Supreme Court allows appeal against lower court for contradictory reasoning on contract nature and supervision appointment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a construction supervision contract dispute. The lower court provided contradictory reasoning on whether a contract existed and whether the supervision appointment was formal or substantive, creating legal uncertainty. Consequently, the court found the appeal admissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681, 192, 700 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a lower court's decision contains contradictory reasoning on essential facts or legal qualifications that render appellate review impossible, the appeal must be admitted and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 63 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 63/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΤΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσειουσών: 1) ... και 2) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. H 1η αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μακαρίτη για τον εαυτό της προσωπικά και ως διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της 2ης των αναιρεσειουσών εταιρίας, όρισε πληρεξούσιο αυτής τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της καθ' ου η κλήση - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Π. ΓΑΒΡΕΛΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΟΥΡΤΙΝΩΝ, ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΛΕΥΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ... που όρισε πληρεξούσιο αυτής τον δικηγόρο Βασίλειο Τσιώστα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 27-3-2001 υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7977/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2003 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 353/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 12-2-2008 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 10-1-2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μισθώσεως έργου. Με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και δικαιούται, παραδίδοντας τούτο, να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (άρθρο 681 ΑΚ), η οποία δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του π.δ. 696/1974.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου και στην προκειμένη περίπτωση έως την ολοκλήρωση της μελέτης, να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Οφείλει, όμως, τότε στο μηχανικό ολόκληρη την αμοιβή. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται ανεπαρκώς ή ασαφώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, προκειμένου να κατασκευάσει τριώροφη οικοδομή στο επί της οδού... στη ...., οικόπεδό της, είχε αναθέσει στη διπλωματούχο αρχιτέκτονα μηχανικό ... την εκπόνηση των αναγκαίων αρχιτεκτονικών μελετών για την έκδοση οικοδομικής αδείας, μετά την ολοκλήρωση των οποίων εκδόθηκε πράγματι η υπ' αριθμ. ...
οικοδομική άδεια. Ακολούθως και μετά την έναρξη των οικοδομικών εργασιών με επιβλέπουσα μηχανικό την ανωτέρω, η τελευταία στις 6-7-1994, με σχετική δήλωσή της προς την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, παραιτήθηκε από την επίβλεψη του εν λόγω έργου και αμέσως μετά, εξαιτίας της παραιτήσεως αυτής, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...έγγραφο της άνω Υπηρεσίας προς το Α.Τ. ..., με το οποίο διατάχθηκε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών και χορηγήθηκε στην αναιρεσίβλητη προθεσμία δύο μηνών για την αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας και ορισμό νέου επιβλέποντος μηχανικού.
Στη συνέχεια και επειδή η Πολεοδομική Υπηρεσία διαπίστωσε ότι κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών δεν είχε γίνει η εφαρμογή της αρχικής μελέτης σχετικά με το ύψος του Α' υπογείου καθώς και της στατικής μελέτης σχετικά με τις διαστάσεις των υποστυλωμάτων, η αναιρεσίβλητη τον Ιούλιο του έτους 1994 συνήψε προφορικώς με την πρώτη αναιρεσείουσα, διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό, σύμβαση, με την οποία ανέθεσε σ' αυτήν την εκπόνηση των τεχνικών μελετών, που ήταν αναγκαίες για την αναθεώρηση της αρχικής οικοδομικής αδείας και τη νομιμοποίηση των υπερβάσεων αυτής που είχαν γίνει μέχρι τότε.
Η εν λόγω αναιρεσείουσα συνέταξε τις μελέτες αυτές και στις 7-9-1994 τις υπέβαλε στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο ..., με την από 3-9-1994 αίτηση και την με την ίδια ημερομηνία δήλωση αναθέσεως. Δεν επακολούθησε, όμως, η αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας διότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία αδράνησε μη προσκομίζοντας στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο τα αναγκαία για την αναθεώρηση δικαιολογητικά.
Ακολούθως, μετά από ενέργειες του πολιτικού μηχανικού Μ1, στον οποίο η αναιρεσίβλητη είχε δώσει σχετική εντολή, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .... πράξη, με την οποία αναθεωρήθηκε η αρχική οικοδομική άδεια και επιτράπηκε η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών με επιβλέποντα μηχανικό τον Μ1 και όχι την πρώτη αναιρεσείουσα.
Με βάση αυτά, καταλήγει το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη οφείλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη μόνο τη νόμιμη αμοιβή για την εκπόνηση των ανωτέρω μελετών, που αφορούσαν τις αρχιτεκτονικές εργασίες, τις στατικές εργασίες με αντισεισμικό υπολογισμό, τις εργασίες θερμομονώσεως, πυροπροστασίας κ.λ.π. και ότι μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας πολιτικού μηχανικού και της αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν καταρτίστηκε σύμβαση, με την οποία η δεύτερη ανέθεσε στην πρώτη την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών διότι αντικείμενο της πιο πάνω προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων υπήρξε μόνο η εκπόνηση των αναγκαίων αρχιτεκτονικών και λοιπών μελετών με αποκλειστική επιδίωξη την αναθεώρηση της οικοδομικής αδεία, η οποία έτσι ήταν και το μόνο σκοπούμενο αποτέλεσμα της συμφωνίας αυτής, όχι δε και η ανάθεση του έργου της επιβλέψεως των οικοδομικών εργασιών, αφού το ζήτημα προϋπέθετε αναθεώρηση της αδείας και επανάληψη των εργασιών αυτών, που τελούσαν σε διακοπή και επομένως, ουσιαστικά θα αντιμετωπιζόταν από την αναιρεσίβλητη μετά την πλήρωση των προϋποθέσεων αυτών.
Η τυπική δε αναφορά της πρώτης ενάγουσας στα ανωτέρω έγγραφα με τα οποία ο σχετικός φάκελος κατατέθηκε στην Πολεοδομία (αίτηση και δήλωση ανάθεσης), αλλά και στην από 11-11-1996 έγγραφη αναφορά της εναγομένης στο ΤΕΕ, ως επιβλέπουσας μηχανικού, δεν άγει σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η σχετική δήλωση αφ' ενός μεν έγινε με σκοπό να τηρηθεί η νόμιμη προϋπόθεση για την επανάληψη των οικοδομικών εργασιών, αφετέρου δε ούτε υπό τη μορφή αυτή (της νόμιμης προϋποθέσεως) υλοποιήθηκε ο ορισμός της ως επιβλέπουσας δοθέντος ότι δεν επακολούθησε η αναθεώρηση της αδείας ως αποτέλεσμα της επίμαχης συμφωνίας.
Όμως το Εφετείο, σχετικά με το ζήτημα αν καταρτίστηκε ή όχι μεταξύ της πρώτης των αναιρεσειόντων, πολιτικού μηχανικού, και της αναιρεσίβλητης εταιρείας σύμβαση επιβλέψεως και κατ' επέκταση αν υπήρξε ή όχι καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, το οποίο (ζήτημα) ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 192 και 700 ΑΚ.
Και τούτο διότι, ενώ αρχικά εκθέτει ότι δεν καταρτίστηκε τέτοια σύμβαση, ακολούθως αναφέρει ότι στην αίτηση και τη σχετική δήλωση αναθέσεως της αναιρεσίβλητης προς την Πολεοδομία, αλλά και στην από 11-11-1996 αναφορά της ιδίας στο ΤΕΕ, αναφέρεται ως επιβλέπουσα το έργο μηχανικός η πρώτη των αναιρεσειόντων, πολιτικός μηχανικός, στην οποία είχε ανατεθεί παράλληλα και η εκπόνηση των μελετών για την αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας, δηλαδή ότι είχε καταρτισθεί η εν λόγω σύμβαση και τέλος δέχεται ότι η εν λόγω ανάθεση της επιβλέψεως ήταν τυπική για να τηρηθεί δηλαδή η νόμιμη προϋπόθεση ώστε να επαναληφθούν οι οικοδομικές εργασίες και ότι σε κάθε περίπτωση ο ορισμός της εν λόγω αναιρεσείουσας ως επιβλέπουσας δεν υλοποιήθηκε, χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζει τι εννοεί με τις φράσεις "η ανάθεση της επιβλέψεως ήταν τυπική", ενόψει του ότι τέτοιος χαρακτηρισμός για σύμβαση ή δήλωση βουλήσεως δεν αναφέρεται στις σχετικές περί δικαιοπραξιών διατάξεις του Αστικού Κώδικα και "ο ορισμός της ενάγουσας ως επιβλέπουσας δεν υλοποιήθηκε".
Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Π.ολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7977/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ