Supreme Court dismisses appeal on insurance liability, upholding first-instance rejection of claims against insurer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiff's claims against the insurance company. The plaintiff argued for liability regarding damage to a lifting machine, but the court found the machine was excluded from mandatory insurance coverage. Consequently, the court upheld the first-instance decision rejecting the claims against the insurer and ordered the appellant to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577(3) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may decide the case on the merits without remitting it to a lower court when no further substantive review is legally possible after the appeal, provided the judgment is formulated based on the scope of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 638 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 638/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης τεχνικής εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βελεγράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-6-2011 και 29-6-2012 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην των πρώτου και δευτέρου των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων (εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας) εκδοθείσα υπ' αριθμ. 104/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την έφεση της ενάγουσας και την αντέφεση της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της υπ' αριθμ. 218/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία απορρίφθηκαν οι δύο συνεκδικασθείσες αγωγές της αναιρεσίβλητης ως προς την τρίτη των εναγομένων (αναιρεσείουσα), απέρριψε την έφεση ως προς τους δύο πρώτους εφεσιβλήτους και την αντέφεση, δέχθηκε την έφεση ως προς την τρίτη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως προς την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία, δέχθηκε κατά ένα μέρος τις δύο αγωγές και υποχρέωσε την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ευθυνομένη εις ολόκληρο με τους λοιπούς με αυτήν εναγομένους, να καταβάλει στην ενάγουσα τα ποσά των 18.938 ευρώ και 3.600 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24-4-1972 "περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής" προβλέπεται, ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση το έδαφός του να καλύπτεται με ασφάλιση.
Η υποχρέωση αυτή καλύπτεται με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρο 2 επ. Ν. 489/1976, που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), καθώς και με την πρόβλεψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης των προαναφερομένων κυρίου ή κατόχου σε περίπτωση κυκλοφορίας ανασφάλιστου αυτοκινήτου (άρθρο 12 του ως άνω νόμου).
Η υποχρέωση για σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, αποτελεί σημαντική κάμψη των αρχών της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) και του καθορισμού του περιεχομένου τους. Η ρύθμιση, όμως, του Ν. 489/1976 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα δεν αφαιρεί από τα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα συνάψεως συμβάσεως προαιρετικής ασφαλίσεως, η οποία είναι επιτρεπτή και συνάπτεται για το πέρα από το προβλεπόμενο στο νόμο (κατώτατο ποσό) όριο ευθύνης του ασφαλιστή ή για κινδύνους που δεν καλύπτονται με την υποχρεωτική ασφάλιση.
Έτσι, για την ασφαλιστική κάλυψη των πραγμάτων που μεταφέρονται με το ίδιο αυτοκίνητο και αποκλείονται από την υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης, πρέπει να μεριμνήσει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης τους συνάπτοντας με τον ασφαλιστή χωριστή σύμβαση καλύψεως ιδίων ζημιών. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. γ' του Ν. 489/1976, που θεσπίσθηκε προς εναρμόνιση με το άρθρ. 2 παρ. 2 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ της 30-12-1983, τα πράγματα που μεταφέρονται με το ίδιο αυτοκίνητο εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με τη σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα δεν καλύπτονται ζημίες, που προξενήθηκαν σε μεταφερόμενα με το ίδιο αυτοκίνητο πράγματα και δεν εξετάζεται αν η μεταφορά γίνεται με κόμιστρο ή χωρίς κόμιστρο, ούτε αν τα μεταφερόμενα πράγματα ανήκουν στον οδηγό του αυτοκινήτου ή σε επιβάτη αυτού ή σε τρίτο (ΑΠ 1227/1994).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...." με την από 23-6-2011 αγωγή της και την από 29-6-2012 συμπληρωματική αυτής αγωγή (που αφορούσε απώλεια εισοδημάτων για μεταγενέστερο της πρώτης αγωγής χρονικό διάστημα), κατά των Σ.
Π., Π. Β. (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου ισχυρίσθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας γερανοφόρο όχημα, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο υπέστη εκτεταμένες φθορές και βλάβες, με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του, το μεταφερόμενο με το ως άνω γερανοφόρο όχημα ανυψωτικό μηχάνημα, ιδιοκτησίας της, ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, με την πρώτη αγωγή, το συνολικό ποσό των 30.138 ευρώ για θετική ζημία και για διαφυγόντα εισοδήματα από τη στέρηση της χρήσης του μηχανήματος για 24 μήνες από την ημέρα του ατυχήματος και με τη δεύτερη αγωγή το ποσό των 7.200 ευρώ για διαφυγόντα εισοδήματα από τη στέρηση της χρήσης του μηχανήματος για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα 12 μηνών.
Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 218/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, το οποίο, δεχόμενο ότι δεν είχε καταρτισθεί σύμβαση προαιρετικής ασφάλισης για το μεταφερόμενο ως άνω ανυψωτικό μηχάνημα και ότι η σύμβαση ασφάλισης που είχε συναφθεί μεταξύ των δευτέρου και τρίτης των εναγομένων για τις ζημιές σε τρίτους από την κυκλοφορία του ως άνω γερανοφόρου οχήματος δεν κάλυπτε και το μεταφερόμενο με αυτό ανυψωτικό μηχάνημα, απέρριψε τις αγωγές ως προς την τρίτη εναγομένη (ασφαλιστική εταιρεία).
Επί της από 16-12-2014 έφεσης, που άσκησε η ενάγουσα κατά της πιο πάνω απόφασης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 104/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία έγινε δεκτή κατά το τυπικό και ουσιαστικό μέρος η έφεση και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγιναν κατά ένα μέρος δεκτές οι αγωγές και ως προς την τρίτη εναγομένη.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα, σχετικά με τα αφορώντα στους λόγους της αναίρεσης κεφάλαια: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..." έχει έδρα στο …. και λειτουργεί ως επιχείρηση κατασκευής κτιρίων και εκτέλεσης τεχνικών και χωματουργικών εργασιών, έχει δε στην κυριότητά της μηχανήματα και εξοπλισμό, προοριζόμενα για τη δραστηριότητά της αυτή, τα οποία μάλιστα εκμισθώνει και προς τρίτους.
Μεταξύ αυτών έχει στην ιδιοκτησία της και μια ηλεκτροκίνητη ψαλιδωτή ανυψωτική εξέδρα, εργοστασίου κατασκευής Upright, τύπου Χ-32, με αριθμό πλαισίου .... Στις 14-6-2010 η ενάγουσα είχε εκμισθώσει την εξέδρα αυτή στην εταιρία με την επωνυμία "...", προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει σε έργο στην περιοχή "... Μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης απαιτήθηκε η μεταφορά της εξέδρας από το σημείο του έργου στην έδρα της ενάγουσας εταιρείας.
Προς τούτο και επειδή η εξέδρα δεν είναι όχημα και δεν δύναται αυτοδυνάμως να μετακινηθεί, η ενάγουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της Δ. Κ. συμβλήθηκε με το δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ανέλαβε τη μεταφορά του εν λόγω μηχανήματος. Στις 24-6-2010, ο πρώτος εναγόμενος Σ. Π., προστηθείς στην οδήγηση από το δεύτερο εναγόμενο Π.
Β., μετέβη στα "...", παρέλαβε το μηχάνημα, το φόρτωσε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... γερανοφόρο όχημα, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου και ξεκίνησε με προορισμό την έδρα της ενάγουσας εταιρίας στο …. Δεν φρόντισε όμως να τοποθετήσει με ασφαλή τρόπο στο γερανό του οχήματος που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να είναι σε όρθια θέση και όχι "διπλωμένος", ώστε να μην εξέχει του μέγιστου ύψους του οχήματος που οδηγούσε.
Έτσι, κινούμενος επί της εθνικής οδού και διερχόμενος κάτω από τη γέφυρα της ……, δεν υπολόγισε το συνολικό ύψος του φορτηγού του, συνεκτιμώντας και το ύψος του εξέχοντος γερανού, με αποτέλεσμα αυτός να προσκρούσει στην τσιμεντένια πρόσοψη της γέφυρας, να σπάσει και να κτυπήσει με σφοδρότητα το φορτωμένο και μεταφερόμενο μηχάνημα της ενάγουσας, προκαλώντας του ζημιές, όπως στη συνέχεια θα αναφερθεί...
Το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, οδηγού του γερανοφόρου οχήματος, ο οποίος, αφενός μετά τη φόρτωση του μηχανήματος της ενάγουσας άφησε το γερανό να εξέχει και δεν δίπλωσε το βραχίονά του, όπως γνώριζε και μπορούσε να πράξει και τεχνικά είχε τη δυνατότητα, αφετέρου δε, αν και γνώριζε ότι το φορτηγό που οδηγούσε μαζί με τον εξέχοντα γερανό είχε μεγάλο ύψος, δεν υπολόγισε την ελεύθερη απόσταση από το οδόστρωμα ως το χαμηλότερο σημείο της γέφυρας, με αποτέλεσμα να επιχειρήσει να διέλθει από σημείο που το ύψος του δεν επαρκούσε και έτσι να προσκρούσει επ' αυτής.
Συνεπώς, η προβληθείσα νομίμως από την τρίτη εναγομένη - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ένσταση περί αποκλεισμού της ευθύνης της, εκ του ότι η επίδικη ζημία αφορά ζημία σε πράγμα μεταφερόμενο με το ασφαλισμένο όχημα, είναι ως ουσιαστικά αβάσιμη απορριπτέα, γενομένου δεκτού του προβληθέντος από την ενάγουσα - εκκαλούσα ισχυρισμού ότι η ζημία οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά προσώπου, η ευθύνη του οποίου καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση, ισχυρισμό που προέβαλε ήδη καθ' υποφορά με την αγωγή της, επανέλαβε δε και με τις προτάσεις που πρωτοδίκως κατέθεσε, αλλά και ήδη με την κρινόμενη έφεσή της...
Συνεπώς το σύνολο της αποκαταστατέας περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας εταιρίας, θετικής και αποθετικής, ανέρχεται στο ποσό των (11.000 + 738 + 7.200=) 18.938 ευρώ ως προς την κύρια αγωγή και 3.600 ευρώ ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή, τα οποία η τρίτη εναγομένη - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να της καταβάλει, ενόψει του ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφάλιζε με ισχυρή σύμβαση το ζημιογόνο όχημα για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, όπως η ίδια με τις προτάσεις της ομολογεί...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 218/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, έκανε δεκτές τις ένδικες αγωγές και ως προς την τρίτη εναγομένη-εφεσίβλητη και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στην ενάγουσα-εκκαλούσα τα παραπάνω ποσά. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 εδ.
γ' του Ν. 489/1976, ως προς το θέμα της ασφάλισης του μεταφερόμενου με το ίδιο αυτοκίνητο μηχανήματος, διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του, το με αριθμό κυκλοφορίας ... γερανοφόρο όχημα ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία για τις ζημιές σε τρίτους από τη λειτουργία του, ενώ το μεταφερόμενο με το ίδιο όχημα ανυψωτικό μηχάνημα, που εξαιρείται από την ανωτέρω υποχρεωτική ασφάλιση, δεν καλυπτόταν με προαιρετική ασφάλιση και επομένως δεν συντρέχει ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ούτε αξίωση της ζημιωθείσας ενάγουσας κατ' αυτής.
Επίσης, ούτε η, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφαση, αμελής συμπεριφορά του οδηγού του γερανοφόρου οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, χωρίς την κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης (προαιρετικής) για το μεταφερόμενο με το ίδιο όχημα ανυψωτικό μηχάνημα, καλύπτει ασφαλιστικά το εν λόγω μηχάνημα για τις ζημιές που έχει υποστεί κατά το εν λόγω ατύχημα, η ως άνω δε ασφαλιστική εξαίρεση προτείνεται και κατά του ζημιωθέντος ιδιοκτήτη του μεταφερόμενου πράγματος, αφού αφορά την έκταση της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας.
Το Εφετείο που δέχθηκε, με βάση τις ως άνω πραγματικές παραδοχές, ότι η ζημία στο μεταφερόμενο πράγμα οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του οδηγού του γερανοφόρου οχήματος και καλύπτεται από την υποχρεωτική ασφάλιση του οχήματος αυτού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 εδ.
γ' του Ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986). Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρέλκει δε η έρευνα του τρίτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αφού η αναιρετική εμβέλεια των πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης καλύπτει και το λόγο αυτόν.
Συνακόλουθα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των ανωτέρω πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 16-12-2014 έφεση κατά της τρίτης εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας (αναιρεσείουσας).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι στην περίπτωση που μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 42/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη δεν έχει αξίωση αποζημίωσης κατά της τρίτης εναγομένης-αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας από την καταστροφή του ανυψωτικού μηχανήματος, που μεταφερόταν από το ασφαλισμένο στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία γερανοφόρο όχημα, γιατί εξαιρείται από την υποχρεωτική ασφάλιση αυτού, οι ένδικες αγωγές είναι απορριπτέες κατά το μέρος που στρέφονται κατά της τρίτης εναγομένης και δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης.
Κατά συνέπεια δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και πρέπει να κρατηθεί στο δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 218/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αναιρεσείουσας, επικυρουμένης έτσι της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε τις ένδικες αγωγές κατά το αντίστοιχο μέρος.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν για την αίτηση αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της τρίτης εφεσίβλητης-αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τα σχετικά νόμιμα αιτήματα αυτής, τόσο του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, όσο και της παρούσας δίκης, κατά την οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 104/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης κατά το μέρος που δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 16-12-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας.
Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 16-12-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 218/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αναιρεσείουσας.
Καταδικάζει την εκκαλούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, για την κατ' έφεση δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, για την παρούσα δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Π.Π.