Supreme Court dismisses appeal against appellate court rejection of illegal refusal to rehire employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject his claim for rehirement. The appellant argued that the employer's refusal to accept his services was abusive and violated labor laws, but the appellate court found the complaint legally unfounded due to a lack of factual basis in the original complaint. The Supreme Court upheld this ruling, stating that the appeal was inadmissible because the lower court had not examined the merits of the rehirement claim but had instead declared the lawsuit illegal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652, 653, 656, 361 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 23 of Law 1264/1982; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a decision declaring a lawsuit illegal is inadmissible if the appeal concerns the merits of a claim that was not examined on the substance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 63 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 63/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Απόστολο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Γ. ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαργετίνα Στεφανάτου
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "C.P.I. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ & ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΩΝ" που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Τερεζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5787/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-1-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου διάβασε την από 12-9-2014 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εργοδότης διαθέτοντας, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ' αρχήν, εκτός αντίθετης συμφωνίας, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προαναφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες , εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του.
Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη, όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητας του, κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ' αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά τα οποία πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 23 παρ.2 του ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυση του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας , αλλά με τη συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων (Ολ.
ΑΠ 9/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του εξέθετε, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την 1/9/2004, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, ως διευθυντής τομέα τεχνικού τμήματος, ότι έκτοτε προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι και την 31/3/2009, οπότε και απολύθηκε απ' αυτήν, με την επίκληση οικονομοτεχνικών λόγων, πλην όμως στη θέση του τοποθέτησε άλλον εργαζόμενο, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν προσχηματική και κακόβουλη και εν γένει καταχρηστική, διότι η εναγομένη δεν συνεκτίμησε τα κοινωνικά και οικονομικά του κριτήρια σε σχέση μ' αυτά των άλλων εργαζομένων, που δεν απολύθηκαν, κατά την πραγματοποίηση της επιλογής της, ούτε ερεύνησε την περίπτωση της επίτευξης του επιδιωκομένου σκοπού της, ήτοι την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της, με τη λήψη ηπιότερων μέτρων, προσφεύγοντας στο επαχθέστερο μέτρο της απόλυσης του και ζήτησε, α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας, β) να διαταχθεί η επαναπρόσληψή του και η πραγματική του απασχόληση, γ) να απαγγελθεί για κάθε ημέρα άρνησης της εναγομένης να συμμορφωθεί προς την απόφαση που θα εκδοθεί, χρηματική ποινή 300 ευρώ, και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας του εις αυτή χρονικού διαστήματος, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.
Επί εφέσεως της εναγομένης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντος, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το νόμω βάσιμο του αιτήματος να διαταχθεί η επαναπρόσληψή του και η πραγματική του απασχόληση από την εναγομένη, τα ακόλουθα: Η ένδικη αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι στο δικόγραφό της δεν γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών, σύμφωνα με τα οποία η άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί τις προσφερόμενες εκ μέρους του υπηρεσίες, γίνεται κάτω από περιστάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ ή συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς του ή ότι εκ προθέσεως ζημιώνεται κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή ότι υπαιτίως προσβάλλεται το δικαίωμα στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή, στοιχεία απαραίτητα για τη νομική θεμελίωσή του.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς το ως άνω αίτημα, και το απέρριψε ως μη νόμιμο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό περί καταχρηστικής άρνησης της εναγομένης για επαναπρόσληψή του ενάγοντος και πραγματική απασχόληση είναι αβάσιμος, καθόσον τον ισχυρισμό αυτό το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως μη νόμιμο.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη ή αόριστη.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο, για αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του για επαναπρόσληψη του από την αναιρεσίβλητη και πραγματική απασχόληση είναι νόμω αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης ως προς το αίτημα αυτό αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/1/2014 αίτηση για αναίρεση της 5787/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ