Divorce appeal dismissed due to lack of legal interest when both parties won their divorce claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the wife's appeal against the divorce judgment, ruling she lacked legal interest to challenge the decision. Although the court accepted both spouses' claims for divorce based on mutual personality damage, the ruling established that each party effectively won their own cause. Consequently, the court held that no legal interest existed for either spouse to seek further review of the final divorce decree.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 73, 556 §§1 and 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a party who has won a divorce action lacks legal interest to appeal the judgment because the dissolution of the marriage has already produced the intended legal effect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 639 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 639/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. συζ. Ε. Χ. το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4203/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3316/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 9556/4-1-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Α. Π., αντίγραφο της από 10-12-2010 αιτήσεως (κλήσεως) του αναιρεσιβλήτου με την υπ' αυτή πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή δικασίμου, με κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτηση της προεπιδοθείσης στην αναιρεσείουσα αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό και συζητήθηκε, δεν παραστάθηκε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1 και 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της, ως αν ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 576§2 ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 §§1 και 2 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλομένη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση, βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324, '325 Κ.Πολ.Δ..
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ., καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της εγγάμου σχέσεως χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητος για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Έτσι ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της εγγάμου σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως έχει καταστεί για αυτόν αφόρητη.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 Α.Κ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητος, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητος σε καμία περίπτωση ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 Α.Κ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές, με τις οποίες ο καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της εγγάμου σχέσεως από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, και το δικαστήριο έκανε δεκτές και τις δύο, διότι έκρινε ότι ο κλονισμός αφορά το πρόσωπο και των δύο συζύγων, τότε ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών, επήλθε η έννομη συνέπεια, την οποία επιδίωκαν αμφότεροι οι διάδικοι με το αίτημα των αγωγών τους.
Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει αιτιολογίες δυσμενείς για τον καθένα διάδικο, δηλαδή δέχεται ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσεως επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπο του, δεν ασκεί καμμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη.
Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους, δεν έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά μείζονα λόγο, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως από τον ένα μόνο διάδικο, κατά της αποφάσεως επί της ουσίας και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου του, αφού, με την παραδοχή της δικής του αγωγής, επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως, ως προς την αγωγή του αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου και δεν υπάρχει πλέον το αντικείμενο της δίκης (Α.Π. 1514/2010, Α.Π. 28/2009, 13/2009, 170/2008, 1756/2006, 669/2005).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η κρινομένη αίτηση, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3316/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμό 4203/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές αυτών για λύση του γάμου τους με διαζύγιο, λόγω ισχυρού κλονισμού, από γεγονότα που αφορούν το πρόσωπο και των δύο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρα 68, 73 και 577§§1 και 2 Κ.Πολ.Δ., Α.Π. 1514/2010, ΑΠ. 13/2009, ΑΠ. 28/2009).
Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2009 αίτηση της Ν. Χ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3316/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ