Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for Article 13 and Article 6 ECHR violations in civil proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment from the Single Member Court of Karditsa. The appellant argued that the lower court violated Article 13 of the ECHR regarding access to a remedy and Article 6 regarding the length of proceedings and flawed reasoning. The court ruled that Article 13 does not create a specific ground for appeal in civil cases and that the Article 6 claim was inadmissible because the civil court met the requirements for enhanced procedural safeguards.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13 and 6 of the ECHR; Violation of Article 13 does not constitute a specific ground for appeal in civil proceedings, and claims regarding the length of proceedings or flawed reasoning are inadmissible if the civil court satisfies the conditions for enhanced procedural safeguards.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 63 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 63/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζορμπά, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορθώνει τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, όπως αναφέρεται στο από 25-9-2023 αίτημα που κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού για διόρθωση στοιχείου της αναίρεσής του.
Της αναιρεσιβλήτου: ετερόρρυθμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί ... & ΣΙΑ Ε.Ε.", που εδρεύει στην ..., εκπροσωπείται νόμιμα και βρίσκεται ήδη υπό εκκαθάριση. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Κουκουζέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 11/2018 μη οριστική και 67/2021 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 7/10/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ1 αριθ. 67/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 305/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, που είχε κάνει δεκτή, κατά την κύρια βάση της, την αγωγή του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 115 παρ. 2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε η δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 356/2022, ΑΠ 55/2022). Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ( ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).
Επομένως ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο), ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 5/2000, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 157/2021).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης.
Στον περιορισμό αυτό υπόκειται και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, η οποία παρόλο που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 806/2021, ΑΠ 843/2013).
Το ίδιο ισχύει και για ισχυρισμό ότι ο διάδικος δεν είχε την ικανότητα να είναι διάδικος (ΑΠ 827/2002).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείου Καρδίτσας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 72 ΑΚ, 107 παρ. 2β, 93 παρ. 1δ, 86 παρ. 1β Ν. 4635/2019 σε συνδ.
με το άρθρο 313 παρ. 1δ ΚΠολΔ, καθόσον δίκασε με διάδικο ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και τούτο διότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία "Αφοί ... και ΣΙΑ Ε.Ε" είχε διαγραφεί οριστικά από το ΓΕΜΗ Καρδίτσας και επομένως ήταν ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, σε κάθε δε περίπτωση τελούσε υπό εκκαθάριση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο παραπάνω ισχυρισμός στον οποίο ο λόγος αυτός στηρίζεται, προτάθηκε (ή επαναφέρθηκε) στο εφετείο, ούτε παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός όπως ακριβώς προτάθηκε, αλλά και ούτε αναφέρεται ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του αρ.562 ΚΠολΔ και ότι υποβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον εν λόγω ισχυρισμό ή προκύπτουν από την απόφαση.
Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται, το πρώτον, ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο παραπάνω λόγος, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα ή μη αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 471 και 477 ΑΚ, που ρυθμίζουν τη σύμβαση αναδοχής χρέους, προκύπτει ότι αναδοχή χρέους συνιστά η με σύμβαση αναδοχή από τρίτο πρόσωπο ξένου χρέους, χωρίς μεταβολή της ταυτότητας της αρχικής ενοχής. Η αναδοχή χρέους διακρίνεται σε στερητική (άρθρ.471 ΑΚ ) και σε σωρευτική αναδοχή (άρθρ.477 ΑΚ). Στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σύμβαση, με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, γιατί, διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη, ήτοι υπόκειται σωρευτική αναδοχή χρέους (ΑΠ 1175/2021, ΑΠ 1770/2014, ΑΠ 557/1999). Με την στερητική αναδοχή ο τρίτος εισέρχεται στη θέση του παλαιού οφειλέτη και ο τελευταίος αποξενώνεται πλήρως από την υποχρέωσή του, στη στερητική επομένως αναδοχή το πρόσωπο του οφειλέτη μεταβάλλεται. Η στερητική αναδοχή χρέους είναι αναιτιώδης σύμβαση, καθόσον η σχέση που δημιουργείται από την αναδοχή είναι ανεξάρτητη από τη σχέση παλαιού και νέου οφειλέτη.
Συνεπώς επιφέρει τα αποτελέσματά της ανεξάρτητα από την ύπαρξη και το κύρος της αιτίας, δηλαδή της σχέσης παλαιού και νέου οφειλέτη.Όσον αφορά τον τύπο της συμβάσεως αυτής, η αναδοχή χρέους είναι βάσει της γενικής αρχής του ατύπου των δικαιοπραξιών (αρ.158 ΑΚ), άτυπη, ενόψει της μη αναφοράς στο νόμο περί τύπου της αναδοχής ( ΑΠ 1770/2014).
Μόνη προϋπόθεση κατά την υπόψη διάταξη είναι η κατάρτιση της προς τούτο σύμβασης μεταξύ δανειστή και τρίτου (αναδοχέα), χωρίς να απαιτείται σύμπραξη ή σύμφωνη γνώμη του παλαιού οφειλέτη. Μπορεί όμως να επέλθει στερητική αναδοχή και με συμφωνία του παλαιού οφειλέτη και του τρίτου, στην περίπτωση, όμως, αυτή απαιτείται είτε η σύμπραξη του δανειστή είτε η εκ των υστέρων έγκριση της συμφωνίας από αυτόν.
Εξ' ετέρου, σωρευτική αναδοχή χρέους (477 ΑΚ) είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ δανειστή και τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει, έναντι του δανειστή, την υποχρέωση να εκπληρώσει το ξένο χρέος, χωρίς να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης, προστίθεται δηλαδή στον αρχικό οφειλέτη και άλλος οφειλέτης.
Έτσι, παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος (αναδοχέα), παράλληλη με την υφιστάμενη ενοχή του αρχικού οφειλέτη (ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 426/2022, ΑΠ 726/2019). Στην περίπτωση της σωρευτικής αναδοχής χρέους δημιουργείται μεταξύ του αναδεχόμενου και του παλαιού οφειλέτη παθητική εις ολόκληρον οφειλή, κατά την έννοια των άρθρων 481 επ.
ΑΚ. Κατά συνέπεια ο δανειστής δικαιούται να ενάγει οποιονδήποτε από τους συνοφειλέτες, όλους μαζί ή χωριστά, συγχρόνως ή διαδοχικά, για το σύνολο ή μέρος της οφειλής (ΑΠ 52/2002). Για τη γέννηση σωρευτικής αναδοχής χρέους, απαιτείται (όπως και στην στερητική αναδοχή) συμφωνία (σύμβαση) μεταξύ δανειστή και τρίτου, ο οποίος αναδέχεται την εξόφληση ξένου χρέους ή σύμβαση μεταξύ παλαιού οφειλέτη και τρίτου, εφόσον, στην περίπτωση αυτή, προκύπτει σαφής βούληση των μερών για κατάρτιση σωρευτικής αναδοχής, δηλαδή για θεμελίωση άμεσου δικαιώματος του δανειστή να στραφεί και κατά του τρίτου για την εκπλήρωση του χρέους.
Συναίνεση του δανειστή δεν απαιτείται. Η σωρευτική αναδοχή χρέους, όπως και η στερητική, δεν υπόκειται σε τύπο (ΟλΑΠ 176/76) και είναι και αυτή αναιτιώδης σύμβαση, υπό την έννοια ότι η σχέση ανάμεσα στον αναδεχόμενο και τον δανειστή είναι ανεξάρτητη από τη σχέση του αναδεχόμενου με τον παλαιό οφειλέτη. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αναδοχή ξένου χρέους είτε ως στερητική (άρθ.471 ΑΚ) είτε ως σωρευτική (άρθ. 477 ΑΚ) προϋποθέτει, καταρχήν, σύμβαση, που καταρτίζεται κατά τον παραπάνω αναφερόμενο τρόπο.
Επίσης, η έννοια της αναδοχής χρέους αναγκαία προϋπόθεση έχει την ύπαρξη χρέους του οφειλέτη, το οποίο αναλαμβάνει ο αναδοχέας. Ο νέος οφειλέτης δεν συνάπτει νέο χρέος, αλλά αναδέχεται εκείνο που υφίσταται από πριν. Η αναδοχή επομένως, αφορά χρέος του οφειλέτη, εφόσον τούτο πραγματικά υπάρχει (ΑΠ 1729/2019, ΑΠ 640/2016).
Αν τέτοιο χρέος δεν υπάρχει η αναδοχή είναι χωρίς αντικείμενο. Επομένως για να είναι ορισμένη, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η αγωγή του δανειστή εναντίον εκείνου που αναδέχθηκε σωρευτικώς το χρέος του παλαιού οφειλέτη απαιτείται ν' αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, εκτός από τα περιστατικά συνάψεως της περί στερητικής ή σωρευτικής αναδοχής του χρέους συμβάσεως, και τα περιστατικά τα θεμελιωτικά, κατά νόμο, του προς αυτόν χρέους του παλαιού οφειλέτη και της εκτάσεως του χρέους αυτού (ΑΠ 1154/1998).
Η σύμβαση αυτή που μπορεί να καταρτιστεί ακόμη και σιωπηρώς, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνωρίσεως χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά αναλήψεώς του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει, δύναται δε να αφορά και σε χρέος που είναι υπό αίρεση ή προθεσμία, ή απορρέει από φυσική ενοχή ή είναι επίδικο.
Μπορεί να αφορά και σε μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νοουμένου τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση κατά του οφειλέτη (ΑΠ 288/2021, ΑΠ 733/2021, ΑΠ 729/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/203).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 55/2023).
Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία)! ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ ΑΠ 55/2023), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσείων) διατηρεί εργοληπτική επιχείρηση κατασκευής τεχνικών έργων και έργων υποδομής με έδρα το ... .
Περί τα μέσα Ιουλίου του έτους 2009, δυνάμει προφορικής συμφωνίας που συνήψε με τον Δήμαρχο και νόμιμο εκπρόσωπο του τότε Δήμου ... (που συνενώθηκε ήδη με το Δήμο Καρδίτσας), ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει εργασίες που αφορούσαν τη μετεγκατάσταση των αθίγγανων, ήτοι να προβεί στη διαμόρφωση του χώρου εγκατάστασης των αθίγγανων, να προβεί σε αμμοχαλικόστρωση του χώρου και κατασκευή τμήματος τσιμεντόστρωσης ως βάση για τα παραπήγματα των αθίγγανων, καθώς και στην κατασκευή του δικτύου ύδρευσης, ενώ η εσκαφή του χώρου ανατέθηκε προφορικά σε έτερο εργολάβο, ήτοι τον Ι.
Κ.. Η άμεση μετεγκατάσταση των αθίγγανων κρίθηκε επείγουσα και αναγκαία από τον Δήμο … και δη από τον Δήμαρχο του, καθώς ο οικισμός τους βρισκόταν πλησίον του νέου κοιμητηρίου, οι διαμαρτυρίες των κατοίκων του ... ήταν έντονες, ενώ επιπλέον και οι συνθήκες διαβίωσης αυτών ήταν άθλιες. Άλλωστε, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας και τότε Δήμαρχος Β.
Τ. υπήρχαν ειδικά κονδύλια, ύψους 50.000 ευρώ, από το Υπουργείο Εσωτερικών για τη μετεγκατάσταση των αθιγγάνων. Πράγματι ο ενάγων προέβη στην εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών σε μία τριγωνική κοινοτική έκταση και παρέδωσε το έργο τον Σεπτέμβριο του έτους 2009. Κατά το χρονικό σημείο που συνήφθη μεταξύ τους η προφορική συμφωνία δεν προκύπτει σε ποιο ποσό καθορίστηκε η αμοιβή του ενάγοντος, άλλα όπως κατέθεσε ενόρκως ο μάρτυρας και τότε Δήμαρχος ...
η αμοιβή του θα προέκυπτε βάσει μελέτης που θα συνέτασσε η ΤΥΔΚ Ν. Καρδίτσας. Ακολούθως και αφού ο ενάγων ολοκλήρωσε τις εργασίες που ανέλαβε με την ως άνω προφορική συμφωνία, συντάχθηκε η με AM 230/2009 μελέτη της ΤΥΔΚ Καρδίτσας που αφορά το έργο "Οργάνωση Χώρων Εγκατάστασης Αθιγγάνων Δ.Δ. ..." από τον υπάλληλο αυτής, Ευάγγελο Ψ ή μα, Πολιτικό Μηχανικό Τ.
Ε.. Στην τεχνική έκθεση που συνοδεύει τη μελέτη αυτή αναφέρεται ότι πρόκειται για τη διαμόρφωση χώρου έκτασης 4.000 m2 για την μετεγκατάσταση 11 οικογενειών Αθιγγάνων του δημ. διαμερίσματος ... του Δήμου … και ότι προβλέπεται να γίνουν οι εξής εργασίες: 1. ...2...3...4.. 5.... Ο προϋπολογισμός του έργου ανήλθε στο ποσό των 65.000,00 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%.
Από την επισκόπηση του προϋπολογισμού της μελέτης προκύπτει ότι το έργο αποτελούνταν από τρεις ομάδες εργασιών, εκ των οποίων, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, που επιβεβαιώνονται από την ένορκη κατάθεση του Ε. Ψ. (βλ. την από 9/6/2015 ένορκη εξέταση μάρτυρα ενώπιον του πταισματοδίκη Καρδίτσας) η πρώτη και η τρίτη ομάδα περιλάμβαναν τις κατασκευασμένες εργασίες και η δεύτερη περιλάμβανε τις προς κατασκευή εργασίες.
Η δαπάνη για τις εργασίες αυτές, δίχως να συμπεριλαμβάνεται η πρώτη εργασία της πρώτης ομάδας εργασιών, που αφορά την εκσκαφή σε έδαφος γαιώδες ημιβραχώδες, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, εκτελέστηκε από τον εργολάβο Ι. Κ., ανέρχεται στο ποσό των 17.041,60 (9.317,0 +1.306,80 + 6.417,80) ευρώ και συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 19% και του εργολαβικού οφέλους 28% ανέρχεται στο ποσό των 25.051,15 ευρώ.
Από τα εκτιθέμενα στην αγωγή προκύπτει ότι η αμοιβή του ενάγοντος ανήλθε εν τέλει στο ποσό των 17.048,51 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι με προφορική συμφωνία καταρτίσθηκε μεταξύ του Δήμου … και του ενάγοντος η ως άνω σύμβαση έργου, δίχως να τηρηθεί ο απαιτούμενος έγγραφος συστατικός τύπος, ενόψει του ότι το αντικείμενο της υπερέβαινε το ποσό των 2.500 ευρώ, αλλά και επιπρόσθετα ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της απευθείας, ήτοι χωρίς τη διενέργεια δημόσιου διαγωνισμού, ανάθεσης από τον Δήμαρχο του αναφερόμενου έργου, η αξία του οποίου υπερέβαινε το ποσό μέχρι το οποίο, κατά τις αναφερόμενες στην οικεία νομική σκέψη διατάξεις, μπορούσε να γίνει απ' ευθείας ανάθεση.
Κατά συνέπεια η σύμβαση αυτή, ήταν άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενόμενη και δεν παρήγαγε έννομες συνέπειες και υποχρεώσεις σε βάρος του Δήμου … .
Συνεπώς δεν προέκυψε από τη σύμβαση αυτή έγκυρη και ισχυρή οφειλή από τον Δήμο ... προς τον ενάγοντα. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μετά τη σύνταξη της ως άνω μελέτης (υπ1 αριθ. 230/2009 μελέτη της ΤΥΔΚ Καρδίτσας), περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 2009, αποφασίστηκε από τον Δήμο ... η διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού για την εκτέλεση του παραπάνω έργου.
Την 01-12-2009 διενεργήθηκε διαγωνισμός από την αρμόδια επιτροπή διαγωνισμού, που συγκροτήθηκε με την υπ' αριθ. 383/2009 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου ..., για την ανάδειξη αναδόχου για την εκτέλεση του συνόλου του ως άνω έργου. Τελευταία μειοδότρια, με μέση έκπτωση 30% επί του προϋπολογισμού της ανωτέρω μελέτης, αναδείχθηκε η εναγόμενη ( αναιρεσίβλητη), όπως συνάγεται από την υπ' αριθ. 473/2009 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου ..., η οποία ενέκρινε τα πρακτικά της δημοπρασίας για την ανάδειξη εργολάβου εκτέλεσης του έργου και επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 13112/31-12-2009 απόφαση της Δ/νσης Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Διοίκησης Νομού Καρδίτσας.
Με το υπ' αριθ. πρωτ. 113/14-01-2010 συμφωνητικό ποσού 45.500,00 ευρώ (με Φ.Π.Α. & αναθεώρηση) που καταρτίστηκε μεταξύ του Β. Τ., υπό την ιδιότητα του Δημάρχου του Δήμου ..., και της εναγομένης ανατέθηκε στην τελευταία η εκτέλεση του έργου "Οργάνωση Χώρων Εγκατάστασης Αθιγγάνων Δ.Δ. ...", σύμφωνα με τους όρους της υπ' αριθ. 230/2009 τεχνικής μελέτης, με μέση έκπτωση 30% επί των τιμών του τιμολογίου της μελέτης αυτής.
Από ουδέν αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι την ίδια ημέρα που καταρτίσθηκε το ως άνω συμφωνητικό, ήτοι στις 14/1/2010,συμφωνήθηκε και μάλιστα ρητά μεταξύ του Δημάρχου του παραπάνω Δήμου, της αναδόχου εναγόμενης και του ενάγοντος ότι κατά το χρόνο εκταμίευσης της εργολαβικής αμοιβής θα αποδιδόταν από την εναγόμενη στον ενάγοντα το ποσό που αντιστοιχούσε στην αμοιβή του για την εκτέλεση του κατασκευασθέντος από τον ενάγοντα τμήματος του παραπάνω έργου, όπως ιστορείται στην αγωγή και έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση.
Αντίθετα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Β. Τ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με όσα κατέθεσε κατά την εξέταση του ενώπιον του πταισματοδίκη Καρδίτσας ο συντάξας τη μελέτη και επιβλέπων μηχανικός Ε. Ψ. ή μας προκύπτει ότι πριν τη διενέργεια της δημοπρασίας ο Δήμαρχος, Β.
Τ., ενημέρωσε προφορικά τους διαγωνιζόμενους, που ήταν περίπου τριάντα άτομα, ότι ένα μεγάλο μέρος του έργου είχε ήδη εκτελεσθεί και ότι όποιος αναλάβει το έργο θα πρέπει να πληρώσει τους προηγούμενους εργολάβους και ότι οι παριστάμενοι διαγωνιζόμενοι συμφώνησαν, δίχως περαιτέρω να προκύπτει ότι ενημερώθηκαν σχετικά με τις ακριβείς εργασίες που είχαν γίνει και το ακριβές κόστος αυτών.
Από τα προεκτεθέντα εξάγεται το συμπέρασμα ότι το προς αναδοχή χρέος δεν ήταν έγκυρο και αξιώσιμο, ήτοι δεν υπήρχε έγκυρη και ισχυρή οφειλή εκ μέρους του Δήμου ..., ο οποίος στα πλαίσια της ιστορούμενης στην αγωγή σύμβασης αναδοχής χρέους αποτελεί τον παλαιό οφειλέτη. Ωστόσο και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη οποιοδήποτε χρέος μπορεί να μεταβιβαστεί με στερητική αναδοχή, αρκεί να είναι ξένο ως προς τον αναδοχέα, πλην όμως το χρέος πρέπει να είναι υπαρκτό, έγκυρο και αξιώσιμο.
Λόγω του περιεχομένου της σύμβασης και της ανάληψης ξένου χρέους, εφόσον το τελευταίο δεν υφίσταται για οποιοδήποτε λόγο, η αναδοχή καθίσταται άνευ αντικειμένου. Επίσης από τα προεκτεθέντα δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ του παλαιού οφειλέτη (Δήμου ... όπως νόμιμα εκπροσωπείτο), του νέου οφειλέτη (της αναδόχου εναγομένης όπως νόμιμα εκπροσωπείτο), και του δανειστή ενάγοντος ή έστω συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ του παλαιού και νέου οφειλέτη και έγκριση αυτής από τον δανειστή, ενώ επιπλέον δεν προκύπτει η σαφής βούληση των συμβαλλόμενων μερών για απαλλαγή του Δήμου ...
και υπεισέλευση της εναγομένης στη θέση του
Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι για την έγκυρη σύναψη της ιστορούμενης στην αγωγή σύμβασης αναδοχής χρέους, η αγωγή κατά την κύρια βάση της που ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 361 και 471 ΑΚ είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε διαφορετικά έσφαλε και πρέπει, γενομένου δεκτού του τρίτου λόγου έφεσης, να εξαφανιστεί και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο να απορριφθεί η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά την ερειδόμενη στο άρθρο 471 ΑΚ κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, με δύο επάλληλες αιτιολογίες, καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, και συγκεκριμένα α) διότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ του παλαιού οφειλέτη (Δήμου ...) του νέου οφειλέτη (εναγομένης), και του δανειστή (ενάγοντος) ή έστω συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ του παλαιού και νέου οφειλέτη και έγκριση αυτής από τον ενάγοντα, ότι κατά το χρόνο εκταμίευσης της εργολαβικής αμοιβής θα αποδιδόταν από την εναγόμενη στον ενάγοντα το ποσό που αντιστοιχούσε στην αμοιβή του για την προγενέστερη εκτέλεση από αυτόν του κατασκευασθέντος από τον ενάγοντα τμήματος του παραπάνω έργου και β) διότι η σύμβαση μεταξύ του Δήμου και του ενάγοντα ήταν άκυρη και συνεπώς δεν υπήρχε έγκυρο χρέος του Δήμου το οποίο να αναδεχθεί η εναγομένη.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας με την πρώτη ως άνω αιτιολογία του, την αγωγή ως αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 471 ΑΚ και 447 Α Κ, καθόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση συμφωνίας στερητικής (αλλά ούτε και σωρευτικής) αναδοχής υφιστάμενου χρέους του Δήμου προς τον αναιρεσείοντα και, συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αφού σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, αναγκαία προϋπόθεση για την κατάρτιση συμβάσεως αναδοχής χρέους είναι η ύπαρξη, μεταξύ άλλων, σχετικής προς τούτο συμφωνίας.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο που έκρινε ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση αναδοχής χρέους δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή του και συνεπώς ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επίσης, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση αναδοχής χρέους.
Οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, ως προς παραδοχές της απόφασης ότι "ο ενάγων εκτέλεσε το έργο και ο Δήμαρχος ενημέρωσε όσους έλαβαν μέρος στον διαγωνισμό ότι όποιος αναλάβει το έργο οφείλει να πληρώσει το μέρος του εκτελεσθέντος έργου και ότι αυτοί δεν ενημερώθηκαν για τις ακριβείς εργασίες που είχαν γίνει", είναι αβάσιμες καθόσον οι παραπάνω παραδοχές ουδόλως είναι αντιφατικές μεταξύ τους ούτε με οποιαδήποτε άλλη παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης.
Επομένως ο δεύτερος, από τον αριθμ.6 του άρθρου 560 ΚΠολ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος καθό μέρος αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε, τυγχάνει απαράδεκτος ΑΠ 97/2023), διότι αν και γίνεται επίκληση του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, εμπίπτει στη ρύθμιση του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχος δε με αυτόν λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά απαριθμούμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των Μονομελών Πρωτοδικείων που εκδόθηκαν μετά από έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου (ΑΠ 1312/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 150/2020).
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, (κύριες ή επικουρικές), πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 136/ 2022, ΑΠ 88/2022).
Κατά συνέπεια, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, κατά το οικείο μέρος, η εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία είναι αλυσιτελής, διότι, εφόσον κατά τα ανωτέρω, η πρώτη από τις επάλληλες αιτιολογίες, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντων ως αβασίμων των κατ' αυτής σχετικών λόγων, ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης που αφορά την δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση πρώτη επάλληλη αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία δεν αποδείχθηκε η κατάρτισης σύμβασης αναδοχής χρέους.
Με το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα αρχικά με το άρθρο μόνο του Ν. 2329/1953 και στη συνέχεια με το άρθρο πρώτο του Ν. Δ/τος 53/1974, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...".
Με το παραπάνω άρθρο καθ% ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 1/2021, ΑΠ 825/2020, ΑΠ 245/2020, ΑΠ 1142/2020, ΑΠ 324/2019).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 13 της ιδίας Σύμβασης ορίζεται ότι "παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των".
Κατ’ επίκληση των παραπάνω άρθρων (6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ), καθώς και σε συμμόρφωση προς τις πιλοτικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), με τις οποίες διαπιστώθηκε η ύπαρξη συστημικού προβλήματος καθυστερήσεων κατά την απονομή της δικαιοσύνης, τόσο στις διαδικασίες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων (υπόθ.
Γλυκαντζή κατά Ελλάδας, απόφαση ΕΔΔΑ της 30.10.2012 - αριθ. προσφυγής 40150/2009), όσο και στις διαδικασίες ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων (υπόθ. Μιχελιουδάκη κατά Ελλάδας, απόφ. ΕΔΔΑ της 3.4.2012 - αριθ. προσφυγής 54447/2010), λόγω του σημαντικού αριθμού παραβιάσεων, ιδίως του άρθρου 6 παράγραφος 1 αυτής αναφορικά με την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της πολιτικής και της ποινικής δίκης, θεσπίσθηκε ο Ν. 4239/2014 "Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλες διατάξεις", ο οποίος θεσμοθέτησε (άρθρ.1-6) ως νέο ένδικο βοήθημα την αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση, λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης στα πολιτικά Δικαστήρια, η οποία αυτή ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και από κάθε διάδικο (πλην του Δημοσίου και των δημοσίων νομικών προσώπων) στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και έχει αντικείμενο την δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων, με την επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο λόγο, βλάβης που υπέστησαν, λόγω της προσβολής του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης.
Εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει στην συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαση του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται, ακολούθως, αν θα πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος ή εάν αντιθέτως μόνη η διαπίστωση της παραβίασης του εν λόγω δικαιώματος μπορεί στην συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την αιτιολογημένη σχετική κρίση του δικαστηρίου να θεωρηθεί επαρκής ικανοποίηση (ΑΠ 1/2021, ΑΠ 1/2019 διαδικασία ν. 4239/2014.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός, κατά το οικείο σκέλος, είναι απαράδεκτος, καθόσον από την διάταξη του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, ούτε η παραβίαση της διάταξης αυτής ιδρύει οποιονδήποτε από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 (559) λόγους.
Η διάταξη του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ αφορά και απευθύνεται στα κράτη μέλη, τα οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν τις καθυστερήσεις ενώπιον των εθνικών τους δικαστηρίων, λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα σε εθνικό επίπεδο, ώστε να εξασφαλίζεται η άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ.
Προς τούτο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α), με αποφάσεις του, έχει νομολογήσει ότι το άρθρο 13 εγγυάται την ύπαρξη στο εσωτερικό δίκαιο προσφυγής η οποία εξασφαλίζει στον ενδιαφερόμενο τα παραπάνω δικαιώματα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, άλλωστε, εκδόθηκε ο Ν. 4239/2014, ο οποίος χορηγεί στον διάδικο που προσβλήθηκε το δικαίωμα του σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης αίτηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή αυτή.
Με τον ίδιο λόγο, κατά το έτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων επικαλείται παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επικαλούμενος ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε με εσφαλμένη αιτιολογία και μάλιστα δύο σχεδόν έτη μετά την συζήτηση τη συζήτηση της έφεσης και παραβιάστηκε έτσι η Αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης".
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο η παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ προσδιορίζεται σε πλημμελείς αιτιολογίες της αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, εφόσον πρόκειται για πολιτικό δικαστήριο, που πληροί τις προϋποθέσεις της ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης (ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργούν νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του) οι αποδιδόμενες πλημμέλειες ελέγχονται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΑΠ 1409/2021, ΑΠ 62/2022).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 184, 191 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση του Σωτηρίου Βλάχου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 67/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) δραχμών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ