Legislator Case Law & Legislation
63/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to prove prior legal argument in lower court.

Case Number 63/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Social Security Institution's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in law by failing to examine specific contract terms regarding lease renewal, but the court found this claim inadmissible. The court ruled that the appellant failed to demonstrate that these specific legal arguments were properly raised and argued before the Court of Appeal, violating the principle that appeals must address issues previously litigated.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds rely on an argument not lawfully proposed in the court of first instance, unless it concerns a non-proposable violation, a defect in the decision itself, or public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Code of Civil Procedure prior argumentation Social Security Institution lease renewal contract legal argumentation court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 1 para. 1 of the IKA Leases Regulation
Art. 8 of the IKA Leases Regulation

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 63 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 63/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Νομικό Σύμβουλο του Κράτους Ιωάννη Διονυσόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. συζ. Δ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Μίντζια και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 20-3-2009 πρόσθετες παρεμβάσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2535/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2608/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-6-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 2-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του κανονισμού μισθώσεων ή εκμισθώσεων αγορών και εκποιήσεων ακινήτων του ΙΚΑ (ΥΑΒ/2/2003-ΥΑΒ/21/18003/3318 ΦΕΚ Β 1055 2003). "Οι μισθώσεις ακινήτων του ΙΚΑ διενεργούνται με διαγωνισμό και κατ' εξαίρεσιν με απευθείας συμφωνία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του παρόντος. Το αρμόδιο κατά περίπτωση όργανο του ΙΚΑ αποφασίζει μετά από αιτιολογημένη εισήγηση της υπηρεσίας περί του τρόπου και των όρων συνάψεως των μισθώσεων και κατά την παρ. 2 ίδιου άρθρου.

Ο διαγωνισμός διενεργείται από την Επιτροπή Στέγασης ή από έκτακτη Επιτροπή, η οποία συγκροτείται προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Συγκροτήσεως Τακτικών και Ειδικών Εκτάκτων Επιτροπών". Κατά δε το άρθρο 8 παρ. 1 αυτού "Σε επείγουσες ή εξαιρετικές περιπτώσεις ή εάν ο διαγωνισμός που διενεργήθηκε απέβη άκαρπος ή κρίθηκε ασύμφορος, επιτρέπεται η με απευθείας συμφωνία μίσθωση μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ.

του ΙΚΑ. Το ίδιο ισχύει για την επέκταση της εγκαταστάσεως υπηρεσιών του ΙΚΑ σε άλλους χώρους του ίδιου, ομόρου ή παρακειμένου ακινήτου, πλην όμως για χώρο που δεν υπερβαίνει το ήμισυ του μισθωμένου και διάρκεια μέχρι τη λήξη της κυρίας συμβάσεως. Μίσθωση ακινήτου, που ανήκει στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ. διενεργείται με απευθείας συμφωνία, εφ' όσον με αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ.

του ΙΚΑ κριθεί συμφέρουσα". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 9 ίδιου ως ανωτέρω κανονισμού "Η απόφαση που κατακυρώνει το αποτέλεσμα του διαγωνισμού γνωστοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος καλείται να προσέλθει εντός δέκα πέντε (15) ημερών, για την υπογραφή της συμβάσεως μισθώσεως. Εάν ο προσκαλούμενος δεν προσέλθει, κηρύσσεται έκπτωτος με απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ, οπότε καταπίπτει η τυχόν δοθείσα εγγύηση συμμετοχής στον διαγωνισμό.

Το ΙΚΑ διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε άλλης ζημίας" και κατά το άρθρο 12 αυτού. Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί διάρκειας των προστατευόμενων μισθώσεων η άσκηση δικαιώματος παράτασης της διάρκειας της μισθώσεως για χρόνο προβλεπόμενο στη σύμβαση, αποφασίζεται από το αρμόδιο όργανο του άρθρου 1 του παρόντος.

Για κάθε άλλη παράταση, με τους ίδιους ή διαφορετικούς όρους, απαιτείται απόφαση του Δ.Σ., υπό τους όρους και προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του παρόντος, με την οποία ορίζεται ότι "στις μισθώσεις ΝΠΔΔ δεν επιτρέπεται σιωπηρή αναμίσθωση ή σιωπηρή παράταση της μίσθωσης" εφαρμόζεται και για τους ασφαλιστικούς Οργανισμούς που υπάγονται στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πλην ΙΚΑ και ΟΓΑ.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη μίσθωση μετά την παρέλευση του συμβατικού καθώς και του νόμιμου χρόνου διάρκειας αυτής και δη -από 2.11.2006 ανανεώθηκε σιωπηρά παρά τα όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 12 του κανονισμού μισθώσεων του ΙΚΑ (ΥΑΒ/2/2003-ΥΑΒ/21/18003/3318 ΦΕΚ Β 1055 2003) που απαγορεύει τη σιωπηρά παράταση χωρίς προηγούμενη απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ που εκπροσωπείται από τον εκάστοτε Διευθυντή του Υποκαταστήματος που συνάπτει τη μίσθωση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η παράταση της διάρκειας της μίσθωσης η προβλεπόμενη από την ως ανωτέρω διάταξη του κανονισμού του ΙΚΑ δεν είναι ταυτόσημη κατά την έννοια και τις συνέπειες με την κατ' άρθρο 611 ΑΚ αναμίσθωση που δέχθηκε το Εφετείο στην προκείμενη περίπτωση ως καταρτισθείσα, με την οποία θεωρείται ότι συνάπτεται νέα μισθωτική σύμβαση με τους ίδιους όρους όπως η παλιά (αν δεν ορίστηκε διαφορετικά ) η οποία είναι αορίστου χρόνου, η λήξη της οποίας επέρχεται με καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 608 παρ. 2 και 609 Α.Κ., ενώ, πέραν τούτου, κατ' άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 192/1986, η διάταξη του άρθρου 37 του Π.δ/τος, 715/1979 με την οποία ορίζεται ότι "στις μισθώσεις ΝΠΔΔ δεν επιτρέπεται σιωπηρή αναμίσθωση ή σιωπηρή παράταση της μίσθωσης", εφαρμόζεται και για τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς που υπάγονται στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πλην ΙΚΑ και ΟΓΑ.

Περαιτέρω και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ως έγκυρη την αναμίσθωση του μισθίου από το αναιρεσείον καίτοι δεν καταρτίστηκε εγγράφως, κατά παράβαση του άρθρου 12 του κανονισμού μισθώσεων του ΙΚΑ, είναι, μετά την απόρριψη ως αβασίμου του δεύτερου, με το προεκτεθέν περιεχόμενο λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως στηριζόμενος ενόσω ο ως ανωτέρω κανονισμός ουδέν περί αναμισθώσεως και των προϋποθέσεων καταρτίσεώς της διαλαμβάνει.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει απ' αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσής της ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, ερμηνεία η οποία αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της. Εάν παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων στους ερμηνευτικούς κανόνες που περιέχονται στις πιο πάνω διατάξεις παραβιάζει, με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτούς.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους έκτο και έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου των ως ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της σιωπηράς ανανέωσης της ένδικης μισθωτικής σύμβασης μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου διάρκειας αυτής, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καίτοι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων αναφορικά με την ανανέωση ή μη αυτής. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο κατέληξε στο προεκτεθέν αποδεικτικό πόρισμα, όπως από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αφού ερμήνευσε το διέποντα τη μίσθωση κανονισμό του ΙΚΑ, (32286/1210/11.11.1952 απόφαση Υπουργού Εργασίας και ήδη Β/21/18003/3318/29.7.2003 απόφαση Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 16 και 18 του ΑΝ 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων") ο οποίος όμως, δεν φέρει τον χαρακτήρα συμβάσεως ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επειδή ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους καθώς και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως και περιέχουν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου διάρκειας αυτής (2.11.2006) ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο χωρίς τη διατύπωση σχετικού παραπόνου με λόγο εφέσεως από την αναιρεσίβλητη στην περί σιωπηράς παράτασης αυτής κρίση της εκκαλούμενης απόφασης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, ενόσω, η εκκαλούμενη απόφαση (υπ' αρ. 2535/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι η ένδικη μίσθωση μετά τη λήξη της την 2.11.2006 και αφού το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο χωρίς εναντίωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο κατ' άρθρο 611 ΑΚ.

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνταν κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή καίτοι ουδέν διαλαμβάνει αναφορικά με την τήρηση του εγγράφου τύπου για την ανανέωση της μισθωτικής σύμβασης που δέχθηκε ως καταρτισθείσα, κατά παραδοχή της προταθείσας με τους προσθέτους λόγους έφεσης σχετικής ένστασης και κατ' ορθή νομική αξιολόγηση του αρνητικού ισχυρισμού της διαδικαστικής προϋποθέσεως του νομικώς ορισμένου της αγωγής.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος υπάγεται, προκειμένης κατά την αποδιδόμενη πλημμέλεια, νομικής αοριστίας στο πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως ερειδόμενος επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως στηριζόμενος αφού ο διέπων τις μισθώσεις κανονισμός του ΙΚΑ, δεν απαιτεί την τήρηση εγγράφου τύπου για την κατ' άρθρο 611 ΑΚ αναμίσθωση.

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο δικαστήριο της ουσίας ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης ευθέως, άλλως εκ πλαγίου της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 611 ΑΚ διότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει το ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης α) ότι τη σιωπηρή ανανέωση είχαν αποκλείσει τα συμβληθέντα μέρη στην ένδικη μισθωτική σύμβαση με συμφωνία και β) ότι τα συμβληθέντα μέρη στην ένδικη μισθωτική σύμβαση συμφώνησαν την τήρηση του εγγράφου τύπου πριν από κάθε παράταση ή ανανέωση της μισθωτικής σύμβασης.

Ο λόγος αυτός η υπαγωγή του οποίου προσήκει στη ρύθμιση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενέχει αοριστία και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα στοιχεία εκείνα (τρόπος κ' χρόνος) από τα οποία να προκύπτει ότι οι θεμελιωτικοί του λόγου αυτού ισχυρισμοί, είχαν προταθεί από το αναιρεσείον παραδέκτως στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ότι προβλήθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τέτοιοι ισχυρισμοί, για τους οποίους δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς τους από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επειδή με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 24.6.2011 και με αρ. κατ. 180/2012 αίτηση αναιρέσεως της 2608/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ΙΚΑ, ως ηττηθέν, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 183), την οποία ορίζει στο ποσό των 300, 00 ευρώ, εφόσον η νομική αυτού εξυπηρέτηση διεξάγεται μέσω του ΝΣΚ (άρθρο 22 ν.3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.6.2011 και με αρ. κατ. 180/2012 αίτηση αναιρέσεως της 2608/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΙ

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ