Legislator Case Law & Legislation
638/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation grounds, ruling common sense violation claim inadmissible.

Case Number 638/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment regarding a fatal traffic accident. The appellants argued that the appellate court erred in applying common sense by attributing 50% liability to the deceased for not wearing a seatbelt, despite the primary cause being an ejection from the vehicle. The court held that this argument merely challenged the court's assessment of evidence rather than establishing a legal error in applying common sense, rendering the appeal inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 180, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of common sense is inadmissible if it merely contests the court's evaluation of evidence without demonstrating a distinct legal error.

Keywords

AI generated
violation of common sense evaluation of evidence inadmissible appeal Code of Civil Procedure liability assessment seatbelt negligence traffic accident causation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4, item e of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1226/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 638 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 638/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. χας Σ. Κ., το γένος Κ. Μ., 2) Ε. Κ. του Σ., 3) Ε. Κ. του Σ., κατοίκων ..., 4) α. Ε. θυγ. Γ. Κ., κατοίκου ... και β. Κ. θυγ. Γ. Κ., κατοίκου ..., ως εγγυτέρων συγγενών και εξ αδιαθέτου κληρονόμων και υπεισελθόντων στη δικονομική θέση του διαδίκου Γ. Κ. του Ε., που απεβίωσε στις 22-10-2009 και την κληρονομία του οποίου απεδέχθησαν πλασματικά με την πάροδο άπρακτης της εκ του νόμου τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση και μάλιστα κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/4 ή 2/8 η σύζυγός του Α. χα Γ. Κ., το γένος Κ. και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη εκ των ως άνω θυγατέρων του Ε. θυγ. Γ. Κ. και Κ. θυγ. Γ. Κ. και 5) Δ. Κ. του Ε. συζ. Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μπρεάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καραμπάγια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2008 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου, 3ης και 5ης των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Γ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκε με την από 12-11-2008 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και της "... ΑΒΕΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, με την από 2-5-2008 αγωγή του Γ. Σ. και την από 21-4-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή του ν.π.ι.δ. "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις από 20-7-2009 (αρ. εκθ. καταθ. ...2009) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 26-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 14-7-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. …2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 16/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. ....3.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Μ. Ρ., προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν την συζήτηση, επέδωσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (δια θυροκολλήσεως, κατ’ άρθρο 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.) στον πρώτο αναιρεσίβλητο Δ.

Α. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 14.7.2014 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 4.12.2015, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 23.12.2015 βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της υποθέσεως από την αρχική δικάσιμο για την δικάσιμο της 27.5.2016, κατά την οποία κλήθηκε να παραστεί, αντίγραφα δε των επιδοθέντων ως άνω εγγράφων παραδόθηκαν στα χέρια του Μ.

Δ., Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Χαλκίδας, έγγραφη δε ειδοποίηση απεστάλη, διά του ταχυδρομείου, από την παραπάνω δικαστική επιμελήτρια προς τον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο, νομότυπα, κατ’ άρθρο 128 αριθμ. 4γ’ του Κ.Πολ.Δικ., περί της γενομένης δια θυροκολλήσεως, κατά τα ανωτέρω, επιδόσεως.

Εξ άλλου, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. ....7.2016 έκθεση επιδόσεως της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επέδωσαν (δια θυροκολλήσεως, κατ’ άρθρο 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.) στον πρώτο αναιρεσίβλητο Δ. Α. ακριβές αντίγραφο της από 1.6.2016 βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της υποθέσεως από την δικάσιμο της 27.5.2016 για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (3.2.2017), κατά την οποία κλήθηκε να παραστεί, αντίγραφο δε του επιδοθέντος ως άνω εγγράφου παραδόθηκε στα χέρια του Ζ.

Γ., Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Χαλκίδας, έγγραφη δε ειδοποίηση απεστάλη, δια του ταχυδρομείου, από την παραπάνω δικαστική επιμελήτρια προς τον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο, νομότυπα, κατ’ άρθρο 128 αριθμ. 4γ’ του Κ.Πολ.Δικ., περί της γενομένης δια θυροκολλήσεως, κατά τα ανωτέρω, επιδόσεως.

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε υπέβαλε την, κατά την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση.

Επομένως, εφόσον αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, παρά την απουσία του, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ του Κ.Πολ.Δικ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., συνάγεται, ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/ 2011, ΑΠ 147/2011).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292).

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του κοινού δικαίου. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 681/2014).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/ 2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 28.07.2007 και περί ώρα 07:35 ο Σ.

Κ. του Ε., σύζυγος της πρώτης, πατέρας των δεύτερου και τρίτης, αδερφός της πέμπτης, ως και του αρχικού τέταρτου των εναγόντων Γ. Κ. (στη δικονομική θέση του υπεισήλθαν, μετά τον κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στον πρώτο βαθμό θάνατό του, οι καθολικές διάδοχοι του Α. χήρα Γ. Κ., Ε. θυγ. Γ. Κ. και Κ. θυγ. Γ. Κ.), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΔΧΕ αυτοκίνητο (ΤΑΧΙ), μάρκας SKODA OCTAVIA, του οποίου ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με τον γιο του Ε. Κ. (δεύτερο ενάγοντα) και έχοντας ως συνεπιβάτη του τον Γ. Σ. του Ν., εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως Λεωφόρου ..., με κατεύθυνση από Χαλκίδα προς .... Κατά τον αυτό χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στο Σχηματάρι Βοιωτίας εταιρίας, με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ"), μάρκας MERCEDES, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη (ασφαλιστική εταιρία), εκινείτο στην ίδια οδό, πλην με κατεύθυνση αντίθετη προς την πορεία του πρώτου αυτοκινήτου. Στο ύψος της διασταύρωσης της ..., ο ως άνω οδηγός του τελευταίου (πρώτου αυτοκινήτου), προτιθέμενος να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει σε ασφάλτινο, ευρισκόμενο στην αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου, έρεισμα, ώστε στη συνέχεια να κατευθυνθεί εκείθεν προς την οδό ..., δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορούσε να αλλάξει κατεύθυνση ασφαλώς, πλησιάζοντας προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών του δρόμου οδηγών και ειδικότερα εκείνων που κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση της Λεωφόρου, οι οποίοι είχαν προτεραιότητα, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους.

Ειδικότερα, ενώ είχε την πρόθεση να εισέλθει στην οδό ..., η οποία διασταυρώνεται με την ως άνω Λεωφόρο (...) αμέσως μετά τη διασταύρωση της ... και η οποία οδηγεί στην περιοχή της ..., όπου θα αποβίβαζε τον συνεπιβάτη και πελάτη του Γ. Σ., δεν πλησίασε προοδευτικά στο ύψος της διασταύρωσης της ως άνω Λεωφόρου με την προαναφερόμενη οδό, ώστε να πραγματοποιήσει την αλλαγή κατεύθυνσης στο κέντρο της προαναφερόμενης διασταύρωσης, αλλά αντίθετα εισήλθε πολύ νωρίτερα στο αντίθετο ρεύμα, από το ύψος της διασταύρωσης της ....

Δηλαδή, εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα διαγωνίως, καταλαμβάνοντας όλο σχεδόν το οδόστρωμα, επί του οποίου εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την ελεύθερη διέλευσή του. Όμως και ο τελευταίος αυτός οδηγός δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και να αποφύγει την επερχόμενη σύγκρουση.

Έτσι, αν και κατά τον πιο πάνω χρόνο υπήρχε περιορισμένη ορατότητα γι’ αυτόν, λόγω της θέσης του ήλιου ("κόντρα") αλλά και της ελαφράς κλίσης του οδοστρώματος, εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα άνω των 100 χλμ/ώρα, αν και το επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 χλμ, αφού κινούνταν σε κατοικημένη περιοχή.

Επιπλέον, βρισκόταν και υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεδομένου ότι είχε καταναλώσει προηγουμένως μεγάλη ποσότητα αλκοόλ. Συγκεκριμένα, κατά το χρόνο του ατυχήματος, η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στο αίμα του κυμαινόταν από 1,11 έως 1,20 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (βλ. τις από 23.08.2007 και 09.11.2007 εκθέσεις εξέτασης και επανεξέτασης αίματος της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών).

Και για το λόγο αυτό (μέθης) ήταν μειωμένη περαιτέρω η ικανότητά του προς διενέργεια αποφευκτικών ελιγμών, με συνέπεια να μην μπορέσει έγκαιρα να αντιληφθεί το πρώτο αυτοκίνητο, ώστε να μειώσει αναγκαίως την ταχύτητά του και τελικώς να αποτρέψει την σύγκρουση.

Συνεπώς, το υπόψη τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου (TAXI) εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα του οδοστρώματος και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του δεύτερου αυτοκινήτου, οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά αμφοτέρων. Εξ άλλου, η πρόσκρουση ήταν τόσο σφοδρή, ώστε εκτινάχθηκαν από το πρώτο όχημα (ΤΑΧΙ), τόσον ο οδηγός του, όσο και ο συνεπιβάτης του, με αποτέλεσμα να προκληθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του πρώτου (από βαρειές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις).

Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω περιστατικά, συνυπαίτιοι στην πρόκληση του ατυχήματος είναι οι οδηγοί και των δύο οχημάτων, σε ποσοστό 70% ο πρώτος και 30% ο δεύτερος, κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση συνυπαιτιότητας που πρόβαλαν οι εναγόμενοι (ΑΚ 300). Ειδικότερα, αυτοί δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή, που όφειλαν κατά τους νομικούς κανόνες οδηγικής συμπεριφοράς (12 § 1, 16 §§ 1 και 4, 19 § 1 και 3, 20, 23 § 2, 42 ΚΟΚ), της κοινής πείρας και λογικής και την οποία μπορούσαν να καταβάλουν, σύμφωνα με τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τις ικανότητές τους...".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., αλλά και των άρθρων 12 § 1, 16 §§ 1 και 4, 19 § 1 και 3, 20, 23 § 2, και 42 του Κ.Ο.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος και την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με την συνυπαιτιότητα καθενός των δύο εμπλακέντων οδηγών.

Συγκεκριμένα: α) για τον θανασίμως τραυματισθέντα οδηγό του ΤΑΧΙ διαλαμβάνει ότι αυτός, προτιθέμενος να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά και να εισέλθει στην οδό ..., η οποία διασταυρώνεται με την επί της οποίας εκινείτο ..., αμέσως μετά την διασταύρωση της ..., για να κατευθυνθεί στη συνέχεια στην περιοχή της ..., όπου θα αποβίβαζε τον συνεπιβάτη και πελάτη του Γ.

Σ., δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια, πλησιάζοντας προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, ώστε να πραγματοποιήσει την αλλαγή κατευθύνσεως στο κέντρο της προαναφερόμενης διασταυρώσεως, αλλά αντίθετα εισήλθε πολύ νωρίτερα στο αντίθετο ρεύμα και δη από το ύψος της διασταυρώσεως της ..., κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα διαγωνίως, καταλαμβάνοντας όλο σχεδόν το οδόστρωμα, επί του οποίου εκινείτο το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ΙΧΕ αυτοκίνητο, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την ελεύθερη διέλευσή του και β) για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου διέλαβε ότι αυτός οδηγούσε χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και παρά το γεγονός ότι η ορατότητα γι’ αυτόν ήταν περιορισμένη, λόγω της θέσεως του ήλιου ("κόντρα"), αλλά και της ελαφράς κλίσεως του οδοστρώματος, εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα άνω των 100 χ/ω, αν και το επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 χ/ω, προσέτι δε βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεδομένου ότι προηγουμένως είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, γεγονός που μείωσε περαιτέρω την ικανότητά του για διενέργεια αποφευκτικών ελιγμών.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται: α) δεν αναφέρεται η απόσταση, στην οποία βρισκόταν το όχημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου την στιγμή που το ταξί εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και του απέκλεισε την πορεία του και δεν διευκρινίζεται για πόσο χρόνο το ταξί εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα, πόσο μέρος του αντιθέτου ρεύματος κατέλαβε και πόσο υπήρχε ελεύθερο (ενόψει του δεδομένου πλάτους του οδοστρώματος στο σημείο εκείνο που ήταν συνολικά 8,20 μέτρα για τα δύο ρεύματα πορείας).

β) Δεν αναφέρεται από ποια απόσταση ηδύναντο οι οδηγοί των δύο οχημάτων να αντιληφθούν ο ένας τον άλλον, με βάση τις ειδικές συνθήκες της οδού, και αν η απόσταση αυτή παρείχε στον μέσο συνετό οδηγό δυνατότητα αντιδράσεως. γ) Δεν διευκρινίζεται ποια ήταν η θέση του ταξί και ποια η θέση του ΙΧΕ στο οδόστρωμα κατά την στιγμή της συγκρούσεως και δεν εξηγείται γιατί το όχημα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων χτυπήθηκε στην αριστερή πλευρά του.

Και, τέλος, δεν αναφέρεται εάν ο διενεργηθείς ελιγμός του ταξί (στροφή προς τα αριστερά για να εισέλθει στο ασφάλτινο έρεισμα) ήταν στο σημείο εκείνο της οδού επιτρεπτός ή όχι. Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι οι παραδοχές του Εφετείου ότι ο οδηγός του ΤΑΞΙ είχε την πρόθεση "να εισέλθει σε ασφάλτινο, ευρισκόμενο στην αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου, έρεισμα" και ότι "είχε την πρόθεση να εισέλθει στην οδό ..." και "εισήλθε πολύ νωρίτερα στο αντίθετο ρεύμα, από το ύψος της διασταυρώσεως της ..." είναι αντιφατικές μεταξύ τους, καθόσον το ασφάλτινο έρεισμα βρισκόταν ακριβώς στο σημείο που επιχειρήθηκε η στροφή του ΤΑΞΙ και επομένως η κίνηση του τελευταίου δεν ήταν καθόλου πρόωρη, με βάση την παραδοχή της αποφάσεως ότι είχε την πρόθεση να εισέλθει στο ασφάλτινο έρεισμα, πολλώ δε μάλλον η κατάληψη του αντιθέτου ρεύματος πορείας θα ήταν στιγμιαία και για όσο χρόνο απαιτείτο για την ολοκλήρωση του ελιγμού, οπότε δεν υφίσταται αμέλεια του οδηγού του ΤΑΞΙ, εφόσον επιχείρησε στροφή σε σημείο που επιτρεπόταν, για να αλλάξει κατεύθυνση, υπό την παραδοχή όμως της αποφάσεως ότι είχε την πρόθεση να εισέλθει στην οδό ..., η κίνηση του ταξί έγινε διαγώνια και με πρόθεση να διανύσει όλη την απόσταση που μεσολαβούσε μέχρι την οδό ...

στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, οπότε και υφίσταται αμέλεια αυτού. Οι παραπάνω αιτιάσεις κρίνονται αβάσιμες, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίθενται σ’ αυτήν δύο αντικρουόμενες εκδοχές, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά μία, δηλαδή ότι πρόθεση του οδηγού του ΤΑΞΙ ήταν τελικώς να κατευθυνθεί στην οδό ..., αφού ρητώς διαλαμβάνονται σ’ αυτήν τα ακόλουθα: "...προτιθέμενος να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει σε ασφάλτινο, ευρισκόμενο στην αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου, έρεισμα, ώστε στη συνέχεια να κατευθυνθεί εκείθεν προς την οδό ......" (βλ. 2ο φύλλο, οπισθία σελίδα της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Κατ’ ακολουθίαν οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αποτελούν αντιφατικές αιτιολογίες, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, αφού ουδόλως κλονίζουν το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο με βεβαιότητα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, επί του οποίου θεμελιώνεται η αμέλεια του θανασίμως τραυματισθέντος οδηγού του ΤΑΞΙ.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι, συνακολούθως, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 148/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Συνεπώς, αφού από την ίδια την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν αποδεικτικά μέσα, ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα αυτό, πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Δεν απαιτείται η ατομική εξειδίκευση και αναφορά στην απόφαση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί η γενική μνεία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, εφόσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν παραμένει σοβαρή αμφιβολία ως προς την λήψη υπόψη κάποιου αποδεικτικού μέσου.

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. απορρέουσα πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και τις φωτογραφίες, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) είχαν νομίμως προσκομίσει, μετ’ επικλήσεως, καθώς επίσης και την κατάθεση του, με επιμέλειά τους, εξετασθέντος, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάρτυρος και στα οποία μόνον τυπικά αναφέρθηκε αυτή (προσβαλλομένη απόφαση), αλλά ουσιαστικά τα αγνόησε.

Από τις από 5.6.2013 εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Εφετείου Ευβοίας, προκύπτει ότι πράγματι οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να αποδείξουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από δε την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώνεται έλλειψη προσκομιδής των εν λόγω εγγράφων.

Όπως όμως προκύπτει από την τελευταία (προσβαλλομένη απόφαση), το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη "τις ένορκες ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεώς του, τα προσκομιζόμενα με νόμιμη επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες, ως και μαρτυρικές καταθέσεις μετά των λοιπών εγγράφων της σχηματισθείσας σχετικής ποινικής δικογραφίας (προανακριτικής)".

Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της δεν προκύπτει καμιά αμφιβολία, αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και τα παραπάνω νομίμως προσκομισθέντα από τους ήδη αναιρεσείοντες, μετ’ επικλήσεως, αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς οι περί του αντιθέτου τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση καταστροφής πράγματος, η ζημία συνίσταται στην αξία αυτού, αντίστοιχα προς την οποία μειούται η υπάρχουσα περιουσία του ζημιωθέντος και το ποσό αυτής αποτελεί την επιδικαστέα αποζημίωση, όταν αυτή παρέχεται σε χρήμα.

Εξ άλλου, η καθολική ή ολοσχερής βλάβη ή καταστροφή του πράγματος και ιδιαίτερα οχήματος, εμφανίζεται βασικά με δύο μορφές. Η μία είναι η τεχνική και η άλλη η οικονομική. Στην πρώτη περίπτωση, λόγω της σφοδρότητας της συγκρούσεως ή γενικά του είδους και της εκτάσεως των βλαβών, το όχημα έχει πάθει τέτοια παραμόρφωση, ώστε ουσιαστικά δεν είναι πλέον τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών του.

Στην δεύτερη περίπτωση είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών, αυτή όμως θα απαιτήσει χρόνο και δαπάνες, το ύψος των οποίων -με συνυπολογισμό και της μειώσεως της εμπορικής αξίας του οχήματος- υπερβαίνει σημαντικά το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου, ισάξιου με το ζημιωθέν. Αν, επομένως, η δαπάνη επισκευής υπερβαίνει την -πριν από το ατύχημα- εμπορική αξία του οχήματος, συνυπολογιζομένης πάντα και της μειώσεως της εμπορικής του αξίας, αυτό έχει υποστεί ολική καταστροφή υπό οικονομική έννοια και η αιτούμενη αποζημίωση περιορίζεται στην πριν από το ατύχημα αξία του.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προβάλλουν, κατ’ εκτίμηση, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον συναφή λόγο της εφέσεώς τους, με τον οποίο παραπονέθηκαν κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως για την απόρριψη του αιτηθέντος κονδυλίου για την ολική καταστροφή του οχήματος του θανόντος, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το παραπάνω ζήτημα (της ολικής καταστροφής του οχήματος του θανόντος), με συνέπεια να παραβιάσει εκ πλαγίου τις εφαρμοστέες, εν προκειμένω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για το ζήτημα αυτό, πραγματικά περιστατικά: "Το αξιούμενο από τον δεύτερο ενάγοντα αποζημιωτικό κονδύλιο των 5.000 ευρώ, ήτοι το ισόποσο της αξίας του, κατά τα επικαλούμενα, ολικώς καταστραφέντος ως άνω αυτοκινήτου (ΤΑΧΙ)...

είναι απορριπτέο ως αναπόδεικτο. Πιο συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε από ασφαλή αποδεικτικά στοιχεία η έκταση των ζημιών που υπέστη τούτο, ως και το κόστος αποκατάστασής τους, προκειμένου να κριθεί αν είναι ασύμφορη η επισκευή του. Σημειώνεται, ότι στην προσκομιζόμενη (από τον δεύτερο ενάγοντα) τεχνική έκθεση, ναι μεν αναφέρεται ότι υπέστη (όχημα) ολοσχερή καταστροφή στο εμπρόσθιο τμήμα του και κυρίως στη δεξιά πλευρά του (με ειδικότερη αναφορά στα καταστραφέντα τμήματα αυτού), δεν γίνεται όμως μνεία του συνολικού κόστους αποκατάστασης των βλαβών, ώστε να μην είναι διαγνώσιμο, αν η επισκευή του είναι τελικώς ασύμφορη και εντεύθεν να θεωρηθεί ως ολικώς κατεστραμμένο".

Το Εφετείο, δεχόμενο ότι, εφόσον δεν προκύπτει το συνολικό κόστος αποκαταστάσεως των βλαβών του οχήματος, δεν είναι δυνατόν να διαγνωστεί αν η επισκευή του είναι τελικώς ασύμφορη και τελικώς να θεωρηθεί ως ολικώς κατεστραμμένο από οικονομικής απόψεως, διέλαβε περί τούτου πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δεν είχε ανάγκη από περαιτέρω αιτιολογίες, όσα δε υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δικ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ.).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1226/ 2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι ".....για τον θανάσιμο τραυματισμό του ευθύνεται και ο ίδιος ο θανών, κατά ποσοστό 50%, καθόσον δεν έφερε την απαιτούμενη από το νόμο προστατευτική ζώνη ασφαλείας και τούτο αφού ο τραυματισμός του επήλθε κατά κύριο λόγο από την εκτίναξή του εκτός του οχήματος και την πτώση του στο οδόστρωμα, όπερ και θα αποφεύγετο, εάν την φορούσε".

Επικαλούμενοι δε περαιτέρω οι αναιρεσείοντες κατά λέξη ότι "κατά τον τρόπο αυτό, το πραγματικό περιστατικό της μη χρήσεως της ζώνης ασφαλείας που το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέν, υπήγαγε, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, στον κανόνα δικαίου του Α.Κ. 300, δεχόμενο δηλαδή, ότι τούτο συνέτεινε κατά ένα υπέρογκο ποσοστό στο θάνατο του οδηγού του ταξί, παραβλέποντας ότι η μη εκτίναξη του σώματος του θανόντος σε περίπτωση που αυτός χρησιμοποιούσε την ζώνη ασφαλείας, θα οδηγούσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε συνθλιβή αυτού εντός του κουβουκλίου του οχήματος και ότι, συνεπώς, η μη χρήση της ζώνης ασφαλείας, ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατο του συγγενούς τους".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η αποδιδόμενη με αυτόν πιο πάνω αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία και πλήττεται υπό τον μανδύα της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.7.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2014 αίτηση για αναίρεση της 16/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ