Legislator Case Law & Legislation
638/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank contract dispute verdict regarding evidence admissibility.

Case Number 638/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed Eurobank's appeal against the Second Instance Court's decision in a contract dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered an unverified bank document and a translation without proper authentication. The court rejected these claims, noting the appellant had not contested the document's authenticity and had not challenged the translation's source or accuracy.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, 11a, 12 K.Pol.D.; Art. 457 para. 2, 454, 53 K.Pol.D.; Art. 562 para. 2 K.Pol.D.; The court's review of evidence admissibility is limited to legal errors, and an appeal fails if the party did not properly contest the authenticity or origin of the documents considered by the lower court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence authentication translation validity bank contract dispute lower court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1, 11a, 12 K.Pol.D.
Art. 457 para. 2 K.Pol.D.
Art. 454 K.Pol.D.
Art. 53 K.Pol.D.
Art. 562 para. 2 K.Pol.D.
Art. 176, 183 K.Pol.D.
Art. 495 para. 4 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 7/2006
O.A.P. 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 638 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 638/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Παπανικολάου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτη Πάσχο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6699/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2496/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 26-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005 ). Ο από το άρθρο δε 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα : "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία ασχολείται με την εμπορία και επεξεργασία μπαχαρικών και συναφών ειδών, από το έτος δε 1998 συνεργάζεται με την εναγόμενη Τράπεζα, στα πλαίσια συμβάσεων παροχής πίστωσης, για τη χρηματοδότηση της επιχείρησής της.

Στις αρχές Οκτωβρίου 20.0.2, στα πλαίσια των άνω δραστηριοτήτων της, έλαβε (η ενάγουσα ) παραγγελία εξαγωγής μπαχαρικών, αξίας 49.650 ευρώ, προς την εδρεύουσα στο … εταιρία, με την επωνυμία "SC GEOLID COM SRLH, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας εμφανιζόταν ο Σ..Κ.... Για την εξυπηρέτηση της συναλλαγής και την είσπραξη του παραπάνω τιμήματος, συμφωνήθηκε η διατραπεζική.

αποστολή ισόποσου εμβάσματος, από την αγοράστρια εταιρία, με διασυνοριακή, μεταφορά πίστωσης. Επειδή, όμως, η ενάγουσα δεν είχε εμπειρία στις διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων, απευθύνθηκε στην εναγόμενη τραπεζική εταιρία και συνήψε με αυτή προφορική σύμβαση δυνάμει της οποίας η τελευταία. ανέλαβε τη διαδικασία είσπραξης του σχετικού εμβάσματος και πίστωσης του ποσού του στον τηρούμενο, σε υποκατάστημα της, λογαριασμό της ενάγουσας έτσι ώστε αυτή (ενάγουσα) να προχωρήσει στην εξαγωγή - αποστολή των παραγγελθέντων εμπορευμάτων, σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της είσπραξης των χρημάτων.

Μετά από υπόδειξη των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης η ενάγουσα εξέδωσε και απέστειλε στην αγοράστρια Ρουμανική εταιρία το από 9-10-2002 προτιμολόγιο, στο οποίο αναγράφονταν τα προς πώληση εμπορεύματα και η αξία τους, ενώ, για την καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος, η εναγομένη έθεσε στη διάθεση της ενάγουσας τον κωδικό ...

του λογαριασμού εμβασμάτων του υποκαταστήματός της, τον οποίο η τελευταία ενσωμάτωσε στο ανωτέρω-προτιμολόγιο. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε σύμβαση εντολής εκτέλεσης διασυνοριακής μεταφοράς πίστωσης, κατά την οποία η εναγόμενη Τράπεζα ανέλαβε, ως εντολοδόχος, να διεκπεραιώσει, για λογαριασμό της ενάγουσας, τη διασυνοριακή μεταφορά πίστωσης και, ειδικότερα, να ελέγξει το έγγραφο - παραστατικό κατάθεσης του τιμήματος αποκαλούμενο στην καθημερινή τραπεζική πρακτική "swift" (σουίφτ) και να παρακολουθήσει την πορεία όλης της διαδικασίας αποστολής του εμβάσματος, με τελικό προορισμό το άνω υποκατάστημά της, έτσι ώστε το αντίστοιχο ποσό να εισπραχθεί από τη δικαιούχο ενάγουσα (τελική αποδέκτρια της εν λόγω πίστωσης και πελάτισσα της εναγομένης), πριν από την εξαγωγή των πωληθέντων εμπορευμάτων.

Η εναγομένη ανέλαβε να διενεργήσει τις αναγκαίες για την εκτέλεση της άνω εντολής πράξεις, προς το συμφέρον της ενάγουσας. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι την 14-10-2002, η ενάγουσα έλαβε, μέσω τηλεομοιοτυπικού εγγράφου, αντίγραφο του εμβάσματος, που φερόταν ότι είχε αποσταλεί από την αγοράστρια εταιρία και ζήτησε από την εναγομένη να ελέγξει την εγκυρότητα αυτού.

Την επόμενη ημέρα (15-10-2002), οι υπάλληλοι της τελευταίας τη διαβεβαίωσαν, ότι το παραστατικό του εμβάσματος που είχε αποσταλεί ήταν έγκυρο και ότι τα χρήματα θα πιστώνονταν στο λογαριασμό της (ενάγουσας) τις επόμενες δύο ημέρες, δηλαδή, μέχρι την 17-10- 2002, με διατραπεζική διαδικασία, αρχικά, από τη Ρουμανική Τράπεζα, με την επωνυμία "ROMANIAN INTERNATIONAL ΒΑΝΚ S-A", προς τη Γερμανική Τράπεζα "COMMERZBANK AG", όπως αυτό αποτυπωνόταν στο.

παραπάνω τηλεομοιοτυπικό έγγραφο και, τέλος, από τη Γερμανική Τράπεζα προς την εναγομένη, Πειθόμενη στις διαβεβαιώσεις αυτές, η ενάγουσα και θεωρώντας βεβαία την πίστωση του λογαριασμού της με το ποσό του εμβάσματος, την ίδια ημέρα, απέστειλε εμπορεύματα μπαχαρικών διαφόρων τύπων, αξίας 49.650 ευρώ, τα οποία φορτώθηκαν σε φορτηγό αυτοκίνητο της αγοράστριας εταιρίας και ανέμενε την είσπραξη του συμφωνηθέντος τιμήματος μέσω του προαναφερθέντος υποκαταστήματος της εναγομένης.

Αφού παρήλθε άπρακτη η αρχικώς ορισθείσα. ημερομηνία άφιξης του ποσού, ύστερα από επίμονες πιέσεις της ενάγουσας οι υπάλληλοι της εναγομένης απέστειλαν έγγραφο ερώτημα προς τη διαμεσολαβούσα Γερμανική Τράπεζα "COMMERZBANK", για το αν είχε σταλεί χρηματικό ποσό στο όνομα της ενάγουσας από τη Ρουμανική Τράπεζα.....Η Γερμανική Τράπεζα απάντησε αρνητικά, στις 23-10-2002, με τηλεομοιοτυπικό έγγραφο, με το οποίο, επιπλέον, ενημέρωνε, ότι η εναγομένη δεν διατηρούσε σ' αυτήν λογαριασμό και σύστησε την άμεση επικοινωνία με τη Ρουμανική Τράπεζα.

Την ίδια ημέρα κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας των υπαλλήλων της εναγομένης με τη Ρουμανική Τράπεζα, η τελευταία απέστειλε τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, στο οποίο ανέφερε ότι δεν είχε κατατεθεί σ' αυτήν οποιοδήποτε έμβασμα από την αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας Ρουμανική εταιρία "GEOLID CGM SRL" και ότι η τελευταία δεν ήταν πελάτης της.

Μετά από αυτό, η ενάγουσα απευθύνθηκε στον εμπορικό ακόλουθο της Ελληνικής Πρεσβείας στο Βουκουρέστι, ο οποίος με το υπ' αριθμ. 273-0/1303/29-10--2-002 έγγραφό του την πληροφόρησε, ότι η ως άνω αγοράστρια εταιρία δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο εταιριών του Επιμελητηρίου Βουκουρεστίου, ούτε στους καταλόγους του γραφείου της Ελληνικής Πρεσβείας και, προφανώς, είναι ανύπαρκτη...

Ωστόσο, τα επίδικα εμπορεύματα είχαν, ήδη, εκτελωνιστεί, από τις 21-10-2002, στο Ελληνικό Τελωνείο του Προμαχώνα, η δε ενάγουσα ουδέποτε εισέπραξε το τίμημα αυτών, αφού, όπως αποδείχθηκε, το ως άνω παραστατικό του εμβάσματος ήταν πλαστό και η επικοινωνία με την φερόμενη ως αγοράστρια Ρουμανική εταιρία ήταν αδύνατη, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να ζημιωθεί κατά την αξία των εμπορευμάτων, ύψους 49.650 ευρώ, την οποία ουδέποτε εισέπραξε.

Για τη ζημιά αυτή της ενάγουσας ευθύνεται η εναγομένη, η οποία, ενώ είχε αναλάβει, συμβατικά, την παρακολούθηση και διεκπεραίωση της διασυνοριακής μεταφοράς της πίστωσης ποσού 49.650 ευρώ, από τη Ρουμανία στην Ελλάδα (στο άνω Υποκατάστημά της ) και την παροχή σχετικών υπηρεσιών -χρηματοπιστωτικής φύσης, αναγόμενων στην εξακρίβωση της γνησιότητας (εγκυρότητας) του παραπάνω εγγράφου παραστατικού "swift" κατάθεσης του τιμήματος, από βαριά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της, κατά την εκτέλεση των ανατεθέντων σ' αυτούς καθηκόντων, δεν ενημερώθηκε εγκαίρως σχετικά με τη μη γνησιότητα.

του αποσταλέντος εμβάσματος, έτσι ώστε να αποφύγει την ολοκλήρωση της εξαγωγής και την οριστική απώλεια των εμπορευμάτων της, Ειδικότερα, οι υπάλληλοί της καίτoι είχαν εμπειρία σχετικά με τις διασυνοριακές μεταφορές. πιστώσεων, δεν επικοινώνησαν, άμεσα, με τη Ρουμανική Τράπεζα, στην οποία φερόταν, ότι η αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας, Ρουμανική εταιρία, ήταν πελάτης της και είχε καταθέσει το οφειλόμενο χρηματικό ποσό, πράγμα που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν από την πρώτη ημέρα εμφάνισης σε αυτούς, από την ενάγουσα, του σχετικού τηλεομοιοτυπικού αντιγράφου, ήτοι από την 14-10-2002, σε κάθε δε περίπτωση, μέχρι τον εκτελωνισμό των εξαχθέντων εμπορευμάτων στις 21-10-2002.

Αντίθετα, αυτοί επικοινώνησαν, για πρώτη φορά, στις 23-10-2002, όταν πλέον είχε ολοκληρωθεί η εξαγωγή των επίμαχων εμπορευμάτων και, μάλιστα, ύστερα από. σύσταση της Γερμανικής διαμεσολαβούσας Τράπεζας, η οποία τους υπέδειξε τον ορθό τρόπο ελέγχου της μεταφοράς πίστωσης. Η παραπάνω παράλειψη της εναγομένης (δια των οργάνων της), αποτελεί παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης, η οποία συμφωνήθηκε, ρητά, μεταξύ των διαδίκων, λόγω της έλλειψης εμπειρίας της ενάγουσας και της επαγγελματικής εξειδίκευσης της πρώτης (εναγομένης), σε κάθε δε περίπτωση, αποτελεί και παραβίαση παρεπόμενης υποχρέωσης, στα πλαίσια της σύμβασης εκτέλεσης διασυνοριακής μεταφοράς πίστωσης, κατά την οποία, η εναγόμενη Τράπεζα είχε υποχρέωση, αφενός, έγγραφης αποτύπωσης όλων των πληροφοριών και ενημέρωσης της πελάτισσάς της σχετικά με διαδικασία διασυνοριακής μεταφοράς πιστώσεων και, αφετέρου, προστασίας των περιουσιακών αγαθών αυτής.

Εξάλλου η τελευταία αυτή υποχρέωση της Τράπεζας (προστασία των περιουσιακών αγαθών του πελάτη της) υφίσταται ανεξάρτητα από τις συμφωνίες της με την ενάγουσα, η δε παραβίασή της αποτελεί, παράνομη συμπεριφορά, ενέχουσα αδικοπρακτική ευθύνη, στα πλαίσια της παροχής υπηρεσιών προς την ενάγουσα, ως καταναλώτρια-τελευταία αποδέκτρια των υπηρεσιών της (εναγομένης), συρρέουσα με τη συμβατική ευθύνη), σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν.

Οι παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές δεν αναιρούνται από το υπ' αριθμ. 178/131-12-2002 πόρισμα της Τράπεζας της Ελλάδος, που επιλήφθηκε της κρινόμενη υπόθεσης, μετά από εξώδικη ειδοποίηση της ενάγουσας, στο οποίο αόριστα αναφέρεται, ότι "δεν προκύπτει αντικείμενο ελέγχου για τη διαπίστωση κάποιας παράβασης (συναλλαγματικής ή άλλης) που να έχει διαπράξει η ελεγχόμενη (εννοεί την εναγομένη)", βάσει των ισχυρισμών της εναγομένης, που διαλαμβάνονται στην από 11-12- 2002 επιστολή της, για παροχή εξηγήσεων, προς την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς να προκύπτει από το περιεχόμενο του πορίσματος, αν και με ποιον τρόπο διενεργήθηκε κάποιος έλεγχος.

Κατ' ακολουθία, η εναγομένη ευθύνεται, συμβατικά και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, για την αποκατάσταση της προαναφερθείσας ζημιάς της ενάγουσας, ύψους 49.650) ευρώ, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε το ίδιο, με την εκκαλούμενη απόφαση και επιδίκασε στην ενάγουσα το εν λόγω χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο από την όχληση της εναγομένης, δεν έσφαλε....".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 330, 713, 714, 914 Α.Κ., 8. Ν. 2251/1994, 1-3 του π. δ. 33/2000. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι περιεχόμενο της σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ήταν η ανάληψη από την εναγομένη τράπεζα της υποχρέωσης να διεξαγάγει την διαδικασία είσπραξης του σχετικού εμβάσματος και πίστωσης του ποσού του στον τηρούμενο σε υποκατάστημά της λογαριασμό της ενάγουσας και επί πλέον τον έλεγχο της εγκυρότητας του παραστατικού κατάθεσης του τιμήματος στη Ρουμανική Τράπεζα, αποκαλούμενου στην καθημερινή τραπεζική πρακτική " swift ", το οποίο απέστειλε η εν λόγω τράπεζα, δηλαδή τον έλεγχο ότι πράγματι κατατέθηκαν τα χρήματα στη διαμεσολαβούσα Τράπεζα πριν από την εξαγωγή των πωληθέντων εμπορευμάτων, δεν ήταν δε ανάγκη να εξειδικεύσει τις επί μέρους υποχρεώσεις των λοιπών τραπεζών που μεσολάβησαν.

Ο δε περί του αντιθέτου, δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3 και 4 του π. δ. 33/2000 και 8 του ν. 2251/1994, καθόσον : α ) για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών αξίωσε τη συνδρομή και άλλων στοιχείων, τα οποία και δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ότι δηλαδή η εναγομένη είχε την υποχρέωση να παρακολουθήσει και να διεκπεραιώσει τη διασυνοριακή μεταφορά της πίστωσης από τη Ρουμανία στην Ελλάδα και να ενημερώνει την ενάγουσα για γεγονότα που ανάγονται στο στάδιο της διαδικασίας μεταφοράς χρημάτων (άνοιγμα πίστωσης, αποστολή χρημάτων), στοιχεία τα οποία δεν εντάσσονται στο πραγματικό των παραπάνω διατάξεων και για τα οποία η εναγομένη, ως τραπεζικό ίδρυμα της υποδοχής της πίστωσης, δεν ευθύνεται κατά τις παραπάνω διατάξεις και β ) για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από τα κατά νόμο αναγκαία, δηλαδή δέχθηκε αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης χωρίς παραδοχή ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας της ενάγουσας.

Ο λόγος αυτός πρωτίστως προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι πλήττει τις επάλληλες νομικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης περί ευθύνης της εναγομένης, λόγω παραβάσεως των παρεπομένων υποχρεώσεών της από τη σύμβαση διασυνοριακής μεταφοράς χρημάτων και των υποχρεώσεων αυτής ως παρέχουσας υπηρεσίες στην ενάγουσα καταναλώτρια, ενώ το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς (και) στην μη πληττόμενη με αναιρετικό λόγο αιτιολογία ότι η ευθύνη της εναγομένης προς αποζημίωση της ενάγουσας στηρίζεται και στις διατάξεις των άρθρων 330, 713, 714 και 914 Α.Κ., δηλαδή στην από βαρεία αμέλεια παράβαση της συμβατικής υποχρέωσής της, ως εντολοδόχου, να ελέγξει αν το έγγραφο-παραστατικό κατάθεσης του τιμήματος των εμπορευμάτων σε τράπεζα της Ρουμανίας ανταποκρίνεται στα πράγματα και στη διαβεβαίωση αυτής ότι είναι έγκυρο το εν λόγω παραστατικό, ενώ αυτό δεν ήταν.

Αλλά σε κάθε περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του π. δ. 33/2000 αναφέρονται και προσδιορίζουν το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διασυνοριακής μεταφοράς πιστώσεων και, ως ενδοτικού δικαίου, δεν αποκλείουν τη συνομολόγηση από τα μέρη πρόσθετων υποχρεώσεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση τον έλεγχο αν πράγματι ο αγοραστής είχε καταθέσει το τίμημα στη διαμεσολαβούσα τράπεζα της Ρουμανίας.

Τέλος, και όσον αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης κατά τις διατάξεις του ν. 2251/1994 η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την παραδοχή ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς της εναγομένης, συνισταμένης στην κατά παράβαση της σύμβασης παράλειψή της να ελέγξει αν πράγματι η αγοράστρια εταιρία κατέθεσε στη Ρουμανική τράπεζα το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης, όπως διαλαμβανόταν στο σχετικό παραστατικό, που περιήλθε στα χέρια της ενάγουσας και τέθηκε υπόψη της εναγομένης, και της ζημίας που επήλθε στην ενάγουσα από την παράδοση των εμπορευμάτων στην αγοράστρια χωρίς να έχει προκαταβληθεί το τίμημα, το οποίο και ουδέποτε κατεβλήθη.

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε διαπίστωση διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθή, καθώς και όταν σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους 4ο και 5ο λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικών εγγράφων και ειδικότερα παραμόρφωσε : α) το από 14-10-2002 αντίγραφο του εμβάσματος (ανοίγματος της πίστωσης) που φέρεται ότι είχε στείλει στην ενάγουσα με tele-fax ο εκπρόσωπος της αγοράστριας από τη Ρουμανία, το οποίο ανέγνωσε εσφαλμένα και παρέλειψε να αναγνώσει κρίσιμα στοιχεία του, διότι ενώ στο ανωτέρω έγγραφο αποστολέας είναι η Τράπεζα Romanian International Bank SA στο …, παραλήπτης η τράπεζα COMMERZBANG AS στη …, ημέρα αξίας η 17-10-2002, ποσό 49.650 ευρώ, εντολέας η αγοράστρια εταιρία, δικαιούχος η ενάγουσα και πληρωτέο στον αναφερόμενο στο έγγραφο λογαριασμό της ενάγουσας στην εναγομένη, ήτοι προέκυπτε κατά την αληθινή ανάγνωση του εγγράφου ότι η εναγομένη δεν ήταν αποδέκτης πληροφορίας ότι η πίστωση ανοίχθηκε, τα χρήματα κατατέθηκαν με εντολή να περιέλθουν στην εναγομένη στις 17-10-2002 και να πιστωθούν στο λογαριασμό της ενάγουσας, το Εφετείο δέχθηκε ότι με βάση το έγγραφο αυτό η εναγομένη "διαβεβαίωσε την αντίδικο ότι το έμβασμα κατατέθηκε στη τράπεζα Romanian International SA και ότι τα χρήματα θα έφθαναν στο λογαριασμό της στο υποκατάστημά μου στις 17-10-2022 μέσω της γερμανικής τράπεζας Commerzbank AG "...και β) το υπ' αριθ. 178/31-12-2002 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, διότι ενώ από αυτό προκύπτει ότι διενεργήθηκε πράγματι από την Τράπεζα της Ελλάδος έλεγχος της βασιμότητας των αναφερομένων στην αγωγή σε βάρος της εναγομένης γεγονότων, το Εφετείο δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου δεν προκύπτει αν και με ποιόν τρόπο διενεργήθηκε κάποιος έλεγχος.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι υπό τα εκτιθέμενα δεν πρόκειται για παραμόρφωση του περιεχομένου των άνω εγγράφων, αλλά για εκτίμηση του περιεχομένου τους διαφορετική από εκείνη που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθή. Οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 11 α' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, όπως έγγραφο του οποίου η γνησιότητα αμφισβητήθηκε (άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ) και δεν ερευνήθηκε ή μεταφρασμένο ξενόγλωσσο έγγραφο από δικηγόρο το όνομα του οποίου δεν προκύπτει από το έγγραφο (άρθρα 454 ΚΠολΔ και 53 Κώδικα Δικηγόρων) και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προσδίδοντας σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη εκείνης που καθορίζει ο νόμος και όχι όταν το εξετίμησε ελευθέρως κατά τον κανόνα του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η σχετική κρίση του δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο από τον αριθ. 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο : α) έλαβε υπόψη και εκτίμησε το από 14-10-2002 έγγραφο της τράπεζας Romanian International Bank SA χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει και διαπιστώσει τη γνησιότητά του, την οποία ρητά η αναιρεσείουσα είχε αμφισβητήσει με τις προτάσεις της, β) έλαβε υπόψη το ως άνω σε απλή ανεπικύρωτη φωτοτυπία ξενόγλωσσο έγγραφο και τη συνοδεύουσα αυτό μετάφραση από δικηγόρο, χωρίς να προκύπτει αν συνιστά το πρωτότυπο ή το ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτού και από ποιόν δικηγόρο είχε γίνει η μετάφρασή του και γ) έλαβε υπόψη του το ίδιο ως άνω έγγραφο που απεστάλη με το σύστημα της τηλεομοιοτυπίας, χωρίς να προκύπτει με ασφάλεια ότι αυτό εκδόθηκε από την τράπεζα Romanian International Bank.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από τις έγγραφες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσείουσας αυτή δεν αρνήθηκε τη γνησιότητα του ως άνω εγγράφου, αλλά ισχυρίσθηκε ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ή μη τη γνησιότητά του, ουδόλως δε αντιτάχθηκε στη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ίδιου εγγράφου για τους λοιπούς αναφερόμενους στο αναιρετήριο λόγους, τους οποίους ουδόλως επικαλέσθηκε (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ ).

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Το παράβολο που κατέθεσε η αναιρεσείουσα πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, διότι η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2012 αίτηση της εταιρίας "Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρία" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2496/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ