Supreme Court dismisses appeal on employer's unilateral change of employee's job role and schedule.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the employer's appeal against the Labor Court's judgment regarding a unilateral change of an employee's position and working hours. The court found the employer's restructuring of the employee from a desk clerk to a call center operator was not an abuse of authority given the lack of specific skills required for the new role. Consequently, the court upheld the original decision awarding damages for moral injury caused by the detrimental modification of the employment contract terms.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652, 57, 59, 281, 288, 914, 932 of the Civil Code; The employer's right to organize the enterprise does not justify a unilateral detrimental modification of the employment contract if it exceeds the limits of good faith and constitutes an abuse of authority, entitling the employee to monetary compensation for moral damage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 63 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 63/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΛΙΝΙΚΗ ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδων Λάλα και Νικόλαο Κάιλα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά.-Μ. Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2049/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3148/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/11/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 3/12/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του Α.Κ. προκύπτει ότι στη σύμβαση εργασίας η ρύθμιση κάθε θέματος που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως για την επίτευξη των σκοπών της ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού . Έτσι ο εργοδότης δικαιούται να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και γενικά τους όρους αυτής, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή την εργασιακή σύμβαση, πάντοτε όμως με το βασικό περιορισμό που τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 Α.Κ., με την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί αυτό καταχρηστικά.
Επομένως, η άσκηση του νομίμου ή συμβατικού δικαιώματος του εργοδότη κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δηλαδή κατά κατάχρηση αυτού, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2112/1920.
Τέτοια μονομερής βλαπτική μεταβολή κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος συντρέχει και όταν ο εργοδότης στα πλαίσια της οργανωτικής αναδιάρθρωσης της επιχειρήσεως του, τοποθετεί το μισθωτό σε άλλη υπηρεσία σε σχέση με εκείνη, στην οποία είχε τοποθετηθεί προηγουμένως, και με άλλο αντικείμενο, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και συνεπάγονται άμεση ή έμμεση υλική ζημία ή ηθική βλάβη με την προσβολή της προσωπικότητάς του ως προς την επαγγελματική αξία του.
Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται, κατά το άρθρο 361 Α.Κ., νέα τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και όχι με βάση εκείνα που φέρεται να έχει επικαλεσθεί ο αναιρεσείων αλλά το δικαστήριο δεν τα εξέτασε ή δεν τα δέχθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη στις 24/9/1990 από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " DIAPLAST Αντιπρ/πείες - Εισαγωγές - Εμπόριο Ιατρικών Ειδών ΕΠΕ ", με σύμβαση εξαρτημένης αορίστου χρόνου και προσέφερε σ' αυτή τις υπηρεσίες της επί δέκα (10) σχεδόν έτη, ως υπάλληλος γραφείου.
Στις 3/4/2000 την πιο πάνω εργοδότιδα της ενάγουσας διαδέχθηκε στα από την ένδικη σύμβαση εργασίας δικαιώματα και υποχρεώσεις της, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των διαδίκων, η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα, με την επωνυμία "ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ Γενική Κλινική Α.Ε.", η οποία διατηρεί την ομώνυμη Γενική Κλινική στην Αθήνα.
Από τότε η ενάγουσα συνέχισε να προσφέρει στην εναγομένη πλέον, υπηρεσίες υπαλλήλου γραφείου - γραμματέα, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού, ο οποίος από το έτος 2006 ανήλθε σε 1.332 ευρώ. Το ωράριο το οποίο συμφωνήθηκε και κατά το οποίο απασχολείτο η ενάγουσα, ήταν οκτάωρο ημερησίως, κατά τις ώρες από 07.00 έως 15.00 και πενθήμερο εβδομαδιαίως κατά τις ημέρες από Δευτέρα έως και Παρασκευή.
Από τα μέσα του έτους 2005, η εναγομένη προέβη σε αναδιοργάνωση της επιχειρήσεώς της, η οποία επεκτάθηκε και σε δεύτερο κτίριο, όμορο εκείνου στο οποίο λειτουργούσε μέχρι τότε. Στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης αυτής, η εναγομένη προέβη σε ανακατατάξεις διαφόρων τμημάτων της και σε προσλήψεις πολλών νέων υπαλλήλων.
Στις 18/5/2006 η εναγομένη δια του Γενικού Διευθυντή της ενημέρωσε την ενάγουσα ότι θα μετακινηθεί από τη Γραμματεία του Λογιστηρίου - Κίνησης Ασθενών στην οποία υπηρετούσε μέχρι τότε και που βρισκόταν στον 1ο όροφο του νέου κτιρίου, στη Γραμματεία των Εξωτερικών Ιατρείων που βρισκόταν στο ισόγειο του ίδιου κτιρίου και ότι θα επέρχονταν και αλλαγή στις ώρες εργασίας της, ήτοι από 07.00 έως 15.00 που ήταν το ωράριό της, σε 09.00 - 17.00.
Η ενάγουσα ζήτησε να μην μετακινηθεί, επικαλούμενη ότι είναι μητέρα εξάχρονου παιδιού και το ωράριο εργασίας θα της προκαλούσε δυσχέρεια να ανταποκριθεί στις οικογενειακές της υποχρεώσεις. Ο Γενικός Διευθυντής της εναγομένης ενοχληθείς με την αντίρρηση της ενάγουσας να μετακινηθεί και επειδή επιδίωκε να απαλλαγεί αζημίως από την ίδια εξωθώντας την σε παραίτηση, της δήλωσε τότε ότι θα πάει ως τηλεφωνήτρια στο τηλεφωνικό κέντρο.
Η ενάγουσα απέκρουσε την πρόταση για μετακίνησή της στο τηλεφωνικό κέντρο της εναγομένης, δηλώνοντας αμέσως την αντίθεσή της, τόσο προφορικά προς τον ως άνω Διευθυντή, όσο και με την από 22/5/2006 σχετική προσφυγή της προς την Επιθεώρηση Εργασίας, ως ιδιαίτερα δυσμενής γι' αυτήν, δεδομένου ότι η αλλαγή της ειδικότητάς της από υπάλληλος γραφείου - γραμματέως σε τηλεφωνήτρια συνιστούσε υποβιβασμό της σε υποδεέστερη θέση και επιπλέον συνεπαγόταν σημαντική αλλαγή του ωραρίου εργασίας της από σταθερό πρωϊνό σε κυλιόμενο με βάρδιες, καθώς και εργασία εκ περιτροπής τα Σαββατοκύριακα.
Συγχρόνως, η ενάγουσα έλαβε λόγω προβλημάτων υγείας, δεκαήμερη άδεια από την εργασία της, μετά γνωμάτευση της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ στο οποίο ήταν ασφαλισμένη. Περαιτέρω, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω προσφυγής στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 25/5/2006, κατά την οποία παρέστησαν αμφότεροι οι διάδικοι, η εναγομένη δια του Γενικού Διευθυντή της Γ.
Δ., ο οποίος την εκπροσωπούσε, παραδέχθηκε ότι της είχε ζητήσει τη μετακίνησή της στο τηλεφωνικό κέντρο και δεν αμφισβήτησε τις παραπάνω δυσμενείς συνέπειες που συνεπαγόταν η μεταβολή αυτή για την ενάγουσα, πλην όμως στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν εμμένει στη συγκεκριμένη μετακίνηση της τελευταίας, αλλά επιθυμεί να επανέλθει η ενάγουσα στην εργασία της και στη θέση που αρχικά της ζητήθηκε να μεταφερθεί, δηλαδή στη Γραμματεία των Εξωτερικών Ιατρείων.
Για την τελευταία αυτή μετακίνηση ο εκπρόσωπος της Επιθεώρησης δήλωσε στην ενάγουσα ότι δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της και ότι θα πρέπει να την αποδεχθεί. Η ενάγουσα δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να αποφασίσει μετά το πέρας της αναρρωτικής της άδειας.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι η ενάγουσα ζήτησε και έλαβε παράταση της αναρρωτικής της άδειας, διαδοχικά μέχρι τις 10/7/2006. Όταν όμως επέστρεψε στην υπηρεσία της στις 11/7/2006 και προσήλθε να αναλάβει καθήκοντα στη Γραμματεία των Εξωτερικών Ιατρείων, θέση στην οποία είχε υποσχεθεί ότι θα την μετακινήσει, συνάντησε την άρνηση του τελευταίου να αποδεχθεί την εργασία της στη θέση αυτή.
Ειδικότερα, ο προαναφερόμενος επικαλέσθηκε προσλήψεις νέων υπαλλήλων κατά το διάστημα της απουσίας της με αναρρωτική άδεια και κάλυψη των κενών θέσεων στη Γραμματεία αυτή και τη διέταξε, σε αυστηρό τόνο, να πάει στο τηλεφωνικό κέντρο και να αναλάβει εκεί καθήκοντα τηλεφωνήτριας. Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα δήλωσε προφορικά στο Διευθυντή, κατά την ίδια ημέρα, αλλά και με την αυθημερόν συνταχθείσα εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποίησε στην εναγομένη την επομένη (12/7/2007) ότι δεν αποδέχεται την ως άνω αλλαγή των όρων εργασίας της, διότι είναι βλαπτική γι' αυτήν για τους λόγους που είχε και αρχικά εκθέσει (υποδεέστερη εργασία, δυσχέρεια ανταπόκρισης στη φροντίδα του μικρού παιδιού της), καθώς και ότι θεωρεί αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της και κάλεσε την εναγομένη να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.
Η τελευταία με την από 12/7/2006 απαντητική εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 14/7/2006 αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της εργαζομένης ενάγουσας και στις 21/7/2006 προέβη σε δήλωση προς τον ΟΑΕΔ περί οικειοθελούς αποχώρησής της. Με βάση τα ανωτέρω, δέχεται ακολούθως το Εφετείο, ότι η μετακίνηση της ενάγουσας από την εναγομένη, από τη Γραμματεία Λογιστηρίου, σε θέση του τηλεφωνικού κέντρου της, προέβη σε μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας της, κατά παράβαση της ατομικής συμβάσεώς της που όριζε ότι θα απασχολείται ως υπάλληλος γραφείου και με καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της ίδιας ως εργοδότιδας, δεδομένου ότι η απασχόληση συνιστούσε υποδεέστερη ειδικότητα από εκείνη της υπαλλήλου γραφείου, με την οποία απασχολείτο συνεχώς και αδιαλείπτως επί συνολικά δεκαπέντε (15) έτη και δέκα (10) μήνες στην έναγομένη, προσμετρουμένης και της προϋπηρεσίας της στην προηγούμενη αυτής εργοδότιδα.
Επιπλέον η μετακίνηση αυτή της ενάγουσας δεν εξυπηρετούσε τις οργανωτικές ανάγκες της εναγομένης, ούτε ωφελούσε τα συμφέροντά της, καθόσον η εργασία στο τηλεφωνικό κέντρο δεν απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις και εμπειρία, ούτε προϋπηρεσία, παράλληλα δε η εναγομένη είχε προσλάβει πολλές νέες υπαλλήλους και ως εκ τούτου οποιαδήποτε από αυτές θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στη θέση της τηλεφωνήτριας αντί της ενάγουσας.
Το ωράριο δε της ενάγουσας ως τηλεφωνήτριας θα ήταν εντελώς διαφορετικό από αυτό του υπαλλήλου γραφείου, γιατί το τελευταίο δεν θα ήταν κυλιόμενο, δηλαδή σε βάρδιες εκ περιτροπής (πρωί - απόγευμα - βράδυ) και με υποχρέωση απασχόλησης σε ημέρες Σάββατου και Κυριακής, το οποίο θα είχε άμεσες δυσμενείς επιπτώσεις για την ενάγουσα στον προγραμματισμό των οικογενειακών της υποχρεώσεων, ενόψει και του μικρού ηλικίας ανήλικου παιδιού της και επομένως, η ενάγουσα βασίμως θεώρησε τη μεταβολή αυτή των όρων της ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεώς της όπως είχε το σχετικό δικαίωμα και αξίωσε ως συνέπεια αυτής την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως .Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγικές αξιώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονταν και αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς της, με τις παραδοχές ότι η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως της ενάγουσας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρήθηκε, είχε ως αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της, αφού από την πιο πάνω ενέργεια εθίγη η επαγγελματική της αξία και υπόληψη, καθόσον η τοποθέτησή της σε υποδεέστερη θέση έδωσε την ψευδή εντύπωση στο επαγγελματικό και κοινωνικό της περιβάλλον ότι αδυνατούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της ως υπαλλήλου γραφείου .Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 και 281 Α.Κ.
και 7 του ν. 2112/1920, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση, αφού με τις ως άνω παραδοχές συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη το έτος 1990, ως υπάλληλος γραφείου από την ΕΠΕ με την επωνυμία "DIAPLAST", την οποία διαδέχθηκε το έτος 2000 σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, ότι η ενάγουσα συνέχισε να προσφέρει τις ίδιες ως άνω υπηρεσίες της υπαλλήλου γραφείου μέχρι το έτος 2006, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, από Δευτέρα έως Παρασκευή και από 07.00 έως 15.00, ότι στα πλαίσια αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της και ανακατάταξης διαφόρων τμημάτων η εναγομένη προέβη σε προσλήψεις πολλών νέων υπαλλήλων και στις 18/5/2006 ενημέρωσε την ενάγουσα ότι θα μετακινηθεί στο τηλεφωνικό κέντρο, τι η ενάγουσα εξέφρασε αμέσως την αντίθεσή της στη μετακίνηση αυτή, τόσο προφορικά όσο και με την από 22/5/2006 προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, θεωρώντας την δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας της, αφού η αλλαγή της ειδικότητας από υπάλληλος γραφείου σε τηλεφωνήτρια συνιστούσε υποβιβασμό σε υποδεέστερη θέση και συνεπάγονταν σημαντική αλλαγή του ωραρίου εργασίας από σταθερό πρωινό σε κυλιόμενες βάρδιες, καθώς και σε εργασία εκ περιτροπής τα Σαββατοκύριακα, ότι ενώ στην Επιθεώρηση Εργασίας ο εκπρόσωπος της εναγομένης υποσχέθηκε ότι η ενάγουσα θα μετακινηθεί στη Γραμματεία των Εξωτερικών Ιατρείων και όχι στο τηλεφωνικό κέντρο, όταν επέστρεψε στην εργασία της από αναρρωτική άδεια στις 11/7/2006 ο Γενικός Διευθυντής τη " ...
διέταξε σε αυστηρό τόνο να πάει στο τηλεφωνικό κέντρο και να αναλάβει εκεί καθήκοντα ως τηλεφωνήτρια και ότι την επομένη (12/7/2006) η ενάγουσα με εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη δήλωσε ότι δεν αποδέχεται τη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της συμβάσεως, την οποία θεωρεί ως άτακτη καταγγελία αυτής, συγκροτούν τις νόμιμες προϋποθέσεις της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως της ενάγουσας, η οποία είναι αντίθετη στην καλή πίστη και αποτελεί καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, που παρέχει σ' αυτήν το δικαίωμα, κατ' άρθρο 7 του ν. 2112 / 1920, να θεωρήσει τη μονομερή μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως ως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας τη νόμιμη αποζημίωση, καθώς και την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (όχι και από το αρ. 19 του ίδιου άρθρου) πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές ( άρθρο 559 αρ. 8 ) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτό λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής ή ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως .Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων.
Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, όπως όταν η απόφαση περιλαμβάνει παραδοχές αντίθετες προς τον ισχυρισμό αυτό.
Επίσης ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος ή δεν είναι ουσιώδης και ως εκ τούτου δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι όταν απεχώρησε η αναιρεσίβλητη από την εργασία της, στις 11/7/2006 και αυθημερόν της απέστειλε εξώδικη δήλωση - πρόσκληση με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την τοποθέτησή της στο χώρο του τηλεφωνικού κέντρου, την οποία θεώρησε ως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η ίδια απάντησε με την από 12/7/2006 εξώδικη πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 14/7/2006 με την οποία την καλούσε να εργασθεί, προσδιορίζοντας το χώρο, το αντικείμενο και το ωράριο εργασίας.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αλλά αρνητικό της βάσεως της αγωγής ισχυρισμό, περί μονομερούς μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως, την οποία η αναιρεσίβλητη θεώρησε καταγγελία από τη πλευρά της εργοδότριας, που της παρέχει το δικαίωμα να αποχωρήσει από την εργασία και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση, ο οποίος δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την πρόσκληση προς εργασία η αναιρεσείουσα την απηύθυνε προς την αναιρεσίβλητη μετά τη λύση της εργασιακής σχέσεως που επήλθε με την ως άνω καταγγελία.
Επιπλέον ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές, ότι όσα διατείνεται η αναιρεσείουσα με την από 12/7/2000 εξώδικη δήλωσή της ότι δεν υπήρξε βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της, αφού η "... ενάγουσα παρεξήγησε τη σχετική και όλως διακριτική υπόδειξη που της έγινε στις 11/7/2006 από το Γενικό Διευθυντή της, ότι έπρεπε δηλαδή να προσέλθει πρώτα σε αυτόν και να λάβει οδηγίες για το που θα εργασθεί και να μην πάει απευθείας στη Γραμματεία των Εξωτερικών Ιατρείων, καθώς και ότι δεν ζητήθηκε από την ενάγουσα να μεταφερθεί στο τηλεφωνικό κέντρο, ως τηλεφωνήτρια, αλλά στη Γραμματεία Υποδοχής όπου υπάγεται και το τηλεφωνικό κέντρο και όπου θα της ανέθεταν κυρίως γραμματειακά καθήκοντα ..." είναι αβάσιμα και "...
προβάλλονται προκειμένου να συγκαλυφθεί η εκ μέρους της εναγομένης βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και η αποφυγή έτσι πληρωμής της αξιωθείσας αποζημιώσεως, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι πέραν της Γραμματείας του Λογιστηρίου και εκείνης των Εξωτερικών Ιατρείων υπάρχει Γραμματεία στην ως άνω Κλινική που επονομάζεται Υποδοχής και η οποία περιλαμβάνει και το τηλεφωνικό κέντρο, αντίθετα αποδείχθηκε ότι το τηλεφωνικό κέντρο λειτουργεί αυτόνομα μόνο με τηλεφωνήτριες και ότι η μετακίνηση της ενάγουσας σε αυτό συνεπαγόταν εκτέλεση καθηκόντων τηλεφωνήτριας ..." Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ.
συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτή, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.ΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που πρότεινε και συγκεκριμένα την από 12/7/2006 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 14/7/2006. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος διότι, όχι μόνο από τη μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "...
από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ... και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν ..." προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη και την ως άνω εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας, αλλά και από τη ρητή αναφορά του εγγράφου αυτού στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με τη μνεία ότι η αναιρεσείουσα "...
με την από 12/7/2006 απαντητική εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 14/7/2006 αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της εργαζομένης και στις 21/7/2006 προέβη σε δήλωση προς τον ΟΑΕΔ περί οικειοθελούς αποχώρησής της ... Η εναγομένη με το προαναφερόμενο από 12/7/2006 εξώδικό της ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα παρεξήγησε τη σχετική και όλως διακριτική υπόδειξη που της έγινε στις 11/7/2006 από το Γενικό Διευθυντή της ...".
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ.
του Κ.Πολ.Δ., περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος θεωρείται ότι ασκείται επικουρικώς σε σχέση με τον τρίτο λόγο (από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ.), προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 12/7/2006 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης, την οποία επέδωσε στην αναιρεσίβλητη στις 14/7/2006, ότι το έγγραφο αυτό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το προσκόμισε προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού ότι δήθεν μετέθεσε καταχρηστικά την αναιρεσίβλητη στο τηλεφωνικό κέντρο, ως τηλεφωνήτρια και όχι ως υπάλληλο γραφείου με διαφορετικό ωράριο εργασίας, ότι με το έγγραφο αυτό, α ) διευκρίνιζε επακριβώς τα νέα καθήκον- τα που ανέθετε στην αναιρεσίβλητη, που ήταν καθήκοντα γραμματέα (υπαλλήλου γραφείου), β ) προσδιόριζε το χώρο εργασίας στο ισόγειο της Κλινικής, όπου επί σειρά ετών εργαζόταν η αναιρεσίβλητη, γ ) προσδιόρισε συγκεκριμένα το ωράριο εργασίας της σε πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως Παρασκευή), με μόνη μεταβολή τη μετάθεση της ώρας έναρξης της εργασίας της από τις 07.00 στις 08.00, για να συμβαδίζει με το νέο ωράριο λειτουργίας των υπηρεσιών της, και δ ) προσκάλεσε την αναιρεσίβλητη να αναλάβει τα νέα της καθήκοντα μέσα σε τρεις ημέρες, ενώ το Εφετείο παραμορφώνοντας το έγγραφο δέχθηκε ότι ο Γενικός Διευθυντής της στις 11/7/2006 "διέταξε (την αναιρεσίβλητη) σε αυστηρό τόνο να πάει στο τηλεφωνικό κέντρο και να αναλάβει καθήκον- τα ως τηλεφωνήτρια" και ότι "με τη μετακίνησή της από τη Γραμματεία του Λογιστηρίου, σε θέση του τηλεφωνικού κέντρου προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, κατά παράβαση της ατομικής της συμβάσεως ...
που όριζε ότι θα απασχολείτο ως υπάλληλος γραφείου ... με καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της ίδιας ως εργοδότιδας, δεδομένου ότι η απασχόληση της ενάγουσας ως τηλεφωνήτριας συνιστούσε υποδεέστερη ειδικότητα από εκείνη της υπαλλήλου γραφείου με την οποία απασχολείτο συνεχώς και αδιαλείπτως επί συνολικά δεκαπέντε έτη και δέκα μήνες ...
Επιπλέον η τοιαύτη μετακίνηση δεν εξυπηρετούσε τις οργανωτικές ανάγκες της εναγομένης, ούτε ωφελούσε τα συμφέροντά της καθόσον η εργασία στο τηλεφωνικό κέντρο δεν απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις και εμπειρία, ούτε προϋπηρεσία, παράλληλα δε όπως ομολογεί και η ίδια η εναγομένη είχε προσλάβει πολλές νέες υπαλλήλους και ως εκ τούτου οποιαδήποτε από αυτές θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στη θέση της τηλεφωνήτριας αντί της ενάγουσας.
Τέλος το ωράριο της ενάγουσας ως τηλεφωνήτριας θα ήταν τελείως διαφορετικό από ότι ως υπάλληλος γραφείου, δεδομένου ότι θα ήταν κυλιόμενο δηλαδή σε βάρδιες ...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, α) το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 12/7/2006 εξώδικης δηλώσεως - προσκλήσεως της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη αλλά, αφού το ανέγνωσε ορθά το συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, β) Όσα θεωρεί η αναιρεσείουσα ως "παραμόρφωση" του ως άνω εγγράφου δεν αποτελούν περιεχόμενο μόνο του εν λόγω εγγράφου αλλά εκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων και γ) με το ανωτέρω έγγραφο δεν αποδεικνύεται ουσιώδης ισχυρισμός, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτό επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη μετά τη λύση της εργασιακής σχέσεως.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι αν η βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ο τελευταίος μπορεί να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Το δικαστήριο δε της ουσίας κρίνει αν ο εργαζόμενος υπέστη ηθική βλάβη από τη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, καθώς και ποίο είναι το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση αυτής με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, το είδος της προσβολής της προσωπικότητας, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως αυτής και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Συνεπώς ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 Α.Κ. κατά τον υπολογισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως της αναιρεσίβλητης είναι προεχόντως απαράδεκτος.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/11/2009 αίτηση για αναίρεση της 3148/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ