Legislator Case Law & Legislation
638/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against construction contract judgment regarding retention money percentages.

Case Number 638/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Olympiaco Village 2004 A.E. against the Second Athens Court of Appeal's decision on a construction contract dispute. The appellant argued the lower court incorrectly applied laws regarding retention money percentages, claiming a 60% return was due upon final acceptance rather than a 40% limit at provisional acceptance. The court rejected this, ruling that the dispute concerned the non-payment of the remaining 60% at final acceptance, not a violation of the 40% provisional limit, and found the lower court's reasoning sufficient and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure; The appeal must be directed only against those defendants against whom the alleged error is applicable, and is inadmissible against other defendants if the error does not affect their rights.

Keywords

AI generated
retention money percentages construction contract dispute provisional acceptance final acceptance inadmissible appeal Code of Civil Procedure legal reasoning sufficiency

Cited Legislation

AI generated
Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 35 paragraph 8 of Law 3669/2008
Article 60 of Law 3669/2008
Article 27 paragraph 5 of Presidential Decree 609/1985
Article 46 of Presidential Decree 609/1985

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 613/2022
Supreme Court Case 309/2020
Supreme Court Case 2080/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 638 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 638/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 29/9/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε." (πρώην "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε."), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. - ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε." (πρώην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. - ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε. - ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε.), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα, που ανακάλεσε την από 29/9/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1568/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5567/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/12/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, στους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη μ` αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (AΠ 613/2022, ΑΠ 309/2020, ΑΠ 2080/2019, ΑΠ 1711/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 27.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 5567/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, συνεκδικάζοντας την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της με αριθμό 1568/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης ως απαράδεκτους ως προς τις πρώτη και δεύτερη των εναγουσών και ήδη πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης ως προς την τρίτη ενάγουσα και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη.

Από την επισκόπηση της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι, με τους αναιρετικούς λόγους που παρατίθενται και πλήττουν την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, δεν προβάλλεται αιτίαση ως προς τις δύο πρώτες των αναιρεσιβλήτων για την απόρριψη της έφεσης και των προσθέτων λόγων έφεσης, ως προς αυτές, ως απαράδεκτων.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της τρίτης εξ αυτών είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566, 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2229/1994, ορίζεται ότι: "1. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α). Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) και του εκάστοτε αρμόδιου υπουργού, είναι δυνατόν έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των ανωτέρω φορέων να εξαιρούνται διατάξεων του παρόντος".

Κατά το προηγουμένως αναφερθέν άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, στους εκεί απαριθμούμενους φορείς του δημόσιου τομέα (στα έργα των οποίων κατά παραπομπή από το άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου 1418/1984 εφαρμόζεται το νομοθετικό καθεστώς του τελευταίου), περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων: α) οι φορείς του άρθρου 1 παρ. 6 Ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 51 Ν. 1892/1990 και β) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.

Κατά δε το άρθρο 1 παρ. 6 περ. ε του Ν. 1256/1982, στους φορείς του δημόσιου τομέα περιλαμβάνονται (μεταξύ άλλων) και ανώνυμες εταιρίες, στις οποίες, είτε το σύνολο, άλλως, η πλειοψηφία των μετοχών τους, ανήκουν στο Δημόσιο, είτε τους έχει απονεμηθεί κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 1418/1984, που ρυθμίζει τη δικαστική επίλυση των διαφορών από δημόσια έργα, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 3α του άρθρου 4 του Ν. 3481/2006, ορίζεται ότι: "1.

Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου. 2.

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται. Αν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο η περισσότερων εφετείων, αρμόδιο καθίσταται εκείνο που ορίζει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, ύστερα από αίτηση εκείνου που ενδιαφέρεται να ασκήσει την προσφυγή".

Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση διαφορών από συμβάσεις δημοσίων έργων, που συνήψαν ανώνυμες εταιρίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι το εφετείο της περιφέρειας, όπου εκτελείται το έργο, υπό πενταμελή σύνθεση κατ' άρθρο 64 του ΕισΝΚΠολΔ, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 111 παρ. 1 εδ.

στ' του ν. 1756/1988. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 2819/2000 συστάθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.", σκοπός της οποίας είναι η κατασκευή, η επίβλεψη, η οργάνωση, ο συντονισμός, η συντήρηση και η εν γένει αξιοποίηση του Ολυμπιακού Χωριού, προϋπολογισμού 25.350.000.000 δραχμών ή 74.394.700 ευρώ.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 και 12 του Ν. 2819/2000, ορίζεται ότι: ".... 2. Η Εταιρία δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού και συμπληρωματικώς από τη νομοθεσία περί ανωνύμων εταιριών.... 12. Για την εκπόνηση των μελετών της Εταιρίας, την εκτέλεση των έργων και τις συναφείς προμήθειες και εργασίες, που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, εφαρμόζεται η παράγραφος 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 (ΦΕΚ 138 Α).

Τους κανονισμούς που προβλέπονται από την παράγραφο 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 (ΦΕΚ 138 Α) εγκρίνουν οι Υπουργοί Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Πολιτισμού και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων". Με την ανωτέρω παράγραφο 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 "Τροποποίηση Ν. 1418/1984 περί δημοσίων έργων", όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 8 προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν. 2576/1998, ορίζεται, ότι: "8.

η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων των εταιριών, καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες γίνονται κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη, πλην εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετική με την ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημόσιων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών.

Τα πλαίσια των διαδικασιών καθορίζονται με κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με τους ανωτέρω κανονισμούς μπορεί να ρυθμίζεται και κάθε θέμα που αφορά στην ανάθεση και εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση και κατασκευή των έργων και στη διενέργεια προμηθειών".

Η παρ. 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 αναφέρεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ιδρύονται σύμφωνα με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου 5 για κάθε μεγάλο έργο, ύψους άνω των είκοσι πέντε δισεκατομμυρίων (25.000.000.000) δραχμών με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας, τα οποία "εφεξής θα διέπονται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, εφόσον δεν τροποποιούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού".

Κατά δε την παρ. 11 του άρθρου 5 του ίδιου Ν. 2229/1994, οι εταιρίες αυτές λειτουργούν για χάρη του δημοσίου συμφέροντος, είναι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ούτε στις διατάξεις που διέπουν εταιρίες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο.

Έτσι, από το συνδυασμό των άνω διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 1418/1984 με αυτές των άρθρων 1 παρ. 2 και 12 του Ν. 2819/2000 και 5 παρ. 6, 8 και 11 του Ν. 2229/1994, σαφώς προκύπτει, ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 ΑΕ" ρητά εξαιρέθηκε από το δημόσιο τομέα και ότι επί των διαφορών από την εκπόνηση των μελετών και την εκτέλεση των έργων της καθώς και αυτών (των διαφορών) από τις συναφείς προμήθειες και εργασίες, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις και όχι οι διατάξεις περί δημοσίων έργων, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 1418/1984 περί δικαστικής επίλυσης των διαφορών από την εκτέλεση δημόσιων έργων, εφαρμοζομένων, όμως, και των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συνεπώς με ένα τυπικό νόμο, όπως είναι ο Ν. 2819/2000 και όχι με απλή κανονιστική πράξη της διοίκησης, όπως είναι η προβλεπόμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1418/1984, τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από την εταιρία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 ΑΕ" εξαιρέθηκαν από τις διατάξεις του Ν. 1418/1994 περί δημοσίων έργων.

Στη συνέχεια, δυνάμει των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 12 του Ν. 2819/2000 και 5 παρ. 8 του Ν 2229/1994, εκδόθηκε η με αριθμό 192081/14-11-2000 (ΦΕΚ Β' 1409/2000) ΚΥΑ των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός ανάθεσης και εκπόνησης μελετών, ανάθεσης και εκτέλεσης έργων, διενέργειας προμηθειών και σύναψης συμβάσεων υπηρεσιών της εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.".

Κατά το άρθρο 1 του Κανονισμού αυτού, το πεδίο εφαρμογής του εκτείνεται σε όλες τις αναθέσεις μελετών έργων, στις αναθέσεις και εκτελέσεις έργων, στη διενέργεια προμηθειών και στη σύναψη συμβάσεων υπηρεσιών της εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.", οι οποίες αποφασίζονται μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με τη ρητή επιφύλαξη των ρυθμίσεων των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Περαιτέρω, με το άρθρο 4.1 του ίδιου Κανονισμού, "Τα έργα της Εταιρίας ανατίθενται και εκτελούνται σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που ορίζονται στις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως εκάστοτε ισχύουν (93/37/ΕΟΚ, 97/52/Ε.Ε.), όπως προσαρμόσθηκαν με το Π.Δ/μα 23/1993 και εκάστοτε ισχύουν και με τα προβλεπόμενα στον παρόντα Κανονισμό.

Συμπληρωματικά και εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα Κανονισμό, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 1418/1984 και του ΠΔ/τος 609/1985, όπως αυτές τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και ισχύουν κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η διακήρυξη, η συγγραφή υποχρεώσεων, τα τεύχη δημοπράτησης και κάθε άλλος σχετικός όρος αποφασίζονται, κατά τα ανωτέρω, από το ΔΣ.

της Εταιρίας". Σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό, τα έργα της εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε." ανατίθενται και εκτελούνται κατά τις διατάξεις των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μόνο συμπληρωματικά εφαρμόζονται σ' αυτά (τα έργα) οι διατάξεις του Ν. 1418/1984. Η συμπληρωματική αυτή εφαρμογή δεν εκτείνεται στην εξαιρετική καθ' ύλην αρμοδιότητα του Εφετείου να κρίνει σε πρώτο βαθμό διαφορές από την εκτέλεση συμβάσεων έργων, που εκτελούνται για λογαριασμό της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τις εξουσιοδοτικές διατάξεις, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανωτέρω ΚΥΑ, που ενέκρινε τον Κανονισμό εκτέλεσης των έργων της εταιρίας.

Πράγματι, στις εξουσιοδοτικές διατάξεις της 192081/14-11-2000 ΚΥΑ, περιλαμβάνονται οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 του Ν. 2819/2000 και 5 παρ. 8 του Ν. 2229/1994, με βάση τις οποίες η ως άνω εταιρία δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα και δεν εφαρμόζεται επί διαφορών από την εκτέλεση συμβάσεων έργων της το άρθρο 13 του Ν. 1418/1984 περί δημοσίων έργων, που ρυθμίζει την εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου να δικάζει τις διαφορές από δημόσια έργα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ , στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης περί αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 5/2003, ΑΠ 937/2019, ΑΠ 1802/2017, ΑΠ 1476/2017, ΑΠ 1192/2010, ΑΠ 138/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 2 ν. 1418/1984, 1 του Ν. 2819/2000, των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 12 του Ν. 2819/2000, 5 παρ. 8 του Ν. 2229/1994 και του άρθρου 4 παρ. 1 της υπ' αριθμ. 192081/14.11.2000 ΚΥΑ των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Πολιτισμού, εσφαλμένα δέχθηκε ότι :

α) το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την ένδικη αγωγή σε πρώτο βαθμό και β) το Εφετείο υπό τριμελή σύνθεση ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει σε δεύτερο βαθμό, ενώ καθ' ύλην αρμόδιο για την υπόθεση ήταν το Εφετείο Αθηνών υπό πενταμελή σύνθεση, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

Η πρώτη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης αρμοδίως και συνεπώς ο ως άνω αναιρετικός λόγος κατ' αυτή την αιτίαση είναι απαράδεκτος. Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η τρίτη ενάγουσα και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα εξής :

Ότι η ίδια τυγχάνει κοινοπραξία, έχοντας ως μέλη τις ανώνυμες τεχνικές εταιρίες με τις επωνυμίες "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε." και "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε." και ότι είχε συνάψει με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία την από 28/05/2001 εργολαβική σύμβαση, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση της ανέγερσης 600 κατοικιών και έργων υποδομής, στο πλαίσιο της εκτέλεσης του έργου της κατασκευής του Ολυμπιακού Χωριού και της μεταολυμπιακής προσαρμογής του, όπως το αναληφθέν έργο περιγράφεται αναλυτικά στα τεύχη, τις μελέτες και τα σχέδια της ως άνω σύμβασης.

Ότι, ειδικότερα, με την από 28/05/2001 σύμβαση είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποπερατώσει πλήρως όλες τις οικοδομικές και ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες των κτιρίων και των έργων υποδομής (οδοποιία, πεζόδρομοι, πλατείες, ελεύθεροι χώροι, έργα ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτροφωτισμού περιβάλλοντος χώρου κλπ), σύμφωνα με τη μελέτη δημοπράτησης, και εν συνεχεία να προβεί στη μεταολυμπιακή προσαρμογή τους, σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες, ώστε να παραδοθούν οι κατοικίες που κατασκευάστηκαν έτοιμες προς χρήση στους δικαιούχους του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.).

Ότι σύμφωνα με τη συναφθείσα σύμβαση, το ανατεθέν έργο έπρεπε να αποπερατωθεί σε τέσσερις (4) φάσεις, εκ των οποίων, η πρώτη αφορούσε την κατασκευή του έργου, μετά το πέρας της οποίας το έργο παραλαμβάνεται διοικητικά από την εναγομένη και την "Ο.Ε. ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε.", η δεύτερη αφορά την Προολυμπιακή και Ολυμπιακή περίοδο, η οποία λήγει με το πέρας των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών Αγώνων και κατά τη διάρκειά της η ενάγουσα έχει υποχρέωση συντήρησης των κατασκευασθεισών εγκαταστάσεων, η τρίτη την επαναπαράδοση του έργου στην ανάδοχο κοινοπραξία (ενάγουσα), ώστε, αφενός να αποκατασταθούν τυχόν ζημίες και βλάβες κατά την ολυμπιακή χρήση και αφετέρου να μετασκευαστούν τα διαμερίσματα για τη μεταολυμπιακή τους χρήση (παράδοσή τους στους δικαιούχους του Ο.Ε.Κ.) και η τέταρτη και τελευταία φάση αφορά τη δωρεάν συντήρηση του έργου και των εγκαταστάσεών του για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών.

Ότι η εκτέλεση των εργασιών μεταολυμπιακής προσαρμογής ολοκληρώθηκε εντός της συμβατικής προθεσμίας, ήτοι στις 31/10/2005, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε τη Διευθύνουσα Υπηρεσία (εναγομένη) με την υπ' αριθ. πρωτ. 17779/31-10-2005 επιστολή της. Ότι η εναγομένη με την υπ' αριθ. πρωτ. 17767/31-10-2005 πράξη της αναγνώρισε μεν την εμπρόθεσμη περάτωση των ανωτέρω εργασιών, εντούτοις δεν προέβη στην έκδοση βεβαίωσης περάτωσης εργασιών, επισημαίνοντας ότι για την έκδοση της εν λόγω βεβαίωσης, πλην της περάτωσης των συμφωνηθεισών εργασιών, απαιτείται να προσκομιστούν επιπλέον και τα αναφερόμενα στην ως άνω πράξη της έγγραφα.

Ότι η ίδια (ενάγουσα) υπέβαλε στην εναγομένη επιμέτρηση του έργου, στην οποία είχε συμπεριλάβει και όλες τις συμπληρωματικές εργασίες που είχαν καταγραφεί στον ήδη εγκεκριμένο 1° Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών, αλλά και κάποιες από τις επονομαζόμενες "επείγουσες" εργασίες του άρθρου 44 του Π.Δ. 609/1985, την 31/10/2005, οπότε και η εναγομένη όφειλε, αφενός να εκδώσει την ως άνω βεβαίωση περάτωσης εργασιών και, αφετέρου, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη διενέργεια της προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου, κατ' εφαρμογή των άρθρων 53 και 55 του Π.Δ. 609/1985 αλλά και των συμβατικών όρων.

Ότι, παρά ταύτα, η εναγομένη, για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά την ίδια, ζήτησε από την ανάδοχο εταιρία (ενάγουσα) να γίνει τμηματικά η παραλαβή του έργου και συγκεκριμένα ανά διαμέρισμα, απαίτηση την οποία αποδέχθηκε τελικά η τελευταία σε ένδειξη καλής πίστης και προς διευκόλυνση της εναγομένης και ότι από τον Οκτώβριο του 2005 έως το Μάρτιο του 2008 παραδόθηκαν σταδιακά σε δικαιούχους του Ο.Ε.Κ. 547 από τα 600 διαμερίσματα της εργολαβίας.

Ότι την 14-4-2006 η ενάγουσα υπέβαλε στην εναγομένη την τελική επιμέτρηση του έργου, στην οποία συμπεριέλαβε καταρχήν τις επιμετρήσεις, που είχαν ήδη υποβληθεί στην εναγομένη την 31/10/2005, αλλά και τις υπόλοιπες επιμετρηθείσες ποσότητες του 2ου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.), ενώ ο λόγος που η τελική επιμέτρηση δεν υποβλήθηκε την 31/12/2005, δηλαδή εντός δύο (2) μηνών από την αποπεράτωση των εργασιών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 4 του Π.Δ. 609/1985, ήταν η αδικαιολόγητη καθυστέρηση της εναγομένης να συντάξει και εγκρίνει τον 2° Α.Π.Ε.

Ότι, ενώ η εναγομένη όφειλε να παραλάβει προσωρινά το έργο την επομένη της αποπεράτωσης των εργασιών, ήτοι την 1/11/2005, άλλως, μετά την πάροδο ενός (1) μηνός, άλλως το αργότερο εντός έξι (6) μηνών και οριστικά την 30/4/2006, μετά τη λήξη δηλαδή της εξάμηνης περιόδου υποχρεωτικής συντήρησης του έργου, που σήμαινε και τη λήξη της τέταρτης και τελευταίας φάσης του έργου, εκείνη αδιαφόρησε, με συνέπεια η ενάγουσα να της υποβάλει καταρχάς την υπ' αριθ.

πρωτ. 20647/05-05-2006 επιστολή της, με την οποία της ζητούσε να παραλάβει προσωρινά το έργο και εν συνεχεία την υπ' αριθ. πρωτ. 21297/03-07-2006 όχληση για αυτοδίκαιη οριστική παραλαβή του έργου, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 55 του Π.Δ. 609/1985. Ότι η ανωτέρω όχληση απορρίφθηκε από την εναγομένη δυνάμει της υπ' αριθ. πρωτ. 21516/31-07-2006 πράξης της, κατά της οποίας άσκησε (η ενάγουσα) αρχικά την υπ' αριθ.

πρωτ. 21569/07-08-2006 ένστασή της, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του αναφερόμενου στην αγωγή Κανονισμού Εκτέλεσης Έργων της εναγομένης εταιρίας και εν συνεχεία την από 11/09/2006 αγωγή της. Ότι τελικά η εναγομένη το Νοέμβριο του 2007 εξέδωσε βεβαίωση περάτωσης εργασιών, δυνάμει της οποίας βεβαίωσε τυπικά ότι οι εργασίες του έργου είχαν αποπερατωθεί από την 31/10/2005 και με την υπ' αριθ. 45.2/8-11-2007 απόφαση του Δ.Σ.

συγκροτήθηκε η Επιτροπή Προσωρινής Παραλαβής του έργου. Ότι στις 18/03/2008 η ανωτέρω Επιτροπή συνέταξε και στις 28/03/2008 η ενάγουσα υπέγραψε με επιφύλαξη το Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής του έργου, καθόσον στο εν λόγω Πρωτόκολλο επισυνάπτονται πίνακες A και Β, όπου καταγράφηκαν υποτιθέμενα ελαττώματα του έργου, τα οποία, κατά την Επιτροπή, είτε χρήζουν αποκατάστασης (Πίνακας Α), είτε στοιχειοθετούν λόγο μείωσης του εργολαβικού ανταλλάγματος (Πίνακας Β).

Ότι η εναγομένη με την υπ' αριθ. 13.3./31-03-2008 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου αποφάσισε την αναβολή της έγκρισης του ανωτέρω Πρωτοκόλλου μέχρι την αποκατάσταση των ελαττωμάτων του Πίνακα Α. Ότι με την υπ' αριθ. 27773/27-03-2009 Πράξη της εναγομένης κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα το υπ' αριθ. 12.2 Πρακτικό του Δ.Σ., δυνάμει της οποίας παραλαμβάνεται μεν το έργο προσωρινά, αλλά με μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος κατά το ποσό των 2.980.506,00 ευρώ, λόγω δήθεν διαφοράς μεταξύ της μελέτης δημοπράτησης και της μελέτης εφαρμογής του έργου και αποφασίστηκε η απόδοση ποσοστού μόνο 28% των κατατεθειμένων εγγυήσεων και η σύσταση επιτροπής για την οριστική παραλαβή του έργου.

Ότι κατά της ανωτέρω Πράξης άσκησε την από 01/04/2009 ένστασή της, η οποία με την υπ' αριθ. 16.2/2009 απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης, που της κοινοποιήθηκε την 24η/4/2009, απορρίφθηκε κατά το μέρος που αφορά στη διαδικασία παραλαβής του έργου και αναβλήθηκε η λήψη απόφασης κατά το μέρος που αφορά τη μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος και το ποσοστό επιστροφής των εγγυητικών επιστολών της, που διατηρεί εις χείρας της η εναγομένη και εν συνεχεία άσκησε την υπό κρίση αγωγή.

Ότι το έργο αυτό έπρεπε να έχει παραληφθεί προσωρινά ήδη από τις 30/04/2006, ενώ από τις 03/08/2006 έχει παραληφθεί οριστικά αυτοδικαίως, κατά τον τρόπο που αναλύεται στην αγωγή, και ως εκ τούτου το Δ.Σ. της εναγομένης μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία στερείτο αρμοδιότητας να ορίσει Επιτροπή για την προσωρινή παραλαβή και η ορισθείσα Επιτροπή στερείτο αρμοδιότητας να παραλάβει το έργο προσωρινά, συντάσσοντας καταλόγους εργασιών, είτε προς αποκατάσταση, είτε προς μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος, οι οποίοι επομένως δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα και το Δ.Σ.

της εναγομένης στερείτο αρμοδιότητας να εγκρίνει το Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής, να μειώσει το εργολαβικό αντάλλαγμα, να αποφασίσει την απόδοση μόνο ποσοστού 28% των εγγυητικών επιστολών και τέλος να ορίσει Επιτροπή Οριστικής Παραλαβής του έργου. Ότι, επικουρικά, εάν ήθελε κριθεί ότι το έργο δεν έχει παραληφθεί αυτοδικαίως:

α) το Δ.Σ. της εναγομένης στερείτο αρμοδιότητας να ελέγξει ποσοτικά το έργο, καθόσον μόνη αρμόδια προς τούτο είναι, σύμφωνα με το νόμο, η Επιτροπή Προσωρινής Παραλαβής, ενώ η μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη, καταχρηστική και αντίθετη στη σύμβαση και το νόμο, β) η εναγομένη όφειλε, κατά το νόμο, με την έγκριση του Πρωτοκόλλου Προσωρινής Παραλαβής, να αποδώσει στην ενάγουσα ποσοστό 60% των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου, γ) τα ελαττώματα που περιλαμβάνονταν στο Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής και στην απόφαση έγκρισης αυτού δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα της αναδόχου (ενάγουσας), αλλά είτε στη χρήση από τους δικαιούχους των διαμερισμάτων είτε σε φυσιολογική φθορά, σε κάθε δε περίπτωση και όλως επικουρικά η αξία αποκατάστασης των ελαττωμάτων αυτών δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 93.644,18 ευρώ πλέον ΓΕ και ΟΕ 18% και αναθεώρησης 6,1608%, μείον έκπτωσης εργολαβίας 9%.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα, ύστερα από περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής και τροπή των καταψηφιστικών της αιτημάτων σε έντοκα αναγνωριστικά, ζητούσε: α) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της επιστρέψει εγγυητικές επιστολές ύψους 1.601.619,00 ευρώ, β) να αναγνωριστεί ότι η μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος, κατά το συνολικό ποσό των 1.855.841,63 ευρώ, στερείται νομιμότητας, γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 1.855.841,63 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της περικοπής του και δ) άλλως, σε περίπτωση που κριθεί ότι η περικοπή του εργολαβικού ανταλλάγματος εκ μέρους της εναγομένης για τα αναφερόμενα στον "τελικό πίνακα περικοπών ελαττώματα" είναι νόμιμη, να αναγνωριστεί ότι το ποσό των περικοπών δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 93.644,18 ευρώ πλέον ΓΕ και ΟΕ 18% και αναθεώρησης 6,1608%, μείον έκπτωσης εργολαβίας 9%.

Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία συστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 2819/2000, με σκοπό την κατασκευή, επίβλεψη, οργάνωση, συντήρηση, τον συντονισμό και την εν γένει αξιοποίηση του Ολυμπιακού Χωριού, προϋπολογισμού 25.350.000.000 δραχμών ή 74.394.700 ευρώ, σύμφωνα με τον ιδρυτικό της νόμο δεν ανήκει στον δημόσιο τομέα, ούτε στις εταιρίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για τις διαφορές δε που ανακύπτουν από τα ανατιθέμενα από αυτήν έργα, κατά το άρθρο 5 παρ. 8 Ν. 2229/1994, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δημοσίων έργων του Ν. 1418/1984, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 13 που ρυθμίζει την εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου να δικάζει τις διαφορές από δημόσια έργα.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, δεν δέχθηκε εσφαλμένα ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά τη δεύτερη αιτίαση, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 53 του Προεδρικού Διατάγματος 609/1985, με τον τίτλο προσωρινή παραλαβή, ορίζεται ότι: "1. Για την διενέργεια της προσωρινής παραλαβής η Προϊσταμένη Αρχή ορίζει την επιτροπή παραλαβής, αφού προηγουμένως η Διευθύνουσα υπηρεσία της ανακοινώσει την περάτωση των εργασιών και τη σύνταξη της τελικής επιμέτρησης.....Για την παραλαβή συντάσσεται πρωτόκολλο που υπογράφεται από όλα τα μέλη της επιτροπής, από τον τελευταίο επιβλέψαντα που παρίσταται κατά τη διενέργειά της και από τον ανάδοχο που παραδίδει το έργο...2.

Η επιτροπή παραλαβής παραλαμβάνει το έργο ποσοτικά και ποιοτικά, ελέγχει κατά το δυνατό την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης, όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται, αιτιολογεί τις τυχόν τροποποιήσεις στις ποσότητες και αναγράφει τις παρατηρήσεις της για εργασίες που τυχόν έχουν εκτελεσθεί με υπέρβαση των εγκεκριμένων ποσοτήτων ή κατά τροποποίηση των εγκεκριμένων σχεδίων.

Η επιτροπή επίσης ελέγχει κατά το δυνατό την ποιότητα των εργασιών και αναγράφει στο πρωτόκολλο τις παρατηρήσεις της ιδίως για τις εργασίες που κρίνονται απορριπτέες ή ελαττωματικές που πρέπει να αποκατασταθούν ή παραδεκτές μεν αλλά με μείωση της τιμής τους. 3...Το πρωτόκολλο θεωρείται ως πράξη της Διευθύνουσας υπηρεσίας και η σχετική ένσταση ασκείται μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο νόμος υπολογιζόμενη από την υπογραφή του με επιφύλαξη ή από την κοινοποίηση στον ανάδοχο.

Η προσωρινή παραλαβή ολοκληρώνεται με την έγκριση του πρωτοκόλλου από την Προϊσταμένη Αρχή. Αυτή μπορεί να αναβάλλει την έγκριση του πρωτοκόλλου μέχρι να αποκατασταθούν από τον ανάδοχο τα ελαττώματα που διαπιστώθηκαν. Η έγκριση γίνεται μέσα σε ένα μήνα από την πλήρη αποκατάσταση. 4. Η προσωρινή παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε έξι μήνες από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου εφόσον υποβληθεί απ' τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε δύο μήνες από την περάτωση.

Αν η τελική επιμέτρηση υποβληθεί από τον ανάδοχο μεταγενέστερα, η πιο πάνω προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την υποβολή της τελικής επιμέτρησης. Αν δεν υποβληθεί τελική επιμέτρηση από τον ανάδοχο, η προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την κοινοποίηση στον ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης που συντάχθηκε απ' την υπηρεσία.

Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο δεν εγκριθεί μέσα στις πιο πάνω προθεσμίες, η παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα μέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά της". Στο δε άρθρο 27 του ιδίου Π.Δ. 609/1985 με τίτλο "Εγγυήσεις καλής εκτέλεσης" προβλέπεται ότι: "1.

Κατά την υπογραφή της σύμβασης ο ανάδοχος καταθέτει εγγύηση καλής εκτέλεσης ίση με το 5% του προϋπολογισμού της υπηρεσίας. Στις περιπτώσεις ειδικών ή σημαντικών έργων ή αν ο χρόνος κατασκευής έχει ιδιαίτερη σημασία, η διακήρυξη μπορεί να ορίζει μεγαλύτερο ποσοστό εγγύησης, όχι όμως πέρα από το 10% του προϋπολογισμού της υπηρεσίας... 4.

Οι εγγυήσεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους καλύπτουν στο σύνολό τους και χωρίς καμιά διάκριση την πιστή εφαρμογή από μέρους του αναδόχου όλων των όρων της σύμβασης και κάθε απαίτηση του κυρίου του έργου κατά του αναδόχου που προκύπτει ένεκα του έργου. 5. Οι εγγυήσεις των παραγράφων 1-3 του άρθρου αυτού περιορίζονται κατά ποσοστό 5% επί της αξίας των εργασιών που περιλαμβάνονται στις εγκεκριμένες από την υπηρεσία επιμετρήσεις (άρθρο 38 παρ. 2).

Η πιο πάνω μείωση γίνεται με απόφαση της διευθύνουσας υπηρεσίας, ύστερα από αίτηση του αναδόχου που υποβάλλει για το σκοπό αυτό ειδικό απολογισμό των εργασιών των οποίων έχουν εγκριθεί οι επιμετρήσεις. Μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής οι εγγυήσεις περιορίζονται στο 40% του κατά την παρ. 1 ποσοστού.

Το τελευταίο μέρος των εγγυήσεων αποδίδεται μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής και τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 5 και 46 του Π.Δ. 609/1985, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 8 και 60 ν. 3669/2008, με τη μη εφαρμογή τους, ενώ ήταν εφαρμοστέες, δεχόμενο εσφαλμένα, ότι μοναδική προϋπόθεση απόδοσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας ποσοστού 60% των εγγυητικών επιστολών στην τρίτη αναιρεσίβλητη είναι απλά η τυπική έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου, ενώ, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, αν με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής προσδιορίζονται ελαττώματα του έργου, με βάση τα οποία επιβάλλεται η μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος, η αναθέτουσα αρχή δικαιούται να προβεί σε κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών, οπότε η εργολήπτρια - αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται σε απόδοσή τους.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη-εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.", η οποία συστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2819/2000 (ΦΕΚ Α' 84/15-03-2000) με σκοπό την κατασκευή, επίβλεψη, οργάνωση, συντονισμό, συντήρηση και την εν γένει αξιοποίηση του Ολυμπιακού Χωριού, συνήψε με την ενάγουσα-κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε.-ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε." (πρώην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε.-ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε. - ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε."), την από 28/05/2001 σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε, στο πλαίσιο του έργου της κατασκευής του Ολυμπιακού Χωριού και της μεταολυμπιακής προσαρμογής του - τμήμα Β, την ανέγερση 600 κατοικιών και έργων υποδομής, όπως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στα τεύχη, στις μελέτες και στα σχέδια της, εν λόγω, εργολαβικής σύμβασης, με προϋπολογισμό υπηρεσίας 25.350.000 δρχ.

ή 74.394.700 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. Ειδικότερα, με τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα-εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να αποπερατώσει πλήρως όλες τις οικοδομικές και ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες των κτιρίων και των έργων υποδομής (οδοποιία, πεζόδρομοι, πλατείες, ελεύθεροι χώροι, έργα ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτροφωτισμού περιβάλλοντος χώρου κλπ), σύμφωνα με τη μελέτη δημοπράτησης, καθώς επίσης και να προβεί σε μεταγενέστερο στάδιο στη μεταολυμπιακή προσαρμογή τους, σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες, ώστε να παραδοθούν οι κατασκευασθείσες κατοικίες έτοιμες προς χρήση στους δικαιούχους του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.).

Σύμφωνα με το άρθρο 14 ("Εγγυοδοσίες") της από Φεβρουάριου 2001 Συγγραφής Υποχρεώσεων ορίζεται ότι: "...2. Κατά την υπογραφή της σύμβασης ο ανάδοχος κάθε τμήματος θα καταθέσει εγγύηση καλής εκτέλεσης ίσης προς το δέκα τοις εκατό (10%) του προϋπολογισμού της υπηρεσίας. 3. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αντίστοιχα οι διατάξεις του "Κανονισμού ανάθεσης και εκπόνησης μελετών, ανάθεσης και εκτέλεσης έργων, διενέργειας προμηθειών και σύναψης συμβάσεων υπηρεσιών, της Εταιρίας με την επωνυμία ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε." (ΦΕΚ Β 1409/17-11-2000) καθώς και τα οριζόμενα στην ισχύουσα νομοθεσία περί δημοσίων έργων Ν. 1418/84, ΠΔ 609/85 κλπ".

Κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, για την καλή εκτέλεση του έργου και την πιστή τήρηση των συμβατικών όρων, η ενάγουσα (εργολήπτρια) κατέθεσε τις ακόλουθες εγγυητικές επιστολές, που αντιστοιχούσαν στο συνολικό ποσό των 7.146.001,47 ευρώ: α) την υπ' αριθ.

GUR.../30-07-2004 εγγυητική επιστολή εκδόσεως της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των 1.159.207,63 ευρώ, β) την υπ' αριθ. GUR...29-07-2004 εγγυητική επιστολή εκδόσεως της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των 2.479.823,92 ευρώ, γ) την υπ' αριθ. 9944/17-05-2001 εγγυητική επιστολή εκδόσεως της τράπεζας HSBC, για το ποσό των 2.479.823,92 ευρώ και δ) την υπ' αριθ. .../21-05-2001 εγγυητική επιστολή εκδόσεως της τράπεζας ΑΙΡΗΑ BANK για το ποσό των 1.027.146,00 ευρώ.

Με την υπ' αριθ. πρωτ. .../28-09-2007 Πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της εναγομένης βεβαιώθηκε (άρθρο 52 του ΠΔ 609/1985) ότι το σύνολο του έργου είχε αποπερατωθεί από την ενάγουσα (εργολήπτρια), ορίζοντας ως χρόνο περαίωσης την 31η/10/2005 και καλώντας συγχρόνως την τελευταία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 53 παρ. 4 του Π.Δ. 609/1985, να υποβάλλει στην υπηρεσία της την τελική επιμέτρηση του έργου, εντός της τασσόμενης από το νόμο δίμηνης προθεσμίας και σε κάθε περίπτωση το ταχύτερο δυνατόν, προκειμένου να ορίσει άμεσα την αρμόδια Επιτροπή, ώστε να αρχίσει και περαιωθεί το ταχύτερο δυνατόν η προσωρινή παραλαβή του έργου.

Την 18η-3-2008, η Επιτροπή Προσωρινής Παραλαβής, που ορίστηκε με την υπ' αριθ. 45.2/08-11-2007 απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης, και ο εκπρόσωπος της αναδόχου (ενάγουσας) υπέγραψαν με επιφύλαξη το Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του έργου. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αυτό το έργο παραλήφθηκε μεν προσωρινά από την Επιτροπή, αλλά στους επισυναπτόμενους Πίνακες "Α" και "Β" καταγράφηκαν ελαττώματα του έργου, τα οποία -κατά τη γνώμη της εν λόγω Επιτροπής- είτε χρήζουν αποκατάστασης (Πίνακας Α) είτε στοιχειοθετούν λόγο μείωσης του εργολαβικού ανταλλάγματος της ενάγουσας (Πίνακας Β).

Με την υπ' αριθ. 13.3/01-04-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αναβλήθηκε η έγκριση του ανωτέρω Πρωτοκόλλου Προσωρινής Παραλαβής του επίδικου έργου, αφενός διότι η Επιτροπή Προσωρινής Παραλαβής είχε καταγράψει στο προαναφερόμενο πρωτόκολλο μία σειρά από εργασίες που κρίθηκαν ελαττωματικές και έχρηζαν αποκατάστασης και άλλες παραδεκτές μεν, αλλά με μείωση της τιμής τους και αφετέρου διότι μέχρι τις 31/03/2008 δεν είχε κατατεθεί από την εργολήπτρια - ενάγουσα πλήρης Φάκελος Ασφαλείας και Υγείας (ΦΑΥ) σύμφωνα με όσα επιτάσσουν τα άρθρα 16 και 20 και το Παράρτημα Δ της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων καθώς και η απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων 19/9/2000 ΦΕΚ Β' 1176/22-09-2000.

Με την υπ' αριθ. 12.2/26-03-2009 απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης εγκρίθηκε το Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής του έργου της εργολαβίας Β' του Ολυμπιακού Χωριού, όπως αυτό είχε συνταχθεί από την αρμόδια επιτροπή και με τους επισυναπτόμενους στην, εν λόγω, απόφαση πίνακες ελαττωματικών εργασιών, στους οποίους αναφέρονται οι ελαττωματικές εργασίες που δεν είχαν αποκατασταθεί από την ανάδοχο (ενάγουσα) και η αντίστοιχη μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος (2.980.506 ευρώ) κατά είδος εργασιών ποσοστιαία και σε απόλυτα μεγέθη και ως σύνολο.

Επίσης, αποφασίστηκε η απόδοση στην ενάγουσα ποσοστού 28% των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης, ήτοι ποσό 2.088.775,00 ευρώ καθώς και η συγκρότηση επιτροπής για τη διενέργεια της οριστικής παραλαβής του έργου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 55 του ΠΔ 609/1985. Η ενάγουσα κοινοπραξία, καθώς και οι ανώνυμες τεχνικές εταιρείες με την επωνυμία, αντίστοιχα, "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε." και "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε.", άσκησαν την υπ' αριθ.

πρωτ. 27803/01-04-2009 ένσταση (άρθρο 7 παρ. 3 του Κανονισμού της εναγομένης - ΚΥΑ οικ. 192081/14-11-2000 - ΦΕΚ Β' 1409/17-11-2000) κατά της υπ' αριθ. πρωτ. 27773/27-03-2009 Πράξης της Υπηρεσίας, με την 12.2/26-03-2009 απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης και κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης. Η εναγομένη με την υπ' αριθ. 16.2/15-04-2009 απόφαση του Δ.Σ. αποφάσισε να αναβληθεί η συζήτηση των ισχυρισμών της ενιστάμενης (νυν ενάγουσας) κατά της ουσίας των προβλεπόμενων μειώσεων του εργολαβικού ανταλλάγματος και του αιτήματος για επιστροφή του 60% των εγγυήσεων, ενώ απέρριψε την ένσταση κατά τα λοιπά, ήτοι κατά το μέρος που έβαλε κατά της νομιμότητας της όλης διαδικασίας έγκρισης του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής.

Εν συνεχεία, με την υπ' αριθ. 20.2/11-05-2009 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης αποφασίστηκε η αποδέσμευση επιπλέον εγγυήσεων, έως το ποσό των 1.352.254,00 ευρώ. Ειδικότερα, οι κατατεθειμένες εγγυητικές επιστολές μεταβλήθηκαν ως εξής: α) η υπ' αριθ. GUR.../30-07-2004 εγγυητική επιστολή εκδόσεως της Ελληνικής Τράπεζας για αναγραφόμενο ποσό 1.159.207,63 ευρώ, που είχε μειωθεί αρχικά μέχρι το ποσό των 848.042,51 ευρώ, μειώθηκε με την ανωτέρω απόφαση κατά 473.898,00 ευρώ, ισχύουσα πλέον για το ποσό των 374.144,51 ευρώ, β) η υπ' αριθ.

GUR...29-07-2004 εγγυητική επιστολή εκδόσεως της Ελληνικής Τράπεζας για αναγραφόμενο ποσό 2.479.823,92 ευρώ, που είχε μειωθεί αρχικά μέχρι το ποσό των 1.875.188,51 ευρώ, μειώθηκε με την ανωτέρω απόφαση κατά 73.898,00 ευρώ, ισχύουσα πλέον για το ποσό των 1.801.290,51 ευρώ, γ) η υπ' αριθ. 9944/17-05-2001 εγγυητική επιστολή εκδόσεως της τράπεζας HSBC για αναγραφόμενο ποσό 2.479.823,92 ευρώ, που είχε μειωθεί αρχικά μέχρι το ποσό των 1.600.319,74 ευρώ, μειώθηκε με την ανωτέρω απόφαση κατά 404.458,00 ευρώ, ισχύουσα πλέον για το ποσό των 1.195.861,74 ευρώ και δ) η υπ' αριθ. 110/Α3 810/21267/21-05-2001 εγγυητική επιστολή εκδόσεως της τράπεζας ΑLΡΗΑ BANK για αναγραφόμενο ποσό 1.027.146,00 ευρώ, μειώθηκε με την ανωτέρω απόφαση κατά 400.000,00 ευρώ, ισχύουσα πλέον για το ποσό των 627.146,00 ευρώ, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.

πρωτ. 2811/22-05-2009 έγγραφο της εναγομένης, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η ενάγουσα. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 27 παρ. 5 του ΠΔ 609/1985 ("Εγγυήσεις καλής εκτέλεσης"), στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 14 της από Φεβρουάριου 2001 Συγγραφής Υποχρεώσεων, προβλέπεται ότι μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής οι εγγυήσεις περιορίζονται στο 40% του κατά την παράγραφο 1 ποσοστού, ενώ το τελευταίο μέρος των εγγυήσεων αποδίδεται μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής και τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού.

Συνεπώς, εφόσον με την υπ' αριθ. 12.2/26-03-2009 απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης εγκρίθηκε το Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής, η εναγομένη όφειλε να επιστρέψει στην ενάγουσα το 60% των εγγυήσεων, συνολικού ύψους 7.146.001,47 ευρώ στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι στην προαναφερόμενη διάταξη (άρθρο 27 παρ. 5 του ΠΔ 609/1985) η μόνη προϋπόθεση που τίθεται για την επιστροφή του εν λόγω ποσοστού των εγγυήσεων, είναι η προσωρινή παραλαβή του έργου, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα-εναγομένη, κυρία του έργου να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να επιστρέψει στην ανάδοχο εφεσίβλητη-ενάγουσα, ως άνω κοινοπραξία, επιπλέον εγγυήσεις συνολικού ποσού 1.140.042,17 (4.287.600,88-3.147.558,71) ευρώ".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 5 και 46 του ΠΔ 609/1985, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 8 και 60 Ν. 3669/2008, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και τούτο διότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ενώ σύμφωνα με την από Φεβρουαρίου 2001 Συγγραφή Υποχρεώσεων, η οποία παραπέμπει στο άρθρο 27 παρ. 5 του ΠΔ 609/1985, για την καλή εκτέλεση του έργου και την πιστή τήρηση των συμβατικών όρων, η αναιρεσίβλητη (εργολήπτρια) κατέθεσε εγγυητικές επιστολές συνολικού ποσού 7.146.001,47 ευρώ, οι οποίες μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου περιορίζονται σε ποσοστό 40%, το τελευταίο δε μέρος αυτών αποδίδεται μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής, με τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού, στις 18.3.2008 η Επιτροπή Προσωρινής Παραλαβής της αναιρεσείουσας υπέγραψε με επιφύλαξη το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του έργου, λόγω ελαττωμάτων αυτού, τα οποία είτε έχρηζαν αποκατάστασης, είτε στοιχειοθετούσαν λόγο μείωσης του εργολαβικού ανταλλάγματος της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια με την 12.2/26.3.2009 απόφαση του Δ.Σ.

της αναιρεσείουσας εγκρίθηκε το Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής του έργου, με τους επισυναπτόμενους σ' αυτό πίνακες των ελαττωματικών εργασιών και την αντίστοιχη μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος και αποφασίστηκε η απόδοση στην αναιρεσίβλητη μόνο ποσοστού 28% των ως άνω εγγυήσεων, κατά παράβαση του σχετικού όρου της ως άνω Συγγραφής Υποχρεώσεων, ο οποίος προβλέπει ρητά ότι μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου οι εγγυήσεις περιορίζονται σε ποσοστό 40%, το οποίο αποδίδεται μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής και τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού.

Αντίθετα οι διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 8 και 60 Ν. 3669/2008 δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, διότι η ένδικη διαφορά δεν προέρχεται από την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών λόγω ελαττωμάτων του έργου, αλλά από τη μη απόδοση του 60% των εγγυητικών επιστολών λόγω της έγκρισης του πρωτοκόλλου της προσωρινής παραλαβής του έργου.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 27 παρ. 5 και 46 του ΠΔ 609/1985 και της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 35 παρ. 8 και 60 Ν. 3669/2008, οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες εφαρμοσθείσες διατάξεις.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό, ενώ δεν θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας δικαστικά έξοδα για τις απούσες πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.12.2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5567/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ