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2254/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 8544/2005 και 3319/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 9-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998, κατά τη σύσταση της συμβάσεως εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορεί με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση).

Η συμφωνία, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως απαιτείται κατά το νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η δε μη τήρηση αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σχετικής συμβάσεως.

Η εν λόγω ακυρότητα, η οποία, κατά το άρθρο 159 Α.Κ., είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της ελλείψεως του απαιτούμενου τύπου. Εξάλλου, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας με μερική απασχόληση.

Έτσι, εφαρμόζονται επ' αυτής οι κανόνες περί άκυρης συμβάσεως εργασίας και ο μισθωτός αποκτά αξιώσεις με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες, που προσφέρει ο μισθωτός κατά τις υπόλοιπες εργάσιμες ώρες ή και ημέρες της πλήρους απασχολήσεως, δεν γίνεται υπερήμερος και δεν οφείλει αποδοχές υπερημερίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η αναιρεσείουσα στις 31-5-2002 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από την πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία, καθώς και από τον τρίτο αναιρεσίβλητο ομόρρυθμο εταίρο αυτής, προκειμένου να εργασθεί ως τραγουδίστρια στο κέντρο διασκεδάσεως με το διακριτικό τίτλο "....", που βρίσκεται στο ......

Ευβοίας και εκμεταλλεύεται η εν λόγω εταιρία. Μετά την τροποποίηση του καταστατικού της τελευταίας στις 4-3-2002 ομόρρυθμα μέλη αυτής είναι πλέον ο τρίτος αναιρεσίβλητος και ο ......, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Έτσι, εργοδότες της αναιρεσείουσας τυγχάνουν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι κατά τη σύναψη της ως άνω συμβάσεως εργασίας υπήρξαν αντισυμβαλλόμενοι αυτής και χρησιμοποίησαν έκτοτε με αμοιβή την εργασία της.

Αντίθετα, οι δεύτερος και τέταρτος αναιρεσίβλητοι δεν είχαν καμιά ουσιαστική ανάμειξη στην εκμετάλλευση της επιχειρήσεως της εταιρίας αυτής, αλλ' ούτε και συμμετείχαν στην πρόσληψη της αναιρεσείουσας ή χρησιμοποίησαν με οποιοδήποτε τρόπο την εργασία της με αμοιβή και συνεπώς, δεν απέκτησαν την ιδιότητα του εργοδότη αυτής.

Επίσης, η αναιρεσείουσα δεν προέβη στην κατάρτιση συμφωνίας με τους αναιρεσιβλήτους και αντικείμενο την ευθύνη όλων αυτών εις ολόκληρο για τις τυχόν αξιώσεις της από την εργασιακή της σχέση. Έτσι, δεν υφίσταται σύνδεσμος προς την επίδικη έννομη σχέση των δευτέρου και τετάρτου αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους υπάρχει έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι το ωράριο της αναιρεσείουσας, κατά την ως άνω συμφωνία της, άρχιζε την 23.30 ώρα εκάστης εργάσιμης ημέρας και έληγε τη 04.00 ώρα της επομένης ημέρας, η δε απασχόληση αυτής κατά τα χρονικά διαστήματα από 31-5-2002 έως 15-7-2002 και από 1-9-2002 έως 30-9-2002 περιελάμβανε δύο ημέρες την εβδομάδα, ήτοι κάθε Παρασκευή και Σάββατο, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 16-7-2002 έως 31-8-2002 περιελάμβανε τρεις ημέρες την εβδομάδα, ήτοι κάθε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, το δε ημερομίσθιο αυτής, κατά την αυτή συμφωνία της, ανερχόταν στο ποσό των 277,20 ευρώ.

Η αναιρεσείουσα εργάσθηκε με την προαναφερόμενη ιδιότητά της μέχρι τις 30-6-2002, οπότε οι εργοδότες της πρώτη και τρίτος αναιρεσίβλητοι κατήγγειλαν την εργασιακή σχέση αυτής. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η ως άνω καταρτισθείσα προφορικώς σύμβαση εργασίας με μερική απασχόληση είναι άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος κατά το νόμο έγγραφος τύπος, αλλ' ούτε και έγινε γνωστοποίηση αυτής στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας.

Από την άκυρη αυτή σύμβαση μερικής απασχολήσεως γεννάται απλή σχέση εργασίας με μερική απασχόληση, που διήρκεσε μέχρι τις 30-6-2002, η δε αναιρεσείουσα μόνο με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού έχει αξιώσεις κατά των ως άνω εργοδοτών της, οι οποίοι αρνούμενοι να αποδεχθούν τις υπηρεσίες αυτής τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας, καθώς και μετά τις 30-6-2002, δεν κατέστησαν υπερήμεροι και δεν οφείλουν αποδοχές υπερημερίας.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο αφ' ενός μεν απέρριψε την ένδικη από 15-7-2002 αγωγή της αναιρεσείουσας, καθόσον αφορά τους δεύτερο και τέταρτο αναιρεσιβλήτους, ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφ' ετέρου δε δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή, καθόσον αφορά τους πρώτη και τρίτο αναιρεσιβλήτους, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του την υπ' αριθ. 15132/4-10-2004 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ1, που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της αναιρεσείουσας, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η τελευταία και από την οποία προέκυπτε ότι εργοδότες αυτής κατά την επίδικη χρονική περίοδο ήταν όλοι οι αναιρεσίβλητοι, που ευθύνονταν έναντι της ιδίας εις ολόκληρο για οποιαδήποτε απαίτησή της, προερχόμενη από την ως άνω εργασιακή της σχέση.

Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, την υπ' αριθ. 15132/4-10-2004 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας Γ1, που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων και τις υπ' αριθ. 14816/24-10-2002 και 18803/5-12-2003 ένορκες βεβαιώσεις του μάρτυρα των τελευταίων ........, που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσείουσας, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες της αποφάσεως -στις οποίες γίνεται σαφής μνεία αφ' ενός μεν της προσλήψεως της αναιρεσείουσας από τους πρώτη και τρίτο αναιρεσιβλήτους για να εργασθεί ως τραγουδίστρια στο ως άνω κέντρο διασκεδάσεως αυτών για ορισμένο χρόνο με μερική απασχόληση και όχι και από τους δεύτερο και τέταρτο αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν είχαν καμιά ουσιαστική ανάμειξη στην εκμετάλλευση του εν λόγω κέντρου και καμιά συμμετοχή στην πρόσληψη αυτής, η δε παρουσία τους στο χώρο του κέντρου και η ανάμειξή τους στη λειτουργία και την οργάνωση της επιχειρήσεως είχε την έννοια της βοήθειας και της συμπαραστάσεως προς τους υπεύθυνους αυτής ομοδίκους τους, που αυτοί και μόνο είχαν την ιδιότητα του εργοδότη της αναιρεσείουσας, αφ' ετέρου δε της μη συνάψεως συμφωνίας μεταξύ της τελευταίας και των αντιδίκων της περί εις ολόκληρον ευθύνης όλων για τις τυχόν αξιώσεις αυτής από την εργασιακή της σχέση- συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-12-2006 αίτηση της χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 3319/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2008 Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ