Supreme Court allows appeal against traffic court verdict due to insufficient and contradictory factual reasoning in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a traffic court verdict, finding the lower court's decision legally flawed. The court identified that the appellate court failed to provide sufficient factual reasoning regarding the pedestrian's visibility, the second driver's ability to avoid the accident, and the interpretation of brake marks. Consequently, the Supreme Court annulled the contested verdict and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 93(3) of the Constitution; The Supreme Court annuls a judgment when the lower court fails to provide sufficient factual reasoning or presents contradictory arguments regarding essential facts affecting the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 638 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 638/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από την δικαστική του συμπαραστάτρια ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σκλαβουνάκου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2)..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πετράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκε η 2941/2005 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως, η πρώτη των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25/7/2006 προσεπίκληση-αγωγή, η οποία συνεκδικάστηκε με την ως άνω αγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2438/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4251/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/5/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 12/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 11-5-2009 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθ. 4251/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4251/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 25-8-2001 και περί ώραν 13.00 ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος ..., ο οποίος είχε προστηθεί από την πρώτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα ...
στην οδήγηση του υπ' αριθ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που ανήκει στην κυριότητά της και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι των τρίτων αστική του ευθύνη, στην τρίτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERAL UNION Α.Ε.Ε.Γ.Α.", εκινείτο επί της Λεωφόρου ..., στην περιοχή ..., στην αριστερή λωρίδα αυτής με κατεύθυνση προς ....
Η εν λόγω Λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης με τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας και μία ακόμη βοηθητική λωρίδα στο αριστερό άκρο αυτής, ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους 13,50 μέτρων και με συνεχή σιδερένια κιγκλιδώματα στο μέσον αυτής, τα οποία απέτρεπαν την πρόσβαση των πεζών, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-60 σε 70 χ/ω.
Την ίδια χρονική στιγμή ο ενάγων και ήδη εκκαλών ... ηλικίας 33 ετών, ευρισκόμενος πεζός διακόσια (200) μέτρα μετά τη διασταύρωση της ως άνω Λεωφόρου με τη Λεωφόρο ... και προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα τη Λεωφόρο ... από το ρεύμα πορείας της προς ..., από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων στη Λεωφόρο, επιχείρησε να διασχίσει αυτήν τρέχοντας, δεδομένου ότι στο σημείο εκείνο δεν υπάρχει σηματοδοτούμενη και διαγραμμιζόμενη διάβαση πεζών, αλλά σε απόσταση σαράντα (40) περίπου μέτρων, πριν από το σημείο στο οποίο βρισκόταν.
Όταν δε ο ίδιος είχε διασχίσει τις τρεις (3) από τις τέσσερις (4) υφιστάμενες λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της Λεωφόρου προς ... και ήδη είχε καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της αριστερής λωρίδας, απέχοντας 3,30 μέτρα, από τα διαχωριστικά των ρευμάτων κυκλοφορίας κιγκλιδώματα, τα οποία θα ανερχόταν και στη συνέχεια θα συνέχιζε την πορεία του, για να διέλθει και το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, ο εφεσίβλητος οδηγός βαίνοντας με ταχύτητα 58 χ/ω (βλ.
το από 25-8-2001 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης του οδικού τροχαίου ατυχήματος, που συντάχθηκε από το ΤΟΤΑ), επέπεσε, παρά το διενεργηθέντα αναποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και την πέδηση, με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος στον εκκαλούντα, με αποτέλεσμα να υποστεί κάκωση κεφαλής, θλαστικά τραύματα μετώπου και ρινός, δυσανάλογη διεύρυνση υπαραχνοειδούς χώρου εγκεφάλου, κάκωση αριστερού ώμου με θλάση δελτοειδούς και υπερακανθίου και κάταγμα ηβοιυχιακών κλάδων αριστερά (βλ.
τα σχετικά πιστοποιητικά νοσηλείας του Π.Γ.Ν. Αθηνών "..."). Για τις συνθήκες του ατυχήματος ο εκκαλών στην από 31-10-2001 προανακριτική του κατάθεση κατέθεσε, ότι "... Λίγο πριν φθάσω στη διαχωριστική νησίδα, ήρθε από αριστερά μου και με κτύπησε ένα αυτοκίνητο ... Δεν ξέρω με πόση ταχύτητα κινούταν, γιατί προηγουμένως δεν το είδα ...".
Ο δε εφεσίβλητος οδηγός στην από 26-8-2001 προανακριτική του κατάθεση κατέθεσε, ότι "... Είδα κάτι να τρέχει από δεξιά προς τα αριστερά μου. Πλησιάζοντας είδα ένα άτομο, αντί να σταματά, να συνεχίζει να τρέχει, Αμέσως πάτησα φρένο, έκοψα το τιμόνι αριστερά, εισήλθα στη λωρίδα που είναι για στροφή αριστερά στη ..., αλλά ήταν αναπόφευκτη η σύγκρουση μαζί του...".
Από τα παραπάνω περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και επιβεβαιώνονται από το 25-8-2001 σχεδιάγραμμα και από την με ίδια ημεροχρονολογία έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκαν από τον Ανθυπαστυνόμο της Διεύθυνσης Τροχαίας Αττικής, αποδεικνύεται, ότι το παραπάνω ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εκκαλούντος-παθόντος, ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει κάθετα τη Λεωφόρο ..., χωρίς να χρησιμοποιήσει τη διάβαση πεζών, που βρισκόταν σε εγγύτατη απόσταση σαράντα (40) μέτρων από το συγκεκριμένο σημείο, αλλά προτίμησε να διασχίσει τη Λεωφόρο στο σημείο εκείνο, παρά την επικινδυνότητα της εισόδου του στο οδόστρωμα και την ύπαρξη σιδερένιων κιγκλιδωμάτων, που απέτρεπαν τη διέλευση πεζών από το σημείο εκείνο και επιπλέον ενεργώντας την ως άνω επικίνδυνη διέλευση, δεν έλεγξε προηγουμένως επαρκώς την κίνηση των οχημάτων επί της Λεωφόρου, αλλά εισήλθε στο οδόστρωμα τρέχοντας, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως, όπως ήταν υποχρεωμένος, ότι δεν παρεμποδίζει την κυκλοφορία των οχημάτων με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί ξαφνικά στην πορεία του διερχόμενου αυτοκινήτου του εφεσίβλητου οδηγού, και να αιφνιδιάσει τον οδηγό του, ο οποίος κατ' εκείνο το χρόνο έβαινε κανονικά, κατά τα προεκτεθέντα, στο ρεύμα πορείας του, και ο οποίος αιφνιδιαζόμενος επιχείρησε αναποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και πέδησε χωρίς όμως να κατορθώσει να αποφύγει τον πεζό ενάγοντα, με αποτέλεσμα να προκληθεί το ατύχημα (άρθρο 38 παρ. 4 εδάφ.
α' και ε' Κ.Ο.Κ.). Με βάση τα προεκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε, ότι βαρύνει κάποια υπαιτιότητα τον εφεσίβλητο οδηγό στην πρόκληση του ατυχήματος. Κρίνοντας κατά τον ίδιο τρόπο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις, με το να δεχθεί, με την ίδια κατά βάση αιτιολογία, τα αυτά σε σχέση με την υπαιτιότητα και δεν έσφαλε ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος της (Α) έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα της (Α) έφεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της αποκλειστικής ή όχι υπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσίβλητου οδηγού, και της ύπαρξης ή όχι συντρέχουσας αμέλειας του τραυματισθέντος ενάγοντος στην επέλευση του ατυχήματος, και στην έκταση των συνεπειών του, έτσι ώστε καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 330 εδ.
β, 300 παρ. 1 εδ. α, 297, 298 του ΑΚ κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου με αιτιολογίες ελλειπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς. Ειδικότερα, το Εφετείο δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα του τραυματισθέντος στο ένδικο ατύχημα πεζού αναιρεσείοντος, δεν προσδιορίζει στην απόφασή του 1) το εάν η οδός στο σημείο του ατυχήματος ήταν ευθύγραμμη ή όχι, κατά την πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος μέχρι το σημείο που βρισκόταν ο αναιρεσείων-ενάγων πριν αρχίσει να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα, και εάν υπήρχε ή όχι, και σε καταφατική περίπτωση πόση ορατότητα σε μέτρα, μεταξύ του αυτοκινήτου του και του πεζού, από το χρόνο που άρχισε να διασχίζει ο πεζός, κάθετα το οδόστρωμα μέχρι το σημείο που συνέβη το ατύχημα. 2) εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα κινούμενα παράλληλα προς το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και προς τα δεξιά του, και εάν η κυκλοφορία ήταν αραιή ή πυκνή και εάν με τις κυκλοφοριακές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ώρα του ατυχήματος, και τις λοιπές συνθήκες, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος οδηγός, ήταν δυνατόν να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά κατά την πορεία του, και αν ο ελιγμός αυτός σε καταφατική περίπτωση θα οδηγούσε σε αποφυγή του ατυχήματος, ενόψει και του ότι ο προς τ' αριστερά ελιγμός που ενήργησε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος οδηγός χαρακτηρίζεται από την απόφαση ως "αναποτελεσματικός". 3) ενώ στην απόφαση γίνεται λόγος αόριστος για τροχοπέδηση εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσίβλητου και για τη συνεκτίμηση του δελτίου ιχνών τροχοπέδησης που συντάχθηκε από το ΤΟΤΑ δεν προσδιορίζεται ειδικότερα στην απόφαση εάν από την τροχοπέδηση αυτή καταλήφθηκαν ίχνη στο οδόστρωμα, και σε καταφατική περίπτωση ποιό το μήκος τους και ποιά η αφετηρία τους πριν από την παράσυρση του πεζού και ποιό το τέλος τους. 4) Ενώ στην απόφαση υπάρχει παραδοχή ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος οδηγός "αιφνιδιάστηκε" δεν αιτιολογείται επαρκώς εάν πριν από το ατύχημα ο ίδιος οδηγός είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις, των άρθρων 12 παρ. 1 εδ.
β και 19 παρ. 1 του ΚΟΚ, και αν ασκούσε τον αναγκαίο έλεγχο στο αυτοκίνητο που οδηγούσε, και εάν εκπληρώνοντας τις πιο πάνω οδηγικές υποχρεώσεις του θα μπορούσε ν' αποφύγει τον αιφνιδιασμό που δέχεται η προσβαλλόμενη, ενόψει και της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος οδηγός κατέθεσε προανακριτικά ότι "πριν το ατύχημα είδε ένα άτομο να τρέχει από δεξιά προς τ' αριστερά του (χωρίς να προσδιορίζεται από πόση απόσταση το είδε) και ότι πάτησε φρένο και έκοψε το τιμόνι αριστερά".
Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως παραδεκτό με την παρούσα εισήγηση συμπληρώνεται κατ' αρθρ 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως.
Άρα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4251/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ