Legislator Case Law & Legislation
638/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding court minutes not being admissible evidence for distortion claims.

Case Number 638/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision, ruling that court session minutes containing witness testimonies cannot be considered documents subject to distortion under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The appellant argued the lower court distorted a witness's testimony, but the court held that such minutes serve as records of evidence rather than the evidence itself. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the costs were assigned to the state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; Court session minutes containing witness testimonies are not documents subject to distortion under Article 559(20) and appeals based on such distortion are inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure distortion of evidence court session minutes witness testimony inadmissible appeal appellate review state costs

Cited Legislation

AI generated
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1), (4) and 576(1), (2) of the Code of Civil Procedure
Article 74(2) of Law 4690/2020
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 462/2019
Supreme Court Case 294/2019
Supreme Court Case 119/2019
Supreme Court Case 472/2016
Supreme Court Case 374/2017
Supreme Court Case 144/2019
Supreme Court Case 22/2018
Supreme Court Case 1843/2014
Supreme Court Case 1592/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 638 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 638/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ι., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αρβανιτάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ. του Χ., 2) Α. συζύγου Ε. Τ., 3) Χ. Τ. του Ε. και 4) Α. Τ. του Ε., απάντων κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 890/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 462/2019 - ΑΠ 294/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 Ν. 4690/3-5-2020 (ΦΕΚ Α' 104), "σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31-5-2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1-7-2020 έως 15-7-2020 ή από 1-9-2020 έως 15-9-2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα ημέρα και ώρα συζήτησης, διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την ημέρα κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι με επίσπευση του αναιρεσείοντος ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η 13-5-2019. Όπως δε προκύπτει από τη με αριθμό 10.107 Ε'/1-8-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Ν.

Κ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Παναγιώτα Σ., ως πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο αυτών κατά το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 30-3-2020. Νέα κλήση των αναιρεσιβλήτων για τη νέα αυτή δικάσιμο δεν απαιτείται, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Πλην όμως, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο της 30-3-2020 η υπόθεση αποσύρθηκε από το πινάκιο λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (υπ' αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.18176 ΚΥΑ Υπουργών Εθνικής Άμυνας - Υγείας - Δικαιοσύνης, ΦΕΚ 864 Β'/15-3-2020). Στη συνέχεια, με την από 2-9-2020 πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε οίκοθεν (άρθρ. 74 παρ. 2 Ν. 4690/2020) ως νέα ημέρα συζήτησης της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμος (26-10-2020), παράλληλα δε με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο πινάκιο με αριθμό 42 και προς ενημέρωση των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων (solon.gov.gr), στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου (www.areiospagos.gr), στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων (portal.olomeleia.gr) και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του σχετικού πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεδομένου ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 74 παρ. 2 Ν. 4690/2020) και επομένως δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 12-9-2017 αίτηση αναίρεσης προβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 890/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 163/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.

Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 26/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία διατάχθηκε ο ανακόπτων-αναιρεσείων να καταβάλει στους καθών η ανακοπή-αναιρεσίβλητους το ποσό των 9.772,80 ευρώ από οφειλόμενα μισθώματα.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και συνεπώς υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τα δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 1442/2017 - ΑΠ 2267/2013).

Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα δε, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή, εφόσον προσδιορίζεται ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "...Αποδείχθηκε ακόμα ότι κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2011, λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν στην χώρα μας, κατόπιν προφορικής μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, το ύψος του μηνιαίου μισθώματος μειώθηκε στο ποσό των 2.400,00 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 1,8% επί του μηνιαίου μισθώματος, καθορίστηκε δηλαδή στο χρηματικό ποσό των 2.443,40 ευρώ, που έπρεπε να προκαταβάλλεται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μισθωτικού μηνός.

Παρά τη μείωση όμως του μηνιαίου μισθώματος ο ανακόπτων δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του και γι' αυτό αποφάσισε να αποχωρήσει από το παραπάνω μίσθιο κατάστημα. Την κακή οικονομική πορεία της επιχειρήσεώς του και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις τρέχουσες οικονομικές του υποχρεώσεις εξέφρασε ο ανακόπτων στον πρώτο των καθ' ων η ανακοπή, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό των συνεκμισθωτριών θυγατέρων του, σε τηλεφωνική τους επικοινωνία κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011, κατά την οποία δήλωσε προφορικώς σ' αυτόν ότι σκέφτεται να εκμισθώσει την επιχείρησή του σε τρίτο πρόσωπο.

Ο τελευταίος ενεργώντας για λογαριασμό των ως άνω τέκνων του, πιστεύοντας προφανώς ότι η απόφαση του μισθωτή-ανακόπτοντος για αποχώρησή του από το μίσθιο δεν ήταν ειλημμένη και ότι εφόσον τα πράγματα βελτιώνονταν γι' αυτόν στην πορεία δεν θα προχωρούσε στην υλοποίηση της ως άνω προειδοποιήσεώς του, χωρίς να δηλώσει ότι αποδέχεται τη λήξη της μισθώσεως, του υποσχέθηκε ότι θα το συζητήσουν ξανά στο μέλλον.

Νέα όμως συζήτηση περί της αποχωρήσεως του ανακόπτοντος από το παραπάνω μίσθιο κατάστημα αλλά και περί της προώρου λύσεως της ως άνω συμβάσεως μισθώσεως δεν έλαβε χώρα, ενώ κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2011, ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρώτο των καθ' ων η ανακοπή και του δήλωσε ότι καταγγέλλει τη μίσθωση και παράλληλα τον κάλεσε να παραλάβει το μίσθιο, τα κλειδιά του οποίου τελικώς του παρέδωσε δια του αντιπροσώπου του Ι.

Λ., στις 13-8-2011, στο ξενοδοχείο που αυτός διατηρεί στην περιοχή "..." της ….. Παρότι λοιπόν ο ανακόπτων είχε στη διάθεσή του και έκανε χρήση του άνω μισθίου καταστήματος μέχρι 13-8-2011, εν τούτοις δεν κατέβαλε τα αναλογούντα στο παραπάνω αντίστοιχο χρονικό διάστημα μισθώματα...". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χρόνου της πραγματικής λύσης της μίσθωσης, που έλαβε χώρα με καταγγελία της μίσθωσης από τον αναιρεσείοντα τον Αύγουστο του 2011 και την παράδοση των κλειδιών του μισθίου στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων στις 13-8-2011, και όχι το Μάιο του 2011, οπότε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων δήλωσε στον πρώτο αναιρεσίβλητο ότι, λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, σκεφτόταν να εκμισθώσει την επιχείρησή του που λειτουργούσε στο μίσθιο σε τρίτο πρόσωπο και να αποχωρήσει έτσι από τη μίσθωση, χωρίς τελικά να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των ανωτέρω για τη λύση της μίσθωσης κατά το χρόνο αυτό.

Επομένως, οι αντίθετες σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αντιφατικότητα και ασάφεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι ενώ έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι με προφορική συμφωνία του αναιρεσείοντος με τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, που ενεργούσε για λογαριασμό και των υπολοίπων, αποφασίστηκε τελικά η αποχώρησή του από το επίδικο μίσθιο κατάστημα το μήνα Μάιο του 2011, στη συνέχεια, τελείως αντιφατικά, γίνεται δεκτό με την απόφαση ότι η μίσθωση εξακολούθησε μέχρι τον Αύγουστο του 2011, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει κατά τα λοιπά στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατέληξε στην εσφαλμένη και αναιτιολόγητη σκέψη περί δήθεν εξακολούθησης της μισθωτικής σχέσης μέχρι τον Αύγουστο του 2011 από μόνο το γεγονός της παράδοσης των κλειδιών του μισθίου καταστήματος στις 13-8-2011 στο ξενοδοχείο που διατηρεί στην ...

της … ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, από τον υπάλληλό του (του αναιρεσείοντος) Ι. Λ., καίτοι αποδεικνυόταν από την κατάθεση του τελευταίου, που ήταν μάρτυράς του στη δίκη, ότι η παράδοση των κλειδιών έγινε σε εκτέλεση προγενέστερης συμφωνίας τους από το μήνα Μάιο του 2011, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε το συγκεκριμένο μήνα, δηλαδή το Μάιο του 2011, για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του πρώτου αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα εξ αιτίας της σοβαρής κατάστασης της υγείας της κόρης του, που οδήγησε και στο θάνατό της.

Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές, με το πρόσχημα της επίκλησης αναιρετικών πλημμελειών, πλήττουν στην πραγματικότητα την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τον πραγματικό χρόνο λήξης της μίσθωσης και επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι στα μέσα του μηνός Μαΐου του έτους 2011 συμφώνησε προφορικώς με τον πρώτο των καθ' ων η ανακοπή, ο οποίος ενεργούσε και για λογαριασμό και των υπολοίπων συνεκμισθωτών - καθ' ων η ανακοπή, να αποχωρήσει αυτός (ανακόπτων) από το παραπάνω μίσθιο κατάστημα εντός του ίδιου μηνός (δηλαδή το Μάιο του έτους 2011) και επειδή, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, λύθηκε συναινετικώς η παραπάνω μίσθωση, δεν οφείλονται εκ μέρους του τα παραπάνω μισθώματα.

Τα κλειδιά όμως του παραπάνω καταστήματος παραδόθηκαν εκ μέρους του ανακόπτοντος στις 13-8-2011, όπως άλλωστε και ο ίδιος παραδέχεται και κατά τη διάρκεια του παραπάνω χρονικού διαστήματος είχε στη διάθεσή του το παραπάνω μίσθιο κατάστημα και μάλιστα το χρησιμοποιούσε, αφού η διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος αλλά και ύδατος στο παραπάνω μίσθιο κατάστημα έλαβαν χώρα στις 6-9-2011 και στις 18-8-2011 αντιστοίχως...και συνεπώς ο παραπάνω ισχυρισμός του ανακόπτοντος είναι αβάσιμος".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, σε συνδυασμό και με τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα για την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης του αναιρεσείοντος για πρόωρη λύση της μισθωτικής σύμβασης με νεότερη συμφωνία με τους αναιρεσίβλητους το Μάιο του 2011, δεχόμενο κατά τα ανωτέρω ότι η πραγματική λύση της μίσθωσης έλαβε χώρα με καταγγελία από τον αναιρεσείονται τον Αύγουστο του 2011.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος και την απέρριψε), με τον οποίον ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε με παντελή έλλειψη αιτιολογίας, άλλως με αντιφατικές αιτιολογίες ο ισχυρισμός του περί πρόωρης λύσης της μίσθωσης με νεότερη συμφωνία με τους εκμισθωτές-αναιρεσίβλητους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, υπό την επίκληση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το Εφετείο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ιδίου ως άνω Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008). Περαιτέρω, ως έγγραφα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης νοούνται τα ιδιωτικά ή δημόσια έγγραφα με την έννοια που έχει ο όρος στα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, είτε αυτά χρησιμεύουν προς άμεση, είτε προς έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη (ΑΠ 472/2016 - ΑΠ 374/2017). Δεν αποτελούν, όμως, έγγραφα για τη θεμελίωση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, τα οποία περιέχουν τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας (ΑΠ 144/2019 - ΑΠ 22/2018 - ΑΠ 1843/2014).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης Ι. Λ. (με την προφανή έννοια των πρακτικών που περιέχουν την κατάθεσή του), με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένη κρίση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τις μαρτυρικές καταθέσεις, δεν αποτελούν έγγραφο κατά την έννοια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεκτικό παραμόρφωσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 1592/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση των μάρτυρα, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την χωρίς όρκο εξέταση διαδίκου, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που πρόβαλαν ο αναιρεσείων δεν αποδείχθηκε και είναι αβάσιμη. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι απέρριψε κατ' ουσίαν την ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-9-2017 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 890/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ