Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over wage differences and service scope changes after degree acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the appellate court's decision in a labor dispute regarding unpaid wages and service scope. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning regarding the specific services provided before and after the employee obtained a degree, claiming this affected the wage calculation. The court found this argument baseless because the employment agreement explicitly stated the employee was hired as an electrician technician initially and later as an electrician after obtaining the degree, validating the wage adjustment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 19 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's decision is not subject to review if the lower court's reasoning sufficiently addresses the specific services rendered and the justification for any changes in service scope or remuneration based on the employee's qualifications.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 63 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 63/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Κατσαούνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Παπαϊωάννου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/4/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1906/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2964/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/6/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.6.2019, με αριθμό καταθέσεως 5397/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 2964/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 22.10.2015 με αριθμό καταθέσεως 6233/2015 έφεση κατά της υπ' αριθ. 1906/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επιδικασθεί στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 28.078,33 ευρώ νομιμοτόκως, που αφορούσε αξιώσεις αυτού από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που τον συνέδεε με την εναγομένη - αναιρεσείουσα και ειδικότερα διαφορές αποδοχών επιδομάτων, εορτών και αδείας, μισθών υπερημερίας, αποζημίωση απολύσεως, εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και νυκτερινή εργασία, κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης, λόγω αδικοπραξίας κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα στην αγωγή.
Με την προσβαλλομένη απόφαση εξαφανίστηκε εν μέρει η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τις διατάξεις της που αφορούσαν αξιώσεις για εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές και νυκτερινή εργασία, χρονικού διαστήματος από 1.8.2009 μέχρι 31.12.2011, για έκτακτη απασχόληση στις 23.2.2013 και 24.2.2013, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικυρωθείσης αυτής κατά τις λοιπές διατάξεις της.
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε στη συνέχεια την αγωγή κατά το άνω μέρος της, δέχτηκε αυτή κατά ένα μέρος ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και νυκτερινές ώρες, το ποσό των 1999,14 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558,564, 566 παρ. 1 και 144 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.ΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το είδος της παρεχόμενης από αυτόν εργασίας, δηλαδή ήταν εκείνη του ηλεκτρολόγου μηχανικού ή η εργασία του ηλεκτροτεχνίτη και κατ' επέκταση του οφειλόμενου σ' αυτόν μισθού, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) την από 25.5.2009 σύμβαση της αναιρεσείουσας με το Βυζαντινό Μουσείο (ΝΠΔΔ) και την τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων (στοιχείο Βαυτής) όπου το απαιτούμενο προσωπικό ήταν ένας διπλωματούχος μηχανολόγος ηλεκτρολόγος μηχανικός (αναιρεσείουσα) και οι λοιποί ηλεκτροτεχνίτες Μέσης Τεχνικής Σχολής, (όπως και ο αναιρεσίβλητος), δηλαδή ΕΠΑΛ - επαγγελματικό και τεχνικό Λύκειο, β) την υπ' αριθ.
…/2012 σύμβαση συντήρησης ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, μεταξύ της αναιρεσείουσας και του ΗΔΙΚΑ (ΝΠΔΔ), όπου το απαιτούμενο προσωπικό, για τη διεκπεραίωση του αναληφθέντος έργου και την εγκυρότητα της σύμβασης, ήταν δύο ηλεκτροτεχνίτες (δηλαδή και ο αναιρεσίβλητος, γ) το από 26.6.2014 έγγραφο της ΗΔΙΚΑ ΑΕ σε απάντηση της από 9.11.2013 αίτησης της αναιρεσείουσας για χορήγηση αντιγράφου παρουσιολογίου και δύο δελτία συντήρησης ηλεκτροτεχνίτη για χρονικά διαστήματα από 12.11.2013 μέχρι 27.11.2013 και από 28.11.2013 μέχρι 27.12.2013, στα οποία αναγράφεται ότι ο αναιρεσίβλητος παρείχε στην ΗΔΙΚΑ ΑΕ, τις υπηρεσίες ηλεκτροτεχνίτη, δ) την υπ' αριθ.
…/2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ., Γ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπου αναφέρει ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα ως εργατοτεχνίτης, ε) την υπ' αριθ. …/2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π. Μ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ο οποίος κατέθεσε ότι ο αναιρεσίβλητος παρείχε εργασίες ηλεκτροτεχνίτη, στ) την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα Η.
Κ., ο οποίος επίσης καταθέτει ότι ο αναιρεσίβλητος παρείχε εργασία ηλεκτροτεχνίτη, ζ) τη ληξιαρχική πράξη γάμου, όπου το Μάιο του έτους 2011, ο αναιρεσίβλητος δηλώνει ότι ασκεί το επάγγελμα του ηλεκτροτεχνίτη, η) την από 11.8.2009 ατομική σύμβαση εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ τους και από την οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε ως εργατοτεχνίτης.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι αρχικά ο ενάγων, κατόπιν συμφωνίας με την εναγομένη, προσελήφθη για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ηλεκτροτεχνίτη και στη συνέχεια μετά την απόκτηση του πτυχίου του, ως ηλεκτρολόγος ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων στοιχείων, μεταξύ των οποίων τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις υπ' αριθ.
…, … και …/….5.2015 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομότυπα υπέρ της εκκαλούσα εναγομένης μετά προ0ηγούμενη νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου της. "Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, πλην το δικαστήριο της ουσίας κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της εναγομένης, την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα του ισχυρισμού της, που, ανταποδεικτικά, προέβαλε ότι ο ενάγων παρείχε σ' αυτή υπηρεσίες ηλεκτροτεχνίτη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά του στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας; δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1212/2019, AΠ 1191/2019, ΑΠ 1190/2019, ΑΠ 93/2019).
Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1954/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601.2011, ΑΠ 1206/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Η εκκαλούσα εναγόμενη είναι μηχανολόγος ηλεκτρολόγος, πτυχιούχος του Πολυτεχνείου και με την ατομική επιχείρηση που διατηρούσε αναλάμβανε ως ανάδοχος την εκτέλεση ηλεκτρομηχανολογικών έργων συμμετέχοντας σε με.
βάση, το ν. 118/2007, που αφορά τον "Κανονισμό για προμήθειες του δημοσίου τομέα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", ο οποίος καθορίζει τις διαδικασίες προκήρυξης του διαγωνισμού, τις προθεσμίες, τα κριτήρια επιλογής κ.ο.κ. Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στις 11.8.2009 μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, ο τελευταίος προσλήφθηκε για να παρέχει τις υπηρεσίες του στην επιχείρησή της αρχικά ως ηλεκτροτεχνίτης και στη συνέχεια μετά την απόκτηση του πτυχίου του ως ηλεκτρολόγος επί πενθήμερο με 8ωρο ημερησίως στα δημόσια έργα, που θα αναλάμβανε, με μηνιαίο μίσθιο 804,30 ευρώ.
Ο ενάγων κατά τον χρόνο της πρόσληψής του φοιτούσε στο τμήμα ηλεκτρολογίας της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (ΤΕΙ) Πειραιά, από το οποίο αποφοίτησε στις 14.102010 ως ηλεκτρολόγος - μηχανικός. Αντικείμενο εργασίας του ήταν ο χειρισμός, η λειτουργία, η συντήρηση, η επισκευή και ο έλεγχος των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων των δημοσίων κτιρίων στα έργα που αναλάμβανε η εναγόμενη και ειδικότερα του Χριστιανικού και Βυζαντινού Μουσείου, της ανώνυμης εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Η.ΔΙ.Κ.Α Α.Ε.".
Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος διέπονταν από την από 12.2.2009 ΣΣΕ. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων, που απασχολούνται σε τεχνικές κατασκευαστικές και μελετητικές επιχειρήσεις στην Περιφέρεια Αττικής, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με Υ.Α. 26990/2204/9.9.2009 (ΦΕΚ 1977/10.9.2009 /Τεύχος Β) και η οποία έχει εφαρμογή στον κλάδο πτυχιούχων μηχανικών ΤΕΙ όλων των ειδικοτήτων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 της εν λόγω Σ.Σ.Ε.
Η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 της ΠΥΣ 6/28.2.2012, που προαναφέρθηκε, στις 20.42012 και ίσχυσε (επί τρίμηνο μετά την καταγγελία) μέχρι την 20.7.2012, ενώ μετά την 20.7.2012 ισχύουν μόνο οι διατάξεις που αφορούν τον βασικό μισθό. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ο ενάγων, που ελάμβανε μηνιαίο μισθό 804,30 ευρώ, δικαιούται τη διαφορά των (νόμιμος μισθός 1101,34 ευρώ μείον 804,30) 297,04 ευρώ μηνιαίος και Α)..."
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετικό σφάλμα από τον αριθμό 559 παρ. 9 Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον διαλαμβάνει ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και κατ' επέκταση, της έννοιας και της ειδικότητας ως ηλεκτρολόγου ή ηλεκτροτεχνίτη, καθόσον δεν προσδιορίζει αιτιολογημένα τα πραγματικά καθήκοντα και τις πραγματικά παρεχόμενες υπηρεσίες του πριν και μετά τη λήψη του πτυχίου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πράγματι επήλθε διαφοροποίηση στο είδος των παρεχομένων από αυτόν υπηρεσιών αυτού, μετά τη λήψη του πτυχίου του. Ο λόγος αυτός της αίτησης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, ο αναιρεσίβλητος, κατά τη συμφωνία, προσλήφθηκε για να παρέχει τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας αρχικά μεν ως ηλεκτροτεχνίτης και στη συνέχεια μετά την απόκτηση του πτυχίου του ως ηλεκτρολόγος.
Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.6.2019 αίτηση της Κ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2964/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ