Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and finds no error in lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Helios A.E. against the First Instance Court of Crete. The appellant argued that the lower court exceeded its authority by awarding additional damages and failed to consider specific documentary evidence regarding partial payment. The court ruled that the lower court acted within its bounds, properly evaluated all submitted evidence including the disputed documents, and the procedural defect regarding the absent defendant was legally cured.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2), 294, 297, 298, 299, 559(9), 559(11) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal if the lower court's decision is procedurally sound, within the scope of the request, and based on a complete evaluation of all evidence submitted by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 63 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 63/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΙΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυριακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2001 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 18-5-2001 αίτησή της και τους από 20-2-2002 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 103/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 66/2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 500/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 28-9-2003 αίτησή της και τους από 1-10-2005 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 1568/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 500/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 422/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...... προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κώδικος αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.
Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραιτήσεως από της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου δύναται να συντρέχει και όταν ο δικαιούχος εισπράττει το μέρος της τελεσιδίκως σ` αυτόν επιδικασθείσης απαιτήσεως μετά των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, χωρίς επιφύλαξη από αυτόν για το υπόλοιπο μέρος της απαιτήσεώς του, ως προς το οποίο απερρίφθη η αγωγή του.
Η αποδοχή δε της αποφάσεως επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ. (Ολ.ΑΠ. 15/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω αποδοχής της αποφάσεως που δεν έγινε με τον τύπο του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ.
μπορεί να προταθεί από τον αναιρεσίβλητο, μόνο με τις έγγραφες προτάσεις του που καταθέτει είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 του ίδιου κώδικα.
στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη με την από 25-9-1997 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας η τελευταία την προσέλαβε για το χρονικό διάστημα από 1-9-1996 έως 31-8-1997 με συμφωνημένο αντικείμενο της εργασιακής της απασχόλησης, λόγω των ιδιαιτέρων γνώσεων της ως γεωπόνου, την ανάπλαση και αξιοποίηση του περιβάλλοντος χώρου των δύο ξενοδοχειακών συγκροτημάτων της, καθώς και την διεύθυνση συνεδρίων και ομαδικών εκδηλώσεων που διοργανώνονταν σ' αυτά, αντί μισθού 9.000.000 δρχ.
ετησίως και ότι η αναιρεσείουσα στις 2-7-1997 κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση εργασίας χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της πιο πάνω καταγγελίας και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας, δεδουλευμένες αποδοχές δώρα εορτών αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας άδειας, επίδομα άδειας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 24/1999 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 28-8-2000 έφεση της ενώπιον του Εφετείου Κρήτης το οποίο με την υπ' αριθμ. 66/2001 απόφαση του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δεχθέν ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εργασίας.
Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε ενόλω με την υπ' αριθμ. 103/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε προς εκ νέου εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια το Εφετείο με την υπ' αριθμ. 500/2003 απόφαση του δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 17.198 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφαση αυτής ασκήθηκαν αιτήσεις αναιρέσεως εκατέρωθεν. Με την υπ' αριθμ. 844/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η από 8-8-2003 αίτηση αναιρέσεως της και τώρα αναιρεσείουσας (εναγομένης), ενώ με την υπ' αριθμ. 1568/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ως άνω 500/2003 απόφαση του Εφετείου εν μέρει και δη μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την ένσταση της εν μέρει εξοφλήσεως των μισθών της αναιρεσίβλητης, την οποία είχε προτείνει η αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και παραπέμφθηκε προς εκ νέου εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο.
Στη συνέχεια με την από 24-8-2006 κλήση της αναιρεσίβλητης, νομίμως εισήχθη η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο (Δικαστήριο της παραπομπής), το οποίο παραδεκτώς επελήφθη και δίκασε την υπόθεση και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ως άνω κλήσης, για το λόγο ότι η αναιρεσίβλητη είχε αποδεχθεί την υπ' αριθμ. 500/2003 πιο πάνω απόφαση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου, την 17-9-2003, όταν αυτή (αναιρεσείουσα) προέβη στην εξόφληση της, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ειδικότερα, η επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο παραίτηση της αναιρεσίβλητης ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της απόφασης του Αρείου Πάγου (15-6-2006), εφόσον δε η δικονομική αυτή ένσταση περί απαραδέκτου της ως άνω προγενέστερης αιτήσεως αναιρέσεως δεν προτάθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την εκδίκαση αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η εν λόγω ακυρότητα, ακόμη και αν υπήρχε, καλύφθηκε και ορθώς η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της εισήχθη στο Εφετείο με την παραπάνω κλήση, το οποίο ορθώς επίσης απέρριψε σιωπηρώς τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της (κλήσης) και δίκασε μέσα στα όρια που διαγράφονται από την απόφαση που αναιρέθηκε.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Την 1-9-1996 καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης συνταξιούχου καθηγήτριας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας που εκμεταλλεύεται τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα με τις επωνυμίες "......" και "......" στον ......, σύμβαση με βάση την οποία η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει τις υπηρεσίες της λόγω των ιδιαιτέρων γνώσεων της, ως γεωπόνου, για την ανάπλαση και αξιοποίηση του περιβάλλοντος χώρου των πιο πάνω ξενοδοχείων ... .
Ως αμοιβή της συμφωνήθηκε το ποσό των 9.000.000 δρχ. και της παραχωρήθηκε στέγη, τροφή και χρήση αυτοκινήτου. Μετά το Μάρτιο του 1997 άρχισαν μεταξύ των διαδίκων προστριβές με αποτέλεσμα από 2-7-1997 η αναιρεσείουσα να παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης. Με την υπ' αριθμ. 500/2003 απόφαση του δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Κρήτης), κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η εν λόγω σύμβαση φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και ότι ο μισθός της αναιρεσίβλητης συνυπολογιζομένων των παροχών σε είδος υπερέβαινε το ποσό του 1.000.000 δρχ.
και ότι μετά την 2-7-1997 που η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της αναιρεσίβλητης κατέστη υπερήμερη. Όσον αφορά τις οφειλόμενες αποδοχές της αναιρεσίβλητης για το πριν από την καταγγελία χρονικό διάστημα η ίδια συνομολόγησε ότι της καταβλήθηκε το ποσό των 2.400.000 δρχ. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι πέραν του ποσού των 2.400.000 δρχ.
κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη και το ποσό των 1.500.000 δρχ. για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών εκ μέρους της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Societe Hellenique du Commerce Exterier SA". Το ποσό αυτό αφορούσε χρέος της αναιρεσείουσας προς την ως άνω εταιρία, της οποίας η αναιρεσίβλητη ήταν διοικητικό στέλεχος, το οποίο και καταβλήθηκε τμηματικά στην εν λόγω εταιρία για υπηρεσίες που η ως άνω εταιρία προσέφερε στην αναιρεσείουσα μέσω της αναιρεσίβλητης, η οποία τότε εργαζόταν στην εταιρία αυτή ... .
Εξάλλου, ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η ως άνω καταβολή έγινε έναντι των μισθών της αναιρεσίβλητης ή ότι προκατέβαλε σ' αυτήν μισθό πριν από την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, όπως στην μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη με ημεροχρονολογία 25-7-1996 απόδειξη. Επομένως η ως άνω καταβολή δεν έγινε σε εκτέλεση της από 1-9-1996 εργασιακής συμβάσεως, αλλά σε εκτέλεση της συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών προγενέστερης της ένδικης συμβάσεως, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη.
Κατά συνέπεια η ένσταση μερικής εξόφλησης των μισθών της αναιρεσίβλητης, κατά το ως άνω ποσό πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές αφού δέχτηκε την έφεση κατά το μέρος της που αφορούσε την ως άνω ένσταση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, πλέον του επιδικασθέντος ήδη αμετακλήτως σ' αυτήν, με την υπ' αριθμ. 500/2003 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ποσού των 17.198 ευρώ και το ως άνω ποσό των 1.500.000 δρχ, ήτοι 4.402 ευρώ.
Υποχρέωσε δε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 21.600 ευρώ ενσωματώνοντας και το ως άνω επιδικασθέν σ' αυτήν ποσό με την 500/2003 απόφαση του, για την ενότητα της εκτέλεσης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. με το να δεχθεί ότι η καταβολή του ποσού των 1.500.000 δρχ.
δόθηκε για την εξόφληση προγενέστερης απαίτησης της αναιρεσίβλητης και όχι προς εξόφληση των μισθών της ένδικης αγωγής, αφού τα ως άνω περιστατικά προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν συνιστούν " πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη (αρ. 8 άρθρου 559) με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι απαραδέκτως λήφθηκαν υπόψη τα παραπάνω, γιατί δεν είχαν προταθεί νομίμως από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, η οποία υπέβαλε εκπροθέσμως τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, αφού υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει και το ποσό των 17.198 ευρώ, παρά το γεγονός ότι το ποσό αυτό είχε ήδη εξοφληθεί από αυτήν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού το Εφετείο συμμορφούμενο πλήρως με την υπ' αριθμ. 1568/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, περιορίστηκε στην έρευνα μόνο της ενστάσεως εξοφλήσεως που αφορούσε το ποσό των 1.500.000 δρχ.
το οποίο και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, μόνο δε για την ενότητα της εκτέλεσης και τον υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης, ενσωμάτωσε σ' αυτήν και το επιδικασθέν ήδη αμετακλήτως στην αναιρεσίβλητη ποσό των 17.198 ευρώ, το οποίο αν όντως έχει καταβληθεί από την αναιρεσείουσα, θα συνυπολογιστεί κατά την εκτέλεση της απόφασης.
Εξάλλου, με την ως άνω κρίση του Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και περιορίστηκε στην έρευνα των θεμάτων μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τους, τέταρτο κατά το δεύτερο μέρος του και τον πέμπτο, λόγους της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 18 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμα και απορριπτέοι ως εκ τούτου είναι οι λόγοι αυτοί.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ή δεν συνάγεται με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών που κατά την έννοια του άρθρου 335 Κ.Πολ.Δ.
ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι απέρριψε τον ισχυρισμό της περί εν μέρει εξόφλησεως των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης , γιατί δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε.
Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: α) το ...... τιμολόγιο της Ελληνικής Εταιρίας Εξωτερικού Εμπορίου ΑΕ, για μελέτη επίβλεψη περιβάλλοντος χώρου ξενοδοχείου Ελούντα ..., β) την από 25-11-96 Μελέτη-επίβλεψη της αναιρεσίβλητης και γ) το 24/1998 Πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου όπου η ένορκη βεβαίωση του συζύγου της ...... .
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα ως άνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-11-2007 αίτηση της Ανώνυμης εταιρίας "ΗΛΙΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 422/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ