Legislator Case Law & Legislation
639/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds lacking specific factual premises under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 639/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants alleged procedural errors, including direct and indirect violations of substantive law and constitutional rights, but failed to specify the factual premises underlying these alleged violations. The court ruled that such vague complaints without reference to the specific factual assumptions of the lower court are inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 559(1) and 559(19) of the Civil Procedure Code; An appeal ground for direct or indirect violation of substantive law is inadmissible if it fails to specify the factual premises upon which the lower court's decision was based.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code indirect violation factual premises inadmissible appeal vague grounds property dispute Greek law

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 559(1) and 559(19) of the Civil Procedure Code
Articles 974, 976-979, 984(a) and 984(a) of the Civil Code
Article 559(20) of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 12-13/95
Supreme Court 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 639 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 639/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Α. Π. και 2. Ε. Β. Γ., συζ. Σ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευτυχία Χίου-Γιαννίκου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Μ. του Μ., 2. Π. Μ. του Μ., κατοίκων ... και 3. Α. Μ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Χλούπη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 541/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 677/2006 μη οριστική, 1070/2007 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-5-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 13-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ2, 118 παρ.4 και 216 παρ.1 στοιχ. α' και β του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως αρκεί για το ορισμένο και, κατά συνέπεια, το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης ουσιαστικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα.

Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών, των κατά νόμο παραγωγικών της αγωγικής αξιώσεως, καθώς και η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, συνεχομένη με την υποβολή συγκεκριμένου και όχι αορίστου αιτήματος, είναι απαραίτητη, για να μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί κατά της αγωγής, το δε δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της διαφοράς και στην έκδοση αποφάσεως με συγκεκριμένο περιεχόμενο επιδεκτική εκτελέσεως.

Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις παρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 974, 976 έως 979, 984 εδ. α' και 984 εδ. α' του ΑΚ, στοιχεία της περί διαταράξεως της νομής επί ακινήτου αγωγής είναι η ύπαρξη νομής από τον ενάγοντα, τόσο κατά τον χρόνο της διαταράξεως όσο και κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, την οποία νομή συνιστούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές της βουλήσεώς του να το εξουσιάζει ως ιδικό του, και η προσβολή αυτής από τον ενάγοντα δια διαταράξεως παρανόμως και χωρίς την βούλησή του γενομένη.

Όσον αφορά στην περιγραφή του ακινήτου στην ίδια αγωγή, ήτοι στον προσδιορισμό του κατά την θέση, την έκταση, τα όρια και την ιδιότητά του, συνυφασμένο με την υποβολή συγκεκριμένου και όχι αορίστου αιτήματος, διότι διαφορετικά το δικαστήριο ευρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως, πρέπει (η περιγραφή) να είναι τόσο λεπτομερής, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της ταυτότητός του.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε και με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε επίσης, με αναφορά απλή στη σχετική διάταξη του νόμου ή απλή μνεία αυτής, ούτε και με δικαστική ομολογία του εναγομένου, η οποία, ως αποδεικτικό μέσο με δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, αποκλείει μόνο την διεξαγωγή των αποδείξεων και απαλλάσσει τον αντίδικο από το βάρος της αποδείξεως του ομολογουμένου ισχυρισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, οι αναιρεσίβλητοι ιστορούν ότι είναι συννομείς ενός αγροτικού ακινήτου (ελαιοτεμαχίου) ευρισκομένου στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητος Δρυόπης, στην ειδική θέση "Βλυχό", συνολικού εμβαδού 14.390 τ.μ., οριζομένου "γύρωθεν δυτικώς επί πλευρών μέτρων εξήκοντα τεσσάρων και είκοσι δύο με ιδιοκτησίαν κληρονόμων Δ.

Γ., αρκτικώς επί πλευρών μέτρων εκατόν είκοσι πέντε (125), τεσσαράκοντα επτά (47) και εβδομήκοντα επτά (77) με θάλασσα και μεσημβρινώς επί πλευρών μέτρων εκατόν τεσσαράκοντα με δημοσίαν οδόν Γαλατά Ναυπλίου και εκατόν πεντήκοντα (150) με ιδιοκτησίαν Ν. Λ.". Επίσης, στην ίδια αγωγή εκθέτουν, ότι την νομή επί του επιδίκου απέκτησαν οι μεν δύο πρώτοι εξ αυτών με το υπ' αριθμ. .../24.5.1973 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαβρίας Αγγέλου Λίγγρη, ο δε τρίτος με το υπ' αριθμ. .../7.8.1977 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Κων/νας Φωκιανού, ότι έκτοτε το νέμονται με την άσκηση επ' αυτού διακατοχικών πράξεων που προσιδιάζουν στην φύση του, όπως η συνεχής επίβλεψη, καθώς και ότι οι αναιρεσίβλητοι από του μηνός Φεβρουαρίου 2002 μέχρι το τέλος του έτους 2003 τους διαταράσσουν στην άσκηση της νομής με την διενέργεια επ' αυτού παρανόμων πράξεων χωρίς την βούλησή τους και ειδικότερα με την διάνοιξη εντός αυτού οδού, την διέλευση και στάθμευση οχημάτων, την εκτέλεση εκβραχισμών, την κατασκευή χάνδακος και την τοποθέτηση εντός αυτού σωλήνων υδρεύσεως.

Υπό το εν λόγω περιεχόμενο η ανωτέρω αγωγή εμπεριέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για την δικονομική της πληρότητα. Ειδικότερα γίνεται λεπτομερής περιγραφή του όλου ακινήτου, επί του οποίου έλαβαν χώραν οι παράνομες διαταρακτικές πράξεις από τους αναιρεσιβλήτους, διά της αναφοράς στην θέση, τα όρια, το εμβαδόν και το είδος του, ώστε εκ της εν λόγω περιγραφής να προκύπτει η ταυτότητά του και να μην καταλείπεται περί αυτής καμία αμφιβολία.

Δεν ήταν δε αναγκαία για την δικονομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής και η ειδική μνεία και περιγραφή του συγκεκριμένου ή των συγκεκριμένων εδαφικών τμημάτων, επί των οποίων διενεργήθησαν οι παράνομες διαταρακτικές πράξεις από τους αναιρεσιβλήτους, αφού το αγωγικό αίτημα δεν συνίσταται στην απόδοση ορισμένου εδαφικού τμήματος, για να είναι αναγκαία η ακριβής περιγραφή του, αλλά στην άρση της παρανόμου προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον που προσήκει στην περί διαταράξεως της νομής αγωγή, εντεύθεν δε είναι εντελώς αδιάφορο για την ευδοκίμηση της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση του χώρου εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα οι παράνομες διαταρακτικές ενέργειες ή εντός του οποίου απειλείται ότι θα επαναληφθούν στο μέλλον.

Επομένως, το Εφετείο με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή των αναιρεσειόντων λόγω αοριστίας, παρά τον προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό τόσο πρωτοδίκως όσο και στην κατ' έφεση δίκη, επαναφερθέντα με ειδικό λόγο εφέσεως, δεν υπέπεσε στην από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 αναφερομένη νομική πλημμέλεια και οι περί του αντιθέτου με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως (πρώτο και δεύτερο μέρος) από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις, πράγματι όμως από τον αριθμό 14, κατ' ορθή υπαγωγή τους, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως κλπ ο λόγος αυτός θεμελιώνεται, όταν το απαράδεκτο αυτό, η αναβολή της συζητήσεως ή η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητος άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως π.χ.

είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (άρθρ. 110 παρ.2 ΚΠολΔ) ή στην περίπτωση της παραλείψεως αναβολής της συζητήσεως κατά τα άρθρα 610 και 621 του ΚΠολΔ, κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού δικαιώματός του για την παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της οικογενειακής σχέσεως που αποτελεί προϋπόθεση για την διάγνωση της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 12/2000).

Επομένως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (222 ΚΠολΔ), μη επιβαλλομένη από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητος ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο της αναιρέσεως, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από τον νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης καθώς και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από τον νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεως για την τελευταία απόφαση (άρθρα 544 παρ. 1 και 549 παρ. 2 και 549 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 222 παρ. 2 του ιδίου Κώδικος δεν κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση λόγω εκκρεμοδικίας, προκληθείσης από την άσκηση προγενεστέρας αγωγής.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού η επικαλουμένη από τον αναιρεσείοντα άνω πλημμέλεια δεν ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως. Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση και για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, στην οποία υπέπεσε το Εφετείο, παραβιάζοντας ουσιαστικές διατάξεις, με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση λόγω εκκρεμοδικίας.

Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, γιατί η υπό των αναιρεσειόντων επικαλουμένη παραβίαση του άρθρου 222 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία, ως ρυθμιστική της διαδικασίας ενώπιον των δικαστηρίων προς παροχή εννόμου προστασίας, όπως αυτή προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο.

ΙΙΙ. Επειδή, τα καθαρώς δικονομικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και ή άσκηση της αγωγής ως αμιγούς διαδικαστικής πράξεως, δεν πρέπει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, να ασκούνται παρελκυστικώς ή κατά παράβαση των χρηστών ηθών ή της καλής πίστεως ή του καθήκοντος αληθείας, το περιεχόμενο του οποίου αναλύεται σε υποχρέωση του διαδίκου να μην προβάλει πραγματικούς ισχυρισμούς, των οποίων την αναλήθεια γνωρίζει, και να μην αμφισβητεί πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου του, των οποίων την αλήθεια ασφαλώς γνωρίζει.

Η τυχόν, όμως, παράβαση της διατάξεως αυτής επάγεται ως κύρωση την, σύμφωνα με το άρθρο 205 ιδίου Κώδικος, επιβολή στον παραβάτη διάδικο ή τον δικηγόρο ποινών τάξεως, ή, εφ' όσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, και την επιδίκαση αποζημιώσεως, όχι όμως και το απαράδεκτο της αγωγής, ανταγωγής κ.λ.π., διότι διαφορετικά ο διάδικος θα εστερείτο το κατοχυρωμένο με το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαίωμα για παροχή εννόμου προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως, εξασφαλίζεται ακόμη και στην παραβίαση των επιταγών του άρθρου 116 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων ή δυνατοτήτων, δεν υπόκεινται στην κατ' άρθρο 281 ΑΚ απαγόρευση ασκήσεως, διότι το άρθρο αυτό αναφέρεται στα επί των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου στηριζόμενα δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 14 και 19 του ΚΠολΔ, πράγματι όμως από τον αριθμό 14, κατ' ορθή υπαγωγή του στον λόγο αυτό αναφερομένου νομικού σφάλματος, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 116 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, δεν εκήρυξε την ακυρότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ως διαδικαστικής πράξεως, διότι αυτοί παρέβησαν το καθήκον αληθείας κατά την εξιστόρηση των θεμελιούντων την ιστορική βάση της περιστατικών, όσον αφορά στον χαρακτήρα του επιδίκου ως δημοσίας κοινοχρήστου ή ιδιωτικής οδού, ατραπού κ.λ.π., καθώς και στις διαστάσεις αυτής.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, τόσο κατά το μέρος που η επικαλουμένη ακυρότητα θεμελιώνεται στην παραβίαση του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, αφού αυτή δεν επάγεται, ως δικονομική έννομη συνέπεια, την ακυρότητα οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξεως, όσο και κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην διάταξη του άρθρο 281 ΑΚ, διότι η ουσιαστική αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται επί ασκήσεως δικονομικών δικαιωμάτων ή δυνατοτήτων.

IV. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 3/1997).

Συνεπώς, δεν είναι πράγματα με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που αντλούν οι διάδικοι από τον νόμο ή την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού (ΟλΑΠ 469/1984). Επίσης, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αλυσιτελώς προβάλλεται στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας διαλαμβάνει στις αιτιολογίες, πλεοναστικώς, πέραν των στην ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως κ.λ.π. αναφερομένων περιστατικών, που μόνα τους είναι αρκετά προς θεμελίωση του διαγνωστέου δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως, και άλλα περιστατικά, ως προκύψαντα εκ των αποδείξεων, προς ενίσχυση απλώς της ουσιαστικής του κρίσεως περί της βασιμότητος ή μη της αγωγής, ενστάσεως κ.λ.π..

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8α του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κρίνοντας καταφατικώς περί της ουσιαστικής βασιμότητος της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη και περιστατικά μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή και ειδικότερα ότι οι ενάγοντες ασκούσαν την νομή επί του επιδίκου δι' επιτηρήσεως και εποπτείας, συλλογής των καρπών, εμβαδομετρήσεως και αποτροπής κάθε επ' αυτού επεμβάσεως από τρίτους.

Όπως, όμως, προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, εμπεριέχεται σ'αυτό ο ουσιώδης ισχυρισμός περί ασκήσεως της νομής από τους αναιρεσιβλήτους από τότε που μεταβιβάσθηκε σε αυτούς η κυριότητα του επιδίκου με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, διά της συνεχούς επιτηρήσεως και εποπτείας του.

Το περιστατικό δε αυτό, που έλαβε υπόψη το Εφετείο, είναι αρκετό για την θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος της νομής και αυτοτελώς στρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, εντεύθεν δε η λήψη υπόψη από αυτό και άλλων πράξεων νομής, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, διηγηματικώς, όπως αναφέρονται στο αναιρετήριο, δηλωτικών και αυτών της βουλήσεως των αναιρεσιβλήτων να εξουσιάζουν το επίδικο ως ιδικό τους, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (τέταρτος από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ.),κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην λήψη υπόψη από το Εφετείο του, μη περιεχομένου, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, ισχυρισμού περί επιτηρήσεως και εποπτείας του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά δε το μέρος που ο ίδιος λόγος θεμελιώνεται στην λήψη υπόψη από το Εφετείο των λοιπών πράξεων νομής, που δεν αναφέροναι στην αγωγή, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού η συνεχής εποπτεία και επιτήρηση, ως εμφανείς υλικές πράξεις, που είναι δηλωτικές της βουλήσεως των αναιρεσιβλήτων να εξουσιάζουν το επίδικο ως ιδικό τους, επαρκώς στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

V. Επειδή, διά του υπό του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπομένου λόγου αναιρέσεως πλήσσεται η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για σφάλματα που ενεφιλοχώρησαν κατά τον σχηματισμό της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού, ήτοι κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικαστικής πορείας προς διαπίστωση της υπάρξεως ή μη των στοιχείων του πραγματικού των υπό του δικαστηρίου της ουσίας εφαρμοζομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, προβλεπόντων την διαγνωστέα έννομη συνέπεια. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται,όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αντένσταση κ.λ.π. ως απαράδεκτες ή μη νόμιμες, οπότε η τυχόν υφισταμένη νομική πλημμέλεια ελέγχεται από τον αριθμό 1 ή 14 σε συνδυασμό με τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, προς σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως, ότι τμήμα του επιδίκου δεν φέρει δασικό χαρακτήρα, ακολούθως δε απορρίψαν την ένσταση των αναιρεσειόντων περί κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου επί τμήματος αυτού, δεν έλαβε υπόψη και την νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιθείσα από 28/7/2003 εισήγηση της δασολόγου Α. Κ.. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, την υπό των αναιρεσειόντων προταθείσα ως άνω ένσταση απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, χωρίς να υπεισέλθει στην έρευνα της ουσιαστικής της βασιμότητος. Επομένως, ο ανωτέρω (πέμπτος από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

VI . Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 2, 566 παρ.1 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκαν και κατ' ουσίαν βάσιμες ή αβάσιμες, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ άρθρο 559 αρ. 1), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στην φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578). Το δε τελευταίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί, εάν η αποδιδομένη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/95).

Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 559 αρ. 19 και 566 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν, ή σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα .

Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες και συνετελέσθη η εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, καταλογίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ήτοι για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 57 ΑΚ, 325 ΚΠολΔ και 4 του Συντάγματος. Οι αιτιάσεις όμως αυτές αναιρέσεως, στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά, έστω και συνοπτικώς, στις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως υπό τις οποίες συνετελέσθη η άνω παραβίαση, ούτε και στο συγκεκριμένο υπαγωγικό σφάλμα, αναφορικώς με την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αόριστες και απορριπτέες. Περαιτέρω οι στον ίδιο, έκτο λόγο, διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, κατά το τρίτο μέρος, για πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 16 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως αναφορά των σφαλμάτων, δυναμένων να υπαχθούν στο πραγματικό των αναιρετικών αυτών λόγων, είναι αόριστες και απορριπτέες.

VΙΙ. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον, όταν το Δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, στα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι και η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, διά του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραμόρφωση της εκκληθείσης πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 541/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.5.2008 αίτηση του Σ. Π. κ.ά. για αναίρεση της 1070/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ