Legislator Case Law & Legislation
63/2007 AI generated

Supreme Court remands collective dismissal case for retrial due to appellate court's failure to examine statutory grounds.

Case Number 63/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded an appeal regarding a collective dismissal case to the Court of Appeal for a new trial. The appellate court had dismissed the plaintiff's claim as vague, failing to address the statutory grounds for invalidating the dismissal under the Collective Dismissals Law. The Supreme Court held that the appellate court erred by not examining the plaintiff's specific arguments regarding legal compensation and professional qualifications, which are essential for the case's outcome.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 Law 1387/1983; Art. 559(8) & 580(3) Civil Procedure Code: An appellate court must examine all substantive grounds raised by the appellant; failure to do so constitutes a procedural error requiring remittal for retrial.

Keywords

AI generated
collective dismissal appellate procedure legal compensation vague claim remittal for retrial statutory grounds professional qualifications

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 Law 1387/1983
Art. 559(8) Civil Procedure Code
Art. 580(3) Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 63 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 63/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ενώσεως Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας, που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσίχλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 481/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 814/2003 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του, την παραδοχή κατά το δεύτερο σκέλος του, ως και του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην παρ.1 του άρθρου 1 ν.1387/1983 "Έλεγχος Ομαδικών Απολύσεων και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζομένους, για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επομένης παραγράφου".

Κατά την επομένη παράγραφο "τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές, καθορίζονται από τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα και είναι τα εξής α) πέντε εργαζόμενοι για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν 20-50 άτομα β) ποσοστό 2-3% του προσωπικού και μέχρι 30 άτομα για επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από 50 εργαζομένους.

Το ποσοστό αυτό καθορίζεται για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα με τις συνθήκες εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Ακολούθως στα άρθρα 3-5 του νόμου, ορίζεται η διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει ο εργοδότης για να επιτύχει την έγκριση των σχεδιαζομένων απολύσεων και, τέλος με το άρθρο 6 παρ.1 ορίζεται ότι οι ομαδικές απολύσεις που γίνονταν κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες.

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας ένεκα παράβασης του νόμου περί ομαδικών απολύσεων, είναι ανάγκη, προκειμένου περί επιχειρήσεως που απασχολεί περισσότερους από 50 εργαζομένους να μνημονεύεται σ' αυτήν ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολούνταν στην αρχή κάθε μηνός, εντός του οποίου έγινε η προσβαλλόμενη ως άκυρη απόλυση, ώστε με βάση τον αριθμό αυτόν, πολλαπλασιαζόμενο με το ποσοστό που ορίζει κάθε φορά η οικεία υπουργική απόφαση, να προκύπτει ο αριθμός των δυναμένων να απολυθούν κάθε μήνα νομίμως, εκ της συγκρίσεως του οποίου προς τον αριθμό των απολυθέντων να προκύπτει η τυχόν γενομένη υπέρβαση (ΑΠ 175/2000).

Περαιτέρω η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για οικονομικοτεχνικούς λόγους είναι καταχρηστική, όταν ο εργοδότης, προκειμένου να επιλέξει τους μισθωτούς που θα απολυθούν, παραλείπει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας, οικονομικής και οικογενειακής κατάστασης του καθενός, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που τον βαρύνει κατά τα άρθρα 651, 657, 658, 660, σε συνδυασμό με τα άρθρα 200, 281 και 288 του ΑΚ και επιτάσσει την απόλυση εκείνων για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές.

Επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1α του ΚΠολΔ, ο μισθωτός, ο οποίος προβάλλει αξιώσεις από άκυρη για το λόγο αυτό καταγγελία, οφείλει με ποινή απαραδέκτου, λόγω αοριστίας της αγωγής του, να εκθέσει σαφώς, είτε καθ' υποφοράν στην αγωγή του, είτε αντενιστάμενος με τις προτάσεις του, εκτός από τις δικές του ανάγκες, την αρχαιότητα, την ηλικία και την οικονομική και οικογενειακή του κατάσταση, και εκείνες συγκεκριμένων συναδέλφων του που έπρεπε ν' απολυθούν αντ' αυτού.

Στην προκειμένη υπόθεση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 9-2-1999 αγωγή του εξέθετε, ότι προσλήφθηκε την 10-10-1983 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη 'Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας ως υπάλληλος της με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και απολύθηκε την 31-12-1998 με καταγγελία της συμβάσεως του.

Ζήτησε την ακύρωση της καταγγελίας, επειδή αυτή έγινε κατά παράβαση του νόμου περί ομαδικών αποφάσεων και επικουρικά επειδή η αναιρεσίβλητη, κατά την επιλογή των απολυθέντων για οικονομοτεχνικούς λόγους υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ίδιος, δεν έλαβε υπόψη τα κοινωνικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας και των οικονομικών και οικογενειακών του αναγκών.

Στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθεται ότι η αναιρεσίβλητη απασχολούσε 150 εργαζομένους και απέλυσε 42, χωρίς όμως να αναφέρεται και ο αριθμός των εργαζομένων στην αρχή του μηνός Δεκεμβρίου 1998 εντός του οποίου έγινε η απόλυση του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω στο ίδιο δικόγραφο αναφέρονται συγκεκριμένως ποία άτομα διατηρήθηκαν στην υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, ενώ έπρεπε ν'απολυθούν αντί του αναιρεσείοντος, η αρχαιότητα, οι οικονομικές και οικογενειακές ανάγκες, η ειδικότητα και η αποδοτικότητα αυτού και των διατηρηθέντων συναδέλφων του.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς μεν την ακυρότητα της καταγγελίας, κατά παράβαση του νόμου περί ομαδικών απολύσεων, επειδή δεν αναφέρονταν ο χρόνος απολύσεως των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, ώστε να εκτιμηθεί αν πρόκειται για απολύσεις καθ' υπέρβαση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 1 ν. 1387/1985 ποσοστού (2-3%) απολύσεων ανά ημερολογιακό μήνα, ως προς δε την ακυρότητα λόγω μη λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως από την αναιρεσίβλητη των κοινονικοοικονομικών κριτηρίων, επειδή δεν εκτίθεται στην αγωγή, ότι ο αναιρεσείων διέθετε τα προσόντα για την εκτέλεση της εργασίας των διατηρηθέντων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης συναφέλφων του.

Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο που απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς τον πρώτο λόγο ακυρότητας της καταγγελίας δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Αντίθετα, απορρίπτοντας ως αόριστη την αγωγή ως προς το δεύτερο λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, αξιώνοντας για την πληρότητα του δικογράφου της και το στοιχείο, ότι ο αναιρεσείων διέθετε τα προσόντα για την εκτέλεση της εργασίας των μη απολυθέντων συναδέλφων του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως ως προς το δεύτερο σκέλος του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Επομένως πράγματα, κατά την έννοια αυτήν αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση της καταγγελίας και για το λόγο ότι δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη χωρίς να εξετάσει το λόγο αυτό ακυρότητας της καταγγελίας. 'Ετσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. κατά το βάσιμο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 814/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας σύμφωνα με το σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ