Legislator Case Law & Legislation
63/2023 AI generated

Supreme Court allows bank's appeal to restore status quo after voluntary payment of judgment debt.

Case Number 63/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the bank's appeal against a final judgment ordering it to pay the defendant. The court found that the defendant had voluntarily fulfilled the entire judgment debt, including interest, prior to the appeal. Consequently, the court ordered the defendant to return the paid amount and awarded costs to the bank.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; If voluntary execution of a judgment is proven, the Supreme Court may order restoration of the status quo, and if the appeal succeeds, the judgment is annulled and the case remitted for further trial.

Keywords

AI generated
voluntary execution restoration of status quo Code of Civil Procedure annulment of judgment costs allocation final decision remittal for trial

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 570 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 579 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 63 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 63/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μορφή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητριά Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον δ.τ. "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." κατόπιν διάσπασης της τελευταίας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Σοφίας Παπαντώνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Τασίας Βασιλακοπούλου - Πουλή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1366/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5825/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-4-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητριά Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο αναιρεσίβλητος μετά της πληρεξούσιας του ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 29.4.2021 και αριθ. κατάθ. 31458/54/12.5.2021 αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5825/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του λόγου της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ), ενώ η ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της εξ αιτίας αποδοχής της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί καθότι προβλήθηκε με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτησή της και όχι προ είκοσι (20) ημερών πριν απ' αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 307/2007 1857/2006).

Περαιτέρω δε και ο επικαλούμενος με τις νομίμως προ 20ημέρου κατατεθείσες προτάσεις ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου περί υπάρξεως δεδικασμένου από την υπ' αριθ. 3428/2016 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και πρέπει ν' απορριφθεί, δυναμένος να προβληθεί μόνο είτε ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, αν αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναψηλάφηση, αν μεταξύ της απόφασης του Εφετείου στην παραπάνω δίκη και της απόφασης, από την οποίαν πηγάζει το δεδικασμένο, υπάρχει αντίφαση κατ' άρθρο 544 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 413/2017, 571/1994).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι : "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:

α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρει επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων, που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".

Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1).

Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...(παρ. 2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ.1).

Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του (παρ. 1).

Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας ... (παρ. 3).

Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)".

Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1).

Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3).

Με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι : "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού, ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε' εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).

Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.

Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει, ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων :

α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.

Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.

Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.

ια' του ν. 2472/1997, και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματος του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.

Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.

Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ' του ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.

Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ.

θ' του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.

Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων, που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον.

Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.

Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί.

Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 958/2022, 1140/2020).

3. Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατά την κατάρτιση της από 5-11-2008 υπ' αριθ. 331729 αίτησης-σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας ...

μεταξύ αυτής και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε και εκδόθηκε στο όνομά του τελευταίου η υπ' αριθ. ... πιστωτική κάρτα ..., συνέλεξε από τον ενάγοντα τα προσωπικά του δεδομένα, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της ρηθείσας σύμβασης και, συγκεκριμένα, το ονοματεπώνυμο του, το όνομα πατρός, την οικογενειακή του κατάσταση, την ημερομηνία γέννησής του, τη διεύθυνση κατοικίας του, το επάγγελμά του, τα στοιχεία της αστυνομικής του ταυτότητας, τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου (Α.Φ.Μ.), το ετήσιο εισόδημά του, καθώς και τους αριθμούς, τόσο του σταθερού, όσο και του κινητού του τηλεφώνου και ότι περαιτέρω, η εναγόμενη τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που αφορούν τον δανειολήπτη- ενάγοντα, διαβίβασε τα ως άνω προσωπικά δεδομένα του στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στην παροχή υπηρεσιών ενημέρωσης οφειλετών εταιρειών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, για να τα χρησιμοποιήσει για την ενημέρωσή του, μέσω τηλεφώνου, καθότι είχε καταστεί υπερήμερος ως προς την αποπληρωμή της οφειλής του, έναντι της εναγόμενης, από την ανωτέρω σύμβαση πιστωτικής κάρτας.

Ότι η ως άνω διαβίβαση των προσωπικών στοιχείων του ενάγοντος και των πληροφοριών από την εναγόμενη προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση του ενάγοντος ή ενημέρωσή του μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν τη μεταβίβασή τους προς την ως άνω εταιρεία, η οποία προέβη στην επεξεργασία των ως άνω, παρανόμως διαβιβασθέντων σε αυτήν, από την εναγόμενη, προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, με την καταχώρηση αυτών στο αρχείο της (Η/Υ) και στη χρήση αυτών, με τις αναφερόμενες τηλεφωνικές οχλήσεις στον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι κάλεσαν τον ενάγοντα στον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του για ληξιπρόθεσμη οφειλή προερχόμενη από την ανωτέρω πιστωτική κάρτα.

Ότι, η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων με την υπογραφή της από 3- 11-2008 αιτήσεώς του για την έκδοση της ως άνω πιστωτικής κάρτας, συναίνεσε στη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων, παραπέμποντας στον σχετικό όρο της εν λόγω αίτησης για απόκτηση της κάρτας, ο οποίος, μεταξύ άλλων αναφέρει "....Παρέχω στην ...

τη ρητή συγκατάθεσή μου να επεξεργάζεται σε αρχεία αυτής τα ατομικά μου στοιχεία και αυτά που αφορούν την κίνηση του λογαριασμού που τηρείται για την παρακολούθηση των συναλλαγών μου με την μέλλουσα να εκδοθεί πιστωτική κάρτα, σύμφωνα και με τα ειδικότερα συνομολογηθέντα με τους όρους της συμβάσεως.

Επιθυμώ να ενημερώνομαι από την ... και τις συνεργαζόμενες με αυτήν επιχειρήσεις για ΑΓΑΘΑ και ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ, τα οποία κατά την εύλογη κρίση σας θα με ενδιέφεραν" και ότι από τη διατύπωση του ανωτέρω όρου, συνάγεται ότι η ενημέρωση εκ μέρους τρίτων, συνεργαζομένων με την εναγόμενη, επιχειρήσεων, θα γίνεται στα πλαίσια της προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών και όχι για θέματα που αφορούν την κίνηση του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας, ήτοι η όποια συγκατάθεση του ενάγοντος, αφορούσε στην ενημέρωση εκ μέρους τρίτων συνεργαζομένων εταιρειών για προώθηση αγαθών και υπηρεσιών και όχι συγκατάθεση για διαβίβαση προσωπικών δεδομένων του εν λόγω διαδίκου σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών.

Ότι, από τον ανωτέρω όρο, ουδόλως αποδείχθηκε από την εναγόμενη ότι τούτη, κατά τον ανωτέρω χρόνο της συλλογής δεδομένων, είχε ενημερώσει τον ενάγοντα, κατά τρόπο σαφή, για την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείται κατ' άρθρον 11 παρ. 1 α, β, γ Ν. 2472/1997 και ότι επιπρόσθετα, στον ανωτέρω όρο της σύμβασης πιστωτικής κάρτας, δεν γίνεται καμία αναφορά σε άλλες εταιρείες που θα τηρούν, ή στις οποίες θα διαβιβάζονται τα προσωπικά δεδομένα του οφειλέτη ενάγοντος.

Ότι η εναγόμενη δεν είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά την συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβασή τους προς την ανωτέρω εταιρεία, και τούτο, διότι για την ορθή και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενημέρωση του ενάγοντος από την εναγόμενη τράπεζα και την συγκατάθεση του πρώτου για την επεξεργασία και διαβίβαση σε τρίτους των προσωπικών του στοιχείων, η εναγόμενη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να τον ενημερώσει ειδικώς για την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα, κ.λ.π.), στην οποία είχαν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος και η οποία θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του, γεγονός που δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση.

Ότι, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν ανασκευάζεται από την εκ μέρους της εναγόμενης επικαλούμενη αποστολή, κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 2011, μαζί με το λογαριασμό του τρέχοντος μηνός, σε όλους ανεξαιρέτως τους πελάτες της, μεταξύ των άλλων και στον ενάγοντα, των νέων όρων των συμβάσεων πιστωτικών καρτών εκδόσεώς της, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο υπ' αριθ. 14.5 όρος, σύμφωνα με τον οποίο "σε περίπτωση που οποιοδήποτε μέρος της ελάχιστης μηνιαίας καταβολής δεν εξοφληθεί εμπρόθεσμα, η τράπεζα ειδοποιεί σχετικά τον κάτοχο για τις συνέπειες της παραλείψεως αυτής ή αναθέτει την ειδοποίηση σε τρίτους (Ν. 3578/2009, όπως εκάστοτε ισχύει) και για να περιορίσει τον εντεύθεν αυξανόμενο κίνδυνο, αφενός παρακολουθεί ειδικά τη συγκεκριμένη οφειλή και αφετέρου δικαιούται να περιορίσει το πιστωτικό όριο ή και να αναστείλει τη δυνατότητα χρήσης της κάρτας, μέχρι την εξόφληση των ληξιπροθέσμως οφειλομένων", αλλά ούτε και από τη σχετική βεβαίωση της εναγόμενης, στην οποία διαλαμβάνεται ότι οι νέοι αυτοί όροι, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται και ο προεκτεθείς, εστάλησαν με σχετική επιστολή στον ενάγοντα μαζί με το εκκαθαριστικό της κάρτας του, εκδόσεως στις 24-3-2011 και ότι ο ενάγων αποδέχθηκε αυτούς ανεπιφύλακτα και ουδέποτε αμφισβήτησε, διότι στα εν λόγω έγγραφα ουδεμία μνεία γίνεται για τη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης (επωνυμία, έδρα και λοιπά στοιχεία περί της ταυτότητας αυτής), στην οποία επρόκειτο να διαβιβαστούν από την εναγόμενη τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, δηλαδή σε κανένα όρο της σύμβασης ή των επιστολών της εναγόμενης, δεν γίνεται αναφορά των συγκεκριμένων εταιρειών, που θα τηρούν ή στις οποίες θα διαβιβάζονται τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος οφειλέτη.

Ότι, ως "συγκατάθεση", υπό την έννοια του Ν. 2472/1997, ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρει επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά προσχώρησης του καταναλωτή, ώστε το εκάστοτε αίτημά του, για λήψη πίστωσης, να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια.

Ότι, οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις της εναγόμενης (δια των προστηθέντων οργάνων της), πρόσβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σε αυτόν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανα της εναγόμενης, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση, λήψη, καταχώρηση, χρήση) των προσωπικών δεδομένων αυτού, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης και ότι ενόψει του είδους του θιγομένου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγόμενης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ.

Υπό τα δεδομένα αυτά, (εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το στάδιο συλλογής των δεδομένων του υποκειμένου δεν είχε υπάρξει, εκ μέρους της υπευθύνου επεξεργασίας, η εκ του νόμου απαιτούμενη ενημέρωση προς το υποκείμενο των δεδομένων) η ενημέρωση του υποκειμένου προσωπικών δεδομένων στην κρινόμενη υπόθεση αναιρεσιβλήτου, από την υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, αναιρεσείουσα, η οποία πραγματοποιήθηκε μετά τη συλλογή των δεδομένων με την αποστολή, κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 2011, μαζί με τον λογαριασμό του τρέχοντος μηνός, σε όλους ανεξαιρέτως τους πελάτες της, μεταξύ των οποίων και στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, των νέων όρων των συμβάσεων πιστωτικών καρτών εκδόσεώς της, καθώς και της αποστολής των νέων ως άνω όρων με επιστολή προς αυτόν μαζί με το εκκαθαριστικό της κάρτας του, εκδόσεως στις 24.3.2011, για τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων που συνελέγησαν κατά τη χορήγηση της πιστωτικής κάρτας και το σκοπό επεξεργασίας αυτών (Ν. 3758/2009- Εταιρείες Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις τραπεζών κλπ), πληρούσε την οφειλόμενη από την αναιρεσείουσα, υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, υποχρέωση ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου, υποκειμένου προσωπικών δεδομένων, κατά τρόπο πρόσφορο και σαφή, και συνεπώς, η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο ειδικά για τη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και δη την "...", στην οποία θα διαβιβάζονταν τα προσωπικά του δεδομένα και η οποία θα τον καλούσε, όπως και συνέβη, προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του.

Και τούτο, διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις προαναφερόμενες αποστολές (λογαριασμό του έτους 2011 των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου, καθώς και επιστολή με το εκκαθαριστικό της κάρτας, εκδόσεως 24.3.2011) συνομολογείται ρητά στον υπ' αριθ. 14.5 όρο των νέων όρων ότι "Σε περίπτωση που οποιοδήποτε μέρος της ελάχιστης μηνιαίας καταβολής δεν εξοφληθεί εμπρόθεσμα, η τράπεζα ειδοποιεί σχετικά τον κάτοχο για τις συνέπειες της παραλείψεως αυτής ή αναθέτει την ειδοποίηση σε τρίτους (Ν. 3758/2009, όπως εκάστοτε ισχύει) και για να περιορίσει τον εντεύθεν αυξανόμενο κίνδυνο, αφενός παρακολουθεί ειδικά τη συγκεκριμένη οφειλή και αφετέρου δικαιούται να περιορίσει το πιστωτικό όριο ή και να αναστείλει τη δυνατότητα χρήσης της κάρτας, μέχρι την εξόφληση των ληξιπροθέσμως οφειλομένων", στην κατηγορία δε των πιο πάνω εταιρειών του Ν. 3758/2009 υπάγεται και η προαναφερόμενη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και συνεπώς η ενέργεια της αναιρεσείουσας να διαβιβάσει μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων, τα προσωπικά στοιχεία του αναιρεσιβλήτου προς την εν λόγω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών δεν συνιστά παραβίαση των ρυθμίσεων του άρθρου 11 παρ. 1 και 3 Ν. 2472/1997.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, και έκρινε ότι η διαβίβαση των προσωπικών στοιχείων του ενάγοντος και των πληροφοριών από την αναιρεσείουσα προς την ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου και με την παράλειψή της αυτή και την εν συνεχεία χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτού από την ως άνω εταιρεία, προκλήθηκε σ' αυτόν ηθική βλάβη και θεμελίωσε την αξίωσή του για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με εσφαλμένη υπαγωγή, σ' αυτούς, των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον αριθ. 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του ίδιου λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος του, δεδομένου ότι το τελευταίο καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου σκέλους, που κρίθηκε βάσιμο, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, με το οποίο, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και του επιδικάσθηκε το ποσό των 5.869,40 €, με το νόμιμο τόκο από τότε που έγινε η επίδοση της αγωγής, καθώς και κατά το κεφάλαιο αυτής περί των δικαστικών εξόδων.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου, που καταβλήθηκε από αυτή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.".

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα τράπεζα, ζήτησε με το αναιρετήριο, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως, με την επιστροφή του συνολικού χρηματικού ποσού των 7.654,77 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο επιδικασθέν κεφάλαιο και τους αναλογούντες τόκους, επ' αυτού, μέχρι την ημερομηνία καταβολής του, στις 9.7.2019.

Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 579 του ΚΠολΔ. Από την από 9.7.2019 εξοφλητική απόδειξη του ήδη αναιρεσιβλήτου, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, αποδεικνύεται ότι αυτή κατέβαλε, αυθημερόν, στον αντίδικο της το ανωτέρω χρηματικό ποσό, και ο ίδιος δεν αμφισβητεί το γεγονός τούτο.

Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται, προαποδεικτικώς, εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ανωτέρω χρηματικό ποσό, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 5825/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος της.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των επτά χιλιάδων εξακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (7.654,77).

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ευρών (2.300).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ