Legislator Case Law & Legislation
63/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court's finding of legal insufficiency in civil action.

Case Number 63/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court erred by finding the civil action legally sufficient despite the plaintiff failing to fully disclose facts necessary for applying the relevant legal rule. The court agreed that the lower court violated procedural law by not declaring the document void for insufficiency, thus overturning that specific finding.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 14 and 216 of the Code of Civil Procedure; The lower court must declare a civil action void for insufficiency if the plaintiff fails to state facts necessary for applying the legal rule, and such errors are reviewable on appeal.

Keywords

AI generated
legal insufficiency civil action appeal admissibility procedural error Code of Civil Procedure void declaration legal rule application

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 59/2017 of the Supreme Court
Case 387/2015 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 63 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 63/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας Θ. Κ., το γένος Σ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βαρίτη. Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ε.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Π. Γ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κοσμά Γιακουμάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 351/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3853/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2017 αίτησή της και τον από 27-9-2018 πρόσθετο αυτής λόγο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του πρόσθετου αυτής λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αίτηση αναιρέσεως και το από 27.9.2018 δικόγραφο του πρόσθετου λόγου αυτής, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρο 246 σε συνδυασμό με άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ και να ερευνηθούν περαιτέρω. Κατά το άρ.559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου , στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, παρά τη επαρκή έκθεση σε αυτήν (ανακοπή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξή του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 59/2017, ΑΠ387/2015).

Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε ορισμένο το ένδικο αγωγικό δικόγραφο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την περί του αντιθέτου ένστασή της.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι εκτίθενται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) με την επωνυμία "... ΟΕ", ιστορεί, ότι με την εναγομένη (αναιρεσείουσα), η οποία ασκεί το επάγγελμα της λογίστριας, συνεργάστηκαν από δεκαετίας, καθώς στην τελευταία ανατέθηκε ο χειρισμός των λογιστικών και φορολογικών θεμάτων της εταιρείας, με δεδομένο ότι προηγουμένως χειριζόταν τα λογιστικά και τις φορολογικές υποθέσεις της οικογένειας του νομίμου εκπροσώπου της Π.

Α. Γ. και ειδικότερα του πατέρα του Α. Γ.. Ότι, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, απέσπασε την πλήρη εμπιστοσύνη του νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος της ανέθεσε εν λευκώ τον χειρισμό των εν γένει οικονομικών θεμάτων της εταιρείας, δηλαδή τις λογιστικές, φορολογικές και ασφαλιστικές υποθέσεις της, την καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, την πληρωμή Φ.Π.Α.

καθώς και την τακτοποίηση κάθε οικονομικής εκκρεμότητας, ανταποκρινόμενος άμεσα στα εκάστοτε οικονομικά της αιτήματα, προκειμένου η εν λόγω εταιρεία να είναι ενήμερη έναντι των δημοσίων υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και έναντι της Εφορίας Αιγάλεω, όπου κατέθετε τις δηλώσεις της για κάθε οικονομικό έτος.

Ότι, η εναγομένη ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντά της, με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια ελέγχου της εταιρείας, για τη χρήση των ετών 2003 και 2004, που διεξήχθη κατόπιν σχετικής εντολής της Δ.Ο.Υ. Αιγάλεω, να αποδειχθεί ότι, από υπαιτιότητά της, λόγω της μη κανονικής και κατά τα επιβαλλόμενα από τις φορολογικές και λοιπές διατάξεις τήρησης των φορολογικών και λοιπών στοιχείων, τα βιβλία και στοιχεία αυτής (ενάγουσας) ήταν ελλιπή και ανακριβή.

Ότι, συνεπεία του ανωτέρω ελέγχου και κατόπιν συμβιβασμού που επιτεύχθηκε με την παραπάνω Υπηρεσία, εκδόθηκαν εις βάρος της πράξεις ελέγχου και αντίστοιχες αποφάσεις, σε εκτέλεση των οποίων η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των ογδόντα επτά χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (87.699,36).

Στη συνέχεια η ενάγουσα υποστήριξε ότι έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, αποκαλύφθηκαν και άλλες παράνομες και υπαίτιες ενέργειες της εναγομένης, η οποία υπεξαίρεσε το ποσό των εξήντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα επτά ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (62.457,75), από το συνολικό ποσό των διακοσίων τριάντα χιλιάδων οκτακοσίων δώδεκα ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (230.812,82), το οποίο έλαβε τμηματικά από την τελευταία, κατά το από 01-01-2002 έως 26-04-2006 χρονικό διάστημα, κατόπιν σχετικών αιτημάτων της, για την πληρωμή των ασφαλιστικών και των φορολογικών εισφορών προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

Ότι, επιπλέον, επειδή λόγω της υπεξαίρεσης του προαναφερομένου χρηματικού ποσού, δεν καταβλήθηκαν εγκύρως και εγκαίρως εισφορές, που οφείλονταν στις παραπάνω υπηρεσίες και δεν υποβλήθηκαν νομοτύπως αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις, εκδόθηκαν εις βάρος της οι αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο Π.Ε.Ε., δυνάμει των οποίων υποχρεούται να καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων εξήντα δύο ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (84.762,84).

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ και μάλιστα αναφέρονται οι εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ενέργειες, που συνιστούν παράνομη και υπαίτια σε βάρος της ενάγουσας συμπεριφορά και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση περιουσιακής ζημίας σ' αυτήν (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη), καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων αυτής και της επελθούσας στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζημίας, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, επιπλέον στοιχεία για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, δεχθείσα τα ίδια, απέρριψε το λόγο έφεσης με τον οποίο υποβάλλονταν παράπονο για την απόρριψη από την πρωτόδικη απόφαση της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης αοριστίας της αγωγής την οποία, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να μη κηρύξει απαράδεκτο.

Επομένως, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης , με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (Ολ.ΑΠ 15/2001, 43/1990).

Έτσι στον περιορισμό υπόκειται και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, η οποία παρόλο που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 1743/2009, ΑΠ 843/2013).

Επίσης, από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναιρέσεως.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 1724/2012, ΑΠ 503/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για τη μη απόρριψη της αγωγής της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, διότι ήταν ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο στις 19.01.2017, δεδομένου ότι το από 30.12.2015 συμφωνητικό λύσεως της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ε.Ε.", στο οποίο αποτύπωσαν όλοι οι εταίροι τη βούλησή τους προς λύση της ως άνω εταιρείας, προσκομίστηκε στη Δ.Ο.Υ.

και στο Γ.Ε.Μ.Η. και εκδοθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. .../22.06.2016 ανακοίνωση περί λύσης, ολοκλήρωσης, εκκαθάρισης και διαγραφής του ως άνω νομικού προσώπου από τα οικεία μητρώα. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ. 1) προεχόντως είναι απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται μνεία ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή ότι συνέτρεχε κάποιος λόγος παραδεκτής βραδείας προβολής του για πρώτη φορά στο Εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, π.χ. μια απαίτηση της εταιρείας (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση), επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η νομική της προσωπικότητα, εκπροσωπείται δε αυτή από τους εκκαθαριστές (ΑΠ748/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ100/2018).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναιρέσεως του αριθ. 19 κατ' ορθή εκτίμηση (και όχι 12) του άρθρ.559 ΚΠολΔ, καθ' όσον περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ ), προκύπτει ότι αυτή, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "... Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη που διατηρεί λογιστικό γραφείο στον Πειραιά και επί της οδού ..., με την ιδιότητα της ως λογίστριας, συνεργαζόταν κατά το παρελθόν με τον Π.

Γ. πατέρα του ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της αρχικώς ενάγουσας ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." Α. Γ.. Έτσι, λόγω της προηγούμενης συνεργασίας της με την οικογένεια του Π. Γ., συνεργάστηκε και με τον Α. Γ., νόμιμο εκπρόσωπο της ήδη εκκαλούσας - εφεσιβλήτου εταιρείας, η οποία ήδη το έτος 2008 μετατράπηκε σε ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ε.Ε." και εδρεύει στο ... (οδός ...), έχει δε ως αντικείμενο τη λειτουργία αναψυκτηρίου - καφετέριας, με το διακριτικό τίτλο "...", που βρίσκεται απέναντι από τα Δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων.

Η ενάγουσα εταιρεία, με την προγενέστερη μορφή της, ως ομόρρυθμη εταιρεία, τηρούσε βιβλία Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ. και η εναγομένη ως αδειούχος λογίστρια είχε αναλάβει καθήκοντα, που συνίσταντο στην τήρηση των λογιστικών βιβλίων, στην υποβολή φορολογικών δηλώσεων, ενώπιον της αρμόδιας φορολογικής αρχής, στον υπολογισμό και στην καταβολή φόρων, ασφαλιστικών και εργοδοτικών εισφορών, στην υποβολή περιοδικών δηλώσεων καθώς και στην απόδοση Φ.Π.Α.

Συγκεκριμένα, ήταν υπεύθυνη για την ακρίβεια των εκάστοτε υποβαλλομένων δηλώσεων με τα φορολογικά και οικονομικά δεδομένα των βιβλίων της εν λόγω επιχείρησης... Πλην όμως, από υπαιτιότητα της δεν προέβαινε στην κανονική και κατά τα επιβαλλόμενα από τις φορολογικές και λοιπές διατάξεις τήρηση των φορολογικών και λοιπών στοιχείων της επιχείρησης αυτής...

Στις 19.06.2016, οι αρμόδιες φορολογικές αρχές, μετά από τακτικό φορολογικό έλεγχο που διενήργησαν στα βιβλία και στοιχεία της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) εταιρείας, κατόπιν της υπ' αριθμ. 76/2006 εντολής ελέγχου Κ.Β.Σ. του π.δ./τος 186/1992 του προϊσταμένου της ΔΟΥ Αιγάλεω, που αφορούσε τις διαχειριστικές χρήσεις 2003 και 2004, αντίγραφο της οποίας (εντολής ελέγχου) επιδόθηκε την πρώτη ημέρα στην ελεγχόμενη επιχείρηση, διαπίστωσαν παραβάσεις των φορολογικών διατάξεων οι οποίες στέρησαν τα βιβλία από οποιοδήποτε κύρος και αποδεικτική δύναμη και, ως εκ τούτου χαρακτήρισαν αυτά ως ανεπαρκή και ανακριβή, με αποτέλεσμα να προχωρήσουν σε προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης εξωλογιστικά και να ζημιωθεί η εταιρεία από την επιβολή προσθέτων φόρων, προσαυξήσεων και προστίμων.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την έκθεση ελέγχου, ο τακτικός φορολογικός έλεγχος κάλυψε τα κατωτέρω φορολογικά αντικείμενα: Φορολογία Εισοδήματος, Φόρος Φ.Π.Α., Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και Φόρος Ελεύθερων Επαγγελματιών και, κατόπιν τούτου, διαπιστώθηκαν οι ακόλουθες παραβάσεις: α) για τη διαχειριστική περίοδο από 1/1-31/12/2003 δεν συντάχθηκε απογραφή, ...

και εξαιτίας της παράβασης αυτής αποφασίσθηκε η επιβολή προστίμου δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (2.640) ευρώ. Επιπλέον δε β) για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1/31-12-2004 (β1), σε επτά περιπτώσεις καταχώρησε στο αναλυτικό καθολικό και συγκεκριμένα στο λογαριασμό 64.98.00.00 "ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΞΟΔΑ" ανύπαρκτα έξοδα αξίας εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ...

χωρίς φορολογικά παραστατικά στοιχεία,... και (β2) δεν συνέταξε απογραφή ως προς το είδος, ποσότητα και αξία των εμπορεύσιμων... και εξαιτίας των αμέσως προηγουμένων παραβάσεων αποφασίσθηκε να επιβληθεί στην ενάγουσα, για μεν την πρώτη περίπτωση πρόστιμο ύψους... εκατόν σαράντα χιλιάδων (140.000) ευρώ, για δε τη δεύτερη περίπτωση πρόστιμο ύψους δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (2.640) ευρώ...

Βάσει των ανωτέρω, εκδόθηκαν απ' την αρμόδια ΔΟΥ οι υπ' αριθμ. … και ... Πράξεις Προσδιορισμού αποτελεσμάτων και επιβολής φόρου εισοδήματος, ποσών πενήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα πέντε (54.535,00) ευρώ και πενήντα πέντε χιλιάδων εκατόν εξήντα ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (55.160,58), αντιστοίχως...

Η ενάγουσα υποστήριξε ότι η φορολογική επιβάρυνση της ανέρχεται για τις ανωτέρω χρήσεις στο, κατόπιν συμβιβασμού, συνολικό ποσό των ογδόντα επτά χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (87.699,36),...Πλην όμως ... από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα διπλότυπα έντυπα είσπραξης της Δ.Ο.Υ.

Αιγάλεω προκύπτει ότι, έκτοτε και σε εκτέλεση της αμέσως προηγούμενης απόφασης, η ενάγουσα κατά το από 30.6.2006 έως 23.9.2010 χρονικό διάστημα έχει καταβάλει προς τη Δ.Ο.Υ. Αιγάλεω το συνολικό ποσό των ... 78,800,74 ευρώ. Περαιτέρω,..., προέκυψε ότι στα πλαίσια της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, η εναγομένη ενημέρωνε το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας για το ύψος των εκάστοτε καταβλητέων ποσών, που απαιτούνταν για την πληρωμή των βαρυνουσών αυτή ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων της, καθώς και για την εξόφληση των οφειλομένων ποσών Φ.Π.Α.

και Φ.Μ.Υ.. Στη συνέχεια, ο τελευταίος μεριμνούσε για την καταβολή τους στην εναγομένη, σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό αυτής, έτσι ώστε εκείνη με τη σειρά της να εξοφλεί τις αντίστοιχες υποχρεώσεις, ως όφειλε. Λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας και της εναγομένης, χρονολογούμενης από το έτος 1998, η τελευταία απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης αυτού, ο οποίος της είχε αναθέσει εν λευκώ τον χειρισμό των εν γένει οικονομικών και φορολογικών υποθέσεων της επιχείρησης,...

Η συνεργασία των διαδίκων,... περιελάμβανε και τους τομείς της μηνιαίας ενημέρωσης των καταστάσεων ασφάλισης στο Ι.Κ.Α. του προσωπικού της εργοδότριας επιχείρησης, στις οποίες έπρεπε να αναγράφονται οι ασφαλιστικές εισφορές που προέκυπταν,... Έτσι, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας κατέβαλε μηνιαίως στην εναγομένη τα χρηματικά ποσά, τα οποία βάσει των παραπάνω καταστάσεων προέκυπτε ότι όφειλε η εν λόγω εταιρεία προς το Ι.Κ.Α. ...

Έτσι, λόγω της φύσης της ανωτέρω συνεργασίας τους, του κλίματος εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί και βάσει των μεταξύ των διαδίκων συναφώς συμφωνηθέντων, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 έως τις 26.04.2006 προέβη σε επιμέρους χρηματικές καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εναγομένης...

Ωστόσο,... τα χρηματικά ποσά, τα οποία η εναγομένη εισέπραττε σε μηνιαία βάση από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας για τους πιο πάνω σκοπούς, δεν τα κατέβαλλε στο σύνολο τους, στις αρμόδιες ως άνω υπηρεσίες, για την κάλυψη των προαναφερομένων υπηρεσιών της επιχείρησης, ενώ παράλληλα προέβαινε στην αλλοίωση των περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α., ...

με αποτέλεσμα να αποδίδει για Φ.Π.Α. στην πραγματικότητα μικρότερα ποσά, σε σχέση με αυτά που είχε ήδη εισπράξει από την ενάγουσα για το σκοπό αυτό και ανταποκρίνονταν στην πραγματική της οφειλή, παρακρατώντας τη διαφορά. Ενδεικτικά, ενώ για την περίοδο από 01.01.2005 μέχρι 31.01.2005, το καταβλητέο για την αιτία αυτή ποσό ανερχόταν σε δύο χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα δύο ευρώ και ενενήντα λεπτά (2.492,90) εν τούτοις η εναγομένη επέδωσε μόνο το ποσό των οκτακοσίων επτά ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (807,27).

Το ίδιο συνέβη και κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005, οπότε το καταβλητέο ποσό ανήλθε σε χίλια τριακόσια τρία ευρώ και δέκα λεπτά (1303,17), αλλά αυτή απέδωσε μόνο πεντακόσια ογδόντα τρία ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (583,18). Ειδικότερα,... κατά το άνω χρονικό διάστημα, έλαβε τμηματικά από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας το συνολικό χρηματικό ποσό των διακοσίων τριάντα χιλιάδων τριακοσίων δώδεκα ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (230.312,82), προκειμένου να εξοφλήσει αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού της επιχείρησης, αλλά και τα οφειλόμενα ποσά Φ.Π.Α.

και Φ.Μ.Υ. για το εν λόγω χρονικό διάστημα. Από το ποσό αυτό κατέβαλε στα αρμόδια υποκαταστήματα του Ι.Κ.Α. και της Δ.Ο.Υ., μόνο το χρηματικό ποσό των εκατόν εξήντα επτά χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα τριών ευρώ και επτά λεπτών (167.853,07), ενώ το υπόλοιπο ποσό των εξήντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (62.459,75) - (ήτοι 230.312,82 ευρώ - 167.853,07 ευρώ), το ενσωμάτωσε, χωρίς νόμιμο δικαίωμα στην περιουσία της, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως.

Εντούτοις, μη υπάρχοντος, ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο, αντιστοίχου ειδικού λόγου εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας, το ύψος του ποσού αυτού ανέρχεται στο επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση μικρότερο ποσό των εξήντα χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και οκτώ λεπτών (60.235,08). Οι πιο πάνω συστηματικές και μεθοδευμένες ενέργειες της εναγομένης, οι οποίες συνιστούν το αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, που το είχε εμπιστευθεί σε αυτήν η ενάγουσα, λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας της περιουσίας της, εφόσον χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες της ως λογίστριας όλων των υποθέσεων που της είχαν ανατεθεί να διεκπεραιώνει, δεν υπέπεσαν αρχικά στην αντίληψη του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, ο οποίος λόγω της υφιστάμενης μεταξύ τους εμπιστοσύνης δεν ήλεγχε, ούτε άλλωστε και είχε κάποιο προφανή λόγο για να ελέγξει, αν πράγματι τα ποσά που κάθε φορά κατέβαλε στην εναγομένη, αποδίδονταν όντως στις αρμόδιες ως άνω υπηρεσίες. ...

Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας - εναγομένης, οι οποίοι φέρονται προς ουσιαστική κρίση, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ως αυτοτελείς λόγοι της εφέσεως της, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν... Ομοίως, απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός της, που περιέχεται στο πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου της ερευνώμενης εφέσεως της, ότι δηλαδή πέραν του καταβληθέντος ποσού των εκατόν εξήντα επτά χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα τριών ευρώ και επτά λεπτών (167.853.07), κατέβαλλε επιπλέον και ποσό τριάντα έξι χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (36.464,86), το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί στο σύνολο των καταβολών που ενήργησε για λογαριασμό της ενάγουσας, καθόσον, εκτός του ότι η τελευταία υποστηρίζει ότι το ποσό αυτό έχει ήδη συνυπολογισθεί, τα σχετικώς προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την εναγομένη περιστατικά δεν αφορούν την ενάγουσα εταιρεία, αλλά άλλη εταιρεία στην οποία μετείχε ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας, την τήρηση των λογιστικών βιβλίων της οποίας είχε αναλάβει επίσης υπό την ως άνω ιδιότητα της λογίστριας η εναγομένη και συγκεκριμένα την εταιρεία με την επωνυμία "...".

Έτσι όμως που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 Α.Κ., καθόσον ως προς το κονδύλιο των 36.464,86 ευρώ διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ειδικότερα, το Εφετείο, παρά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, ότι η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη εταιρεία ήταν η συνέχεια της εταιρείας με την επωνυμία "..." με τον αυτό αριθμό φορολογικού μητρώου και για τις δύο εταιρείες, ουδόλως αιτιολογεί εάν επρόκειτο για το ίδιο νομικό πρόσωπο με αλλαγή επωνυμίας ή για διαφορετικά νομικά πρόσωπα, η περιουσία των οποίων δεν συμπλέκεται.

Επομένως ο σχετικός (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως ως προς το συγκεκριμένο κονδύλιο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 κατ' ορθή εκτίμηση (και όχι από τον αριθμό 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και κατά τούτο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση του συναφούς έκτου λόγου της εφέσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τις ενέργειές της αυτές, η εναγομένη κατάφερε να συγκαλύψει την τμηματική υπεξαίρεση τους ως άνω χρηματικού ποσού, πείθοντας συγχρόνως, τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας να συνεχίσει να της καταβάλει στις παραπάνω αναφερόμενες περιόδους τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στις ασφαλιστικές εισφορές του απασχολουμένου σε αυτή προσωπικού, όπως και στις οφειλές της για την καταβολή του αναλογούντος Φ.Π.Α.

και Φ.Μ.Υ. Αποτέλεσμα της ως άνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της, ήταν να βλάψει την περιουσία της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης, με αντίστοιχο δικό της της παράνομο όφελος, κατά το ποσό το οποίο η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως πρόσθετες εισφορές, λόγω μη εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των οφειλομένων απ' αυτήν εισφορών βάσει των ακολούθως εκδοθεισών εις βάρος της πράξεων επιβολής εισφορών - Π.Ε.Ε.

και συγκεκριμένα: 1. Της υπ' αριθμ. πρωτ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε., ποσού είκοσι τριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (23.920,76), 2) Της υπ' αριθμ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε., ποσού εξήντα μιας χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (61.550,14), 3) Της υπ' αριθμ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε., ποσού έξι χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (6.945,86), 4) Της υπ' αριθμ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε., ποσού χιλίων πεντακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και είκοσι λεπτών (1595,20), 5) Της υπ' αριθμ. .../23-04- 2007 Π.Ε.Ε.

ποσού εκατόν πενήντα έξι ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (156,65) και συνολικά ενενήντα δύο χιλιάδες πεντακόσια εβδομήντα τρία ευρώ και σαράντα ένα λεπτά (92.573,41). Ωστόσο, η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη υπολόγισε την ζημία της από την αιτία αυτή στο υπολειπόμενο αυτού ποσό των ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων εξήντα δύο ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (84.762,84) και, ως εκ τούτου, η ζημία της ενάγουσας ανέρχεται στο ως άνω πρωτοδίκως επιδικασθέν χρηματικό ποσό εφόσον το δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος (άρθρο 106 ΚΠολΔ).

Οι ισχυρισμοί της εναγομένης- εκκαλούσας, οι οποίοι περιέχονται στον έκτο λόγο της ενδίκου εφέσεώς της, ότι δηλαδή η μη προσήκουσα καταβολή των οφειλομένων στο ΙΚΑ εισφορών οφείλεται σε υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, και επικουρικά ότι από τα καταλογισθέντα στις παραπάνω υπ' αριθμ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε., υπ' αριθμ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε., υπ' αριθμ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε.

και υπ' αριθμ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε. ποσά, πρέπει να αφαιρεθούν αντίστοιχα, 5.331,21 ευρώ, 28.912,21 ευρώ, 1.396,24 ευρώ, 348,71 ευρώ, που αφορούν εισφορές για τις οποίες η ενάγουσα δεν της είχε καταβάλλει χρήματα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει ποια συγκεκριμένα ποσά της κατέβαλλε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας για την αιτία αυτήν και για ποιο χρονικό διάστημα, ώστε να προκύψουν οι επικαλούμενες διαφορές, και περαιτέρω ότι η υπ' αριθμ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε.

περιορίζεται σε μόνο δύο περιπτώσεις, καθ' όλη τη διάρκεια της πολύχρονης συνεργασίας της με την ενάγουσα, δεν ασκούν έννομη επιρροή, καθόσον τα ποσά που αναφέρονται στις παραπάνω εκδοθείσες πράξεις επιβολής εισφορών Π.Ε.Ε., συνιστούν τη θετική ζημία της εντολέως της εξαιτίας της πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων της, και συγκεκριμένα λόγω της μη εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των οφειλομένων από την ενάγουσα εισφορών και, κατά συνέπεια, ευθύνεται έναντι αυτής για κάθε ζημία που της προκάλεσε από τη μη κανονική εκπλήρωση των υποχρεώσεων της, την οποία οφείλει να αποκαταστήσει.

Εξάλλου, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα επιχειρήματα της εναγομένης προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών, ότι δηλαδή η από μέρους της εξακολούθηση της λογιστικής παρακολούθησης των εταιρειών "....", τα οικονομικά προβλήματα τα οποία φέρονται ότι αντιμετώπιζαν οι άλλες εταιρείες εκμετάλλευσης του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, με τις επωνυμίες "...

Ο.Ε.", τις οποίες, όπως υποστηρίζει, χρηματοδοτούσε διαρκώς ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, εν αγνοία των λοιπών εταίρων της και αδελφών του και η μετακύλιση των ευθυνών της ίδιας ως αδειούχου λογίστριας στις πρωτοβουλίες του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, αλυσιτελώς προβάλλονται...". Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με την αιτίαση ότι, όπως είχε επισημάνει και στον 6ο λόγο της εφέσεώς της, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε., υπ' αριθ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε.

και υπ' αριθ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε. δεχόμενη ότι κατ' αυτήν με βάση τις ανωτέρω Π.Ε.Ε προκλήθηκε ζημία συνολικού ύψους 84.762,84 ευρώ εις βάρος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ σύμφωνα με τις ανωτέρω Π.Ε.Ε., στις οποίες στήριξε κατά κύριο λόγο το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο, η ζημία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περιοριζόταν στο συνολικό ποσό των 30.853,29 ευρώ.

Πράγματι, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων: 1) Η υπ' αριθ. .../23-04-2007 Π.Ε.Ε., ποσού 23.920,76 ευρώ, αφορά διαφορές αποδοχών από την ασφάλιση των λαντζέρηδων και σερβιτόρων αντί της κατηγορίας ΒΤ (βαρέα ΤΕΑM) ασφαλιστική κατηγορία Μ.Τ. (μικτά TEAM γεγονός που ήταν επιλογή του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης και όχι της αναιρεσείουσας, 2) η υπ' αριθ. .../23-4-2007 Π.Ε.Ε.

ποσού 6.945,86 ευρώ, αφορά την επιβολή πρόσθετων επιβαρύνσεων εισφορών, επί της προηγούμενης Π.Ε.Ε. και 3) η υπ' αριθ..../23-4-2007 Π.Ε.Ε. κατά το μέρος του ποσού των 23.042,93 ευρώ, αφορά την επιβολή ασφαλιστικών εισφορών για το χρονικό διάστημα από Μάρτιο έως και Σεπτέμβριο του έτους 2006, αφού από 26-4-2006 η αναιρεσείουσα είχε παύσει να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου.

Συνεπώς το Εφετείο με το να υποχρεώσει την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει ως αποζημίωση για τις ως άνω Π.Ε.Ε., πλην των άλλων, το συνολικό ποσό των 53.909,55 ευρώ, παραμόρφωσε κατά τούτο το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων, στα οποία στήριξε το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα και επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, μετά την παραδοχή της βασιμότητας των παραπάνω λόγων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης, πλέον, της έρευνας των λοιπών λόγων, αφού η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω δεκτών γενομένων καταλαμβάνει και αυτούς, οι οποίοι κατατείνουν στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολο της Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3853/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτήν και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ