Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify substantive law violations in the appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court of Larissa regarding a cadastral correction. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence and failed to provide a legal basis for its findings. The court ruled this appeal inadmissible because the request did not specify the violated substantive law provisions or the factual assumptions underlying the alleged error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal request is inadmissible if it fails to specify the violated substantive law provisions, the factual assumptions, and the impact on the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 639 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 639/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Σακαντάμη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ αριθμ ...2010 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, 166/2014 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 166/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επιλαμβανόμενο, έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που συνεκδίκασε αίτηση της αναιρεσείουσας για τη διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής, με την κυρία παρέμβαση που άσκησε το τελευταίο.
Ειδικότερα όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη (χωρίς αμφισβήτηση) του επίδικου, δικαιώματος του αιτούντος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την ζητούμενη διόρθωση εγγραφής.
Ειδικότερα το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει σε μεγαλύτερη έκταση και ειδικότερα εντός του πολυγώνου ..., που ήταν δάσος, άλλως δασική έκταση, σύμφωνα με αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960 και ήταν καλυμμένο από αείφυλλα πλατύφυλλα δενδρώδους και θαμνώδους μορφής, μέσης πυκνότητας άνω του 50%, περιήλθε δε σε αυτό ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτή.
Προσκομίζει δε με επίκληση τις αεροφωτογραφίες λήψεως 1945 και 1960. Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι το επίδικο ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, ανήκε στην πρώην ..., σημερινός ..., τουλάχιστον από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και πέραν της ογδονταετίας, η οποία ασκούσε επί της όλης εκτάσεως, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν σε πραγματικό κύριο, μάλιστα δε με τη με αριθ.131/1968 απόφαση του τότε δημοτικού συμβουλίου εντάχθηκε η όλη περιοχή στο σχέδιο πόλης, περιήλθε δε σε αυτήν (αιτούσα), με άτυπη σύμβαση δωρεάς στις 30-12-1983, από τον πατέρα της Κ.
Δ. ενόψει του επιγενόμενου γάμου της ως προίκα και ασκούσε επ’ αυτού για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, προβαίνοντας στην περίφραξη του με συρμάτινο πλέγμα, στον καθαρισμό του από τα άγρια χόρτα και καλλιεργώντας το με κηπευτικά, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή κυρία αυτού, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας.
Στον δικαιοπάροχο της δε περιήλθε δυνάμει ατύπου συμβάσεως αγοράς από τον Δ. Ζ. του Κ., συντάχθηκε δε για το σκοπό αυτό και το με αριθμό .../28-7-1980 προσύμφωνο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Λάρισας Ι. Τ., στον τελευταίο δε περιήλθε κατόπιν παραχώρησης από την τότε ... δυνάμει της υπ’ αριθμ. 11/1977 απόφασης του τότε Κοινοτικού ....
Το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο αρνείται την κυριότητα της ... στο επίδικο. Εξάλλου, για το ίδιο ακίνητο (επίδικο) οι Κ. Ζ., Π. Ζ. και Μ. Ζ., κληρονόμοι του αποβιώσαντος απώτερου δικαιοπαρόχου της αιτούσας Δ. Ζ., κατέθεσαν την από 22-2-2013, προαναφερόμενη κύρια παρέμβαση τους, ενώ έχουν ασκήσει σε βάρος της αιτούσας την από 5-7-2012 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (τακτική διαδικασία), έχει το ίδιο περιεχόμενο με την κύρια παρέμβαση και με την οποία ν’ αναγνωριστούν αυτοί κύριοι του επιδίκου ακινήτου, επικαλούμενοι ως τρόπο κτήσεως κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία με συνεχείς και αδιάλειπτες πράξεις νομής επί του επιδίκου του δικαιοπαρόχου τους και, μετά το θάνατο του, των ίδιων, από το έτος 1977 μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής.
Με τα δεδομένα αυτά υπάρχει αμφισβήτηση του επίμαχου δικαιώματος, του οποίου η διάγνωση αποτελεί αντικείμενο, όχι της δίκης αυτής κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αλλά τακτικής αγωγής, δικαζόμενης κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία. Επομένως και ενόψει όσων εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει η ένδικη αίτηση καθώς και η κυρία παρέμβαση να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, λόγω μη διαπιστώσεως του επικαλουμένου από κάθε διάδικο δικαιώματος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αίτηση της αναιρεσείουσας, με την οποία επικαλούμενη ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία και ότι τούτο, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης εσφαλμένα εμφαίνεται στα οικεία κτηματολογικά βιβλία "ως αγνώστου ιδιοκτήτη" γεγονός που καθιστά ανακριβή τη σχετική κτηματολογική εγγραφή στο αντίστοιχο κτηματολογικό φύλλο του οικείου κτηματολογικού βιβλίου και επιτρέπει να θεωρείται τούτο μετά την οριστικοποίηση της πρώτης εγγραφής, ως ανήκον στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και να αμφισβητείται έτσι η κυριότητά της, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης δια της παραλείψεως εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1β του Ν.3127/2003, σύμφωνα με τη οποία "σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλης ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφ’ όσον νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών, εκτός αν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης ούτε ήταν αυτή εφαρμοστέα με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δε στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δε λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1, 495 παρ. 1, 2, 496 και 518 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης όταν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα είναι τριάντα ημέρες, αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης και λήγει την τριακοστή ημέρα όταν τελειώνει το ωράριο των δικαστικών υπηρεσιών και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 11 εδα του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26-6/10-7-1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν.3514/2006 "σε όλες τις δίκες του Δημοσίου κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε σε βάρος του Δημοσίου είτε σε βάρος των άλλων διαδίκων......
ούτε για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου........ Κάθε προθεσμία η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών...... αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Τέλος κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το Ν.1756/1988, οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν την 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους.
Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 11 εδα του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ρητώς ορίζεται σ’ αυτήν ότι δεν ισχύει μόνον υπέρ του Δημοσίου αλλά και υπέρ των ιδιωτών αντιδίκων του. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα η παράβαση αυτή συντελέσθηκε κατά την αναιρεσείουσα, επειδή το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει τον ισχυρισμό της, που είχε προτείνει με τις προτάσεις της ως εφεσίβλητη, για την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτης λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης αυτής, ενόψει του ότι η προσβαλλομένη πρωτοβάθμια απόφαση επιδόθηκε στο τελευταίο, όπως δεν αμφισβητείται, την 16-6-2011 και η έφεση ασκήθηκε με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου την 15-9-2011 στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι δε διατάξεις του άρθρου 11 του παραπάνω Κώδικα περί δικών του Δημοσίου είναι αντισυνταγματικές, ως αντίθετες με το άρθρο 4 του Συντάγματος και συνεπώς ανεφάρμοστες αφού καθιερώνουν προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου ως προς τις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων έναντι των ιδιωτών διαδίκων, δεχόμενο (το Εφετείο0) ότι η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με την αιτιολογία "εφ’ όσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης".
Ο ισχυρισμός αυτός όμως, δεν ήταν νόμιμος καθ’ όσον η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση της έφεσης άρχισε την επομένη της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης (17-6-2011) και λόγω της αναστολής κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών, (1-7-2011 έως 15-9-2011) οι σχετικές διατάξεις για την οποία δεν είναι αντισυνταγματικές, συμπληρώθηκε την 1-10-2011 και συνεπώς η έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως.
Επομένως το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω μη νόμιμο ισχυρισμό και άρα μη ουσιώδη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.19 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται μεταξύ των άλλων οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της έλλειψης δηλαδή νόμιμης βάσης αυτής, επειδή στερείται αιτιολογιών άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί τούτο στην έκβαση της δίκης, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει, τις οποίες δεν περιέχει και ήταν αναγκαίες για την επάρκειά τους, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2017 αίτηση της Μ. Δ., περί αναιρέσεως της 166/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων(300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ