Legislator Case Law & Legislation
63/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lease contract invalidity ruling, upholding tenant's right to return property.

Case Number 63/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower courts' decision declaring a lease contract void due to the tenant's mental incapacity. The court found that while the appellate court erred in applying a specific legal provision, it correctly ruled in favor of the tenant based on the statutory right to return leased property upon contract invalidity. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs incurred by the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 131 of the Civil Code; Article 599 of the Civil Code: When a lease contract is declared void due to the lessee's mental incapacity, the lessor is entitled to claim the return of the leased property regardless of the specific legal basis cited in the lower court's reasoning.

Keywords

AI generated
lease contract invalidity mental incapacity return of leased property appellate review legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 131 of the Civil Code
Article 599 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 63 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 63/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ’ ου η κλήση: Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπουτσιδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κακόγιαννο.

Κοινοποιουμένη στον: Ε. Λ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τριάδα Σταμάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ’ αριθμ. 138/2016 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-4-2011 και 5-9-2011 αγωγή και παρεμπίπτουσα αγωγή, αντίστοιχα, της ήδη αποβιωσάσης Ε. Σ. του Τ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5813/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 332/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση των οποίων ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 25-7-2014 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 501/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως για να συμπληρωθεί το αναφερόμενο στο σκεπτικό της κενό. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 15-6-2015 κλήση του αναιρεσιβλήτου - καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 7-1-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25-7-2014 αιτήσεως για αναίρεση των αποφάσεων 5813/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 332/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου - καλούντος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη από 25.7.2014 αίτηση, με την οποία διώκεται η αναίρεση των υπ’ αριθμ. 332/2014 και 5813/2012 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντίστοιχα, με τις οποίες έγινε δεκτή η από 5.4.2011 (αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως .../2011) αγωγή της αναιρεσίβλητης Ε. Σ., και αναγνωρίστηκε, κατ’ άρθρο 131 του Α.Κ., η ακυρότητα της από 31.1.2008 συμβάσεως μισθώσεως του επιδίκου μισθίου, του οποίου αυτή είχε την ισόβια επικαρπία, διατάχθηκε δε η απόδοση αυτού στην ενάγουσα, φέρεται προς συζήτηση με την από 15.6.2015 κλήση του Α. Λ., μετά την επ’ αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) έκδοση της υπ’ αριθμ. 501/2015 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, λόγω του επισυμβάντος, στις 30.9.2014, θανάτου της αρχικής διαδίκου Ε. Σ., διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να κληθεί και να συμμετάσχει στην δίκη (άρθρα 286 παρ. 1 στοιχ. α’ , 290 του Κ.Πολ.Δικ., 1167 και 1168 του Α.Κ.) και ο έτερος (πλην του ως άνω Α. Λ., ψιλού συγκυρίου του επιδίκου μισθίου) γιος της, Ε. Λ., ψιλός συγκύριος του επιδίκου μισθίου.

Κατά την διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως, ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 1760/2007). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 5813/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η ίδια αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 332/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά την διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Όποιος έχει περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία ή βρίσκεται, κατά τον χρόνο που επιχειρεί συγκεκριμένη δήλωση της βούλησής του, σε κατάσταση που δεν επιτρέπει να είναι αυτή έγκυρη, μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, μόνο όπου κατά το ουσιαστικό δίκαιο έχει ικανότητα για δικαιοπραξία ή όπου ο νόμος επιτρέπει την αυτοπρόσωπη παράστασή του".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι και εκείνος, ο οποίος ασκεί αγωγή από το άρθρο 131 του Α.Κ., επικαλούμενος ακυρότητα της δικαιοπραξίας που κατήρτισε είτε γιατί δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, είτε διότι βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεώς του, έχει το δικαίωμα και μάλιστα μόνο αυτός να εγείρει την σχετική αγωγή και να παραστεί σε όλα τα δικαστήρια παντός βαθμού για την υποστήριξή της, χωρίς κανένα περιορισμό, εκτός αν τέθηκε σε πλήρη ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση (άρθρα 1666 επ., 1676 και 805 του Κ.Πολ.Δικ.) και αφότου τέθηκε, οπότε και μόνον επηρεάζεται η πιο πάνω απεριόριστη εξουσία του, στο μέτρο που προβλέπεται από τις προεκτεθείσες σχετικές διατάξεις (ΑΠ 82/1995).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.

Η νομιμοποίηση όμως του διαδίκου αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δικ. ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και όχι εκείνον του αριθμού 14 του ιδίου άρθρου, ο οποίος ιδρύεται μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση.

Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι κατά την άσκηση (6.4.2011) της ένδικης από 5.4.2011 (αριθμ. κατάθ. .../2011) αγωγής η αρχικώς αναιρεσίβλητη δεν τελούσε σε προσωρινή δικαστική συμπαράσταση, διότι η προσωρινή διαταγή, από 30.7.2010, του Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, με την οποία αυτή τέθηκε σε προσωρινή δικαστική συμπαράσταση, μέχρι τη συζήτηση της σχετικής αίτησης, με συμπαραστάτη τον δικηγόρο Αθηνών Γ.

Π., είχε απολέσει την ισχύ της, αφού αυτή δεν παρατάθηκε μετά την συζήτηση της αιτήσεως για θέση της σε δικαστική συμπαράσταση (8.2.2011), μετά την οποία εκδόθηκε η 6871/14.12.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτή τέθηκε σε κατάσταση μερικής επικουρικής συμπαραστάσεως και ότι, συνεπώς, αυτή είχε δικαίωμα να εγείρει την ένδικη αγωγή και να παρασταθεί ενώπιον του δικαστηρίου για την υποστήριξή της, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις.

Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η υπ’ αριθμ. 5813/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την αιτίαση ότι δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογίες, άλλως ότι έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον χρόνο, κατά τον οποίο η αναιρεσίβλητη δεν είχε συνείδηση των πράξεών της ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεώς της.

Το γεγονός ότι στην πραγματικότητα πλήττεται η 5813/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και όχι η 332/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τις, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, έγγραφες προτάσεις του, προκύπτει εναργέστατα από το αναιρετήριο, στο οποίο αναγράφεται επί λέξει: "ΖΗΤΩ.

Να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις α) η υπό τον αριθμό 5813/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς... κατά το μέρος της που αναγνώρισε την ακυρότητα της από 31.1.2008 συμβάσεως μισθώσεως, με την οποία η μητέρα μου Ε. Σ. μου εξεμίσθωσε το εις το ιστορικό ακίνητο της επικαρπίας της... και β) η υπό τον αριθμό 332/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς...

η οποία εξαφάνισε την παραπάνω αναιρεσιβαλλομένη κατά το μέρος της που απέρριψε το αίτημα της αναιρεσίβλητης περί απόδοσης σε αυτήν του μισθίου και κατά το μέρος της που με υποχρέωσε να αποδώσω στην αναιρεσίβλητη την χρήση του μισθίου αυτού". Προσδιορίζεται δηλαδή στο αναιρετήριο με σαφήνεια για ποιο κεφάλαιο προσβάλλεται η κάθε μία από τις προαναφερόμενες αποφάσεις και αναφέρεται ρητώς ότι για το κεφάλαιο της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 31.1.2008 συμβάσεως μισθώσεως προσβάλλεται μόνον η πρωτόδικη απόφαση.

Άλλωστε δεν ήταν δυνατόν να ασκηθεί αναίρεση κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως για τον προαναφερόμενο λόγο, καθ’ όσον, η ασκηθείσα από την ενάγουσα από 5.3.2013 έφεση κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, δεν αφορούσε το συγκεκριμένο κεφάλαιο της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 31.1.2008 συμβάσεως μισθώσεως, κατά το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή της και, συνεπώς, η υπόθεση, κατά το συγκεκριμένο κεφάλαιο, δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, το οποίο συνακολούθως δεν ασχολήθηκε με το θέμα αυτό.

Και είναι μεν γεγονός ότι στην εφετειακή απόφαση αναφέρονται όσα έγιναν δεκτά από την πρωτόδικη απόφαση σχετικώς με την θέση της ενάγουσας και τότε εκκαλούσας σε δικαστική συμπαράσταση και την αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερομένης μισθωτικής συμβάσεως. Τούτο όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της τελευταίας αποφάσεως (εφετειακής), έγινε διηγηματικά, προκειμένου το Εφετείο να προβεί στη συνέχεια στην εξέταση των λόγων της εφέσεως που αφορούσαν στο απορριφθέν πρωτοδίκως αγωγικό αίτημα της αποδόσεως του μισθίου ακινήτου, το οποίο και μόνο είχε μεταβιβαστεί ενώπιόν του.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως, κατά της οποίας, όπως εκτίθεται ανωτέρω, δεν ασκήθηκε παραδεκτή αναίρεση.

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλ. με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ 751/2009).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δικ. "αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της".

Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται στην συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.ΑΠ 30/1998, ΑΠ 95/2014).

Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, από την άκυρη μίσθωση δεν θίγονται τα δικαιώματα του "εκμισθωτή" του ακινήτου που απορρέουν από την κυριότητα ή νομή του και μπορεί ο κύριος (ή ο επικαρπωτής) να επιδιώξει την απόδοσή του, ασκώντας είτε τη διεκδικητική αγωγή, είτε την αγωγή περί νομής, είτε να ζητήσει την απόδοση της χρήσεώς του από εκείνον που έλκει τα δικαιώματά του από την άκυρη μίσθωση, με βάση τις διατάξεις περί αποδόσεως του μισθίου (ΑΠ 751/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 5.3.2013 εφέσεως της αρχικής διαδίκου Ε. Σ. κατά της υπ’ αριθμ. 5813/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί το αίτημά της περί αποδόσεως σ’ αυτήν του μισθίου ακινήτου, με την οποία (έφεση) διετύπωνε παράπονα μόνον ως προς το κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως, με το οποίο είχε απορριφθεί το ως άνω αίτημά της, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της από 31.1.2008 συμβάσεως μισθώσεως, λόγω της, κατά την κατάρτισή της (άρθρο 131 του Α.Κ.), διανοητικής διαταραχής της ενάγουσας - εκμισθώτριας - κεφάλαιο, το οποίο, όπως έχει εκτεθεί και παραπάνω, κατά την έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου, δεν είχε μεταβιβαστεί ενώπιόν του - δέχθηκε ότι η αγωγή ως προς το ανωτέρω αίτημα (περί αποδόσεως του μισθίου ακινήτου) στηρίζεται στο άρθρο 904 του Α.Κ.

και διέταξε την απόδοση της χρήσεως του μισθίου ακινήτου στην ενάγουσα. Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτήν βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Εφετείο, επομένως, υπέπεσε μεν στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι εφάρμοσε κανόνα δικαίου που δεν έπρεπε, όπως βασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, πλην όμως, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, δεχόμενο ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την ασκηθείσα από την ενάγουσα ως άνω έφεση και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά το κεφάλαιο αυτό και την διακράτηση και εκδίκαση της υποθέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος της, δέχθηκε την ένδικη αγωγή κατά το αίτημά της περί αποδόσεως του μισθίου ακινήτου και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα την χρήση αυτού, εφόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η ενάγουσα εκμισθώτρια επί άκυρης συμβάσεως μισθώσεως, όπως εν προκειμένω, δικαιούται να αξιώσει την απόδοση του ακινήτου κατά τις διατάξεις περί αποδόσεως του μισθίου (άρθρο 599 του Α.Κ.), στις οποίες και στηρίζεται το εν λόγω αγωγικό αίτημα, συνακολούθως δε, τα δεκτά γενόμενα από την προσβαλλομένη απόφαση ως άνω πραγματικά περιστατικά μπορούν να υπαχθούν στον ως άνω κανόνα δικαίου χωρίς να μεταβάλλεται το διατακτικό της.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δικ., να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος μεν που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ως απαράδεκτη, κατά το μέρος δε αυτής που στρέφεται κατά της εφετειακής αποφάσεως ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των υπεισελθόντων στη θέση της αρχικώς αναιρεσίβλητης, Α. και Ε. Λ., οι οποίοι παραστάθηκαν με διαφορετικούς δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 2 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), επιδικαζομένων ενιαίως. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.7.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2014 αίτηση για αναίρεση των υπ’ αριθμ. 332/2014 και 5813/2012 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντίστοιχα.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των υπεισελθόντων στη θέση της αρχικώς αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και για τους δύο. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ