Supreme Court allows appeal against labor termination, rejecting employer's inadmissibility claim based on prior contract repudiation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a labor court decision terminating an employee's contract, rejecting the employer's argument that the appeal was inadmissible due to a prior repudiation. The court found the lower court erred in law by failing to objectively assess social criteria when selecting staff for economic reasons. Consequently, the decision was quashed and the case remitted for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573(1), 297-299 of the Code of Civil Procedure; The employer's subsequent repudiation of the employment contract does not render an appeal inadmissible if the initial termination was based on economic reasons without proper consideration of social criteria.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 638 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 638/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΛΑΜΨΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαμηλάκη. Του αναιρεσιβλήτου: ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χατζησταύρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1546/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2147/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-8-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 8-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δευτέρου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 573 παρ. 1, και 297 - 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως αποκλείει την κατ' αυτής άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως εκ μέρους του αποδειχθέντος αυτήν. Η αποδοχή της αποφάσεως που επάγεται το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός της αποδοχής. Τέτοια όμως πράξη δεν συνιστά η νέα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη με σκοπό να αρθεί η υπερημερία του στην οποία περιήλθε μετά την τελεσίδικη ακύρωση της πρώτης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με τις έγγραφες προτάσεις του που έχει καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 24.10.2007, δηλαδή πριν την εικοσαήμερη προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη, διότι η αναιρεσείουσα έχει αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή μετά την από 14.5.2002 καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου, η οποία κηρύχθηκε άκυρη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατήγγειλε στις 17.10.2005 για δεύτερη φορά την ίδια σύμβαση. Ο ανωτέρω, περί απαραδέκτου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου, πρέπει ν' απορρριφθεί ως αβάσιμος και εξετασθεί, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως.-
Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ αντικειμενικά όρια. Στην περίπτωση αυτή η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθρα 174, 180 ΑΚ) με συνέπεια να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και να υποχρεούται σε καταβολή των μισθών του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ.
Ειδικώς επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχειρήσεως και η αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της με τη μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στον παραπάνω σκοπό δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια από πλευράς σκοπιμότητας ή αναγκαιότητος.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη του όλα τα στοιχεία της επιχειρήσεώς του και της αγοράς. Η καταγγελία όμως της εργασιακής σχέσεως, που αποτελεί το έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως, ελέγχεται από τα δικαστήρια από την άποψη της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, δηλαδή αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού της αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της επιχειρήσεώς του με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέσων, όπως απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση ή μερική απασχόληση, ακόμη και με τη χρήση της λεγόμενης τροποποιητικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
Εξάλλου και η επιλογή προς απόλυση του συγκεκριμένου μισθωτού πρέπει και αυτή να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ και από την άποψη αυτή ελέγχεται δικαστικώς. Ειδικότερα ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητος προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, οφείλει να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την 8.6.1982 και εργάστηκε στο ξενοδοχείο αυτής "......" ως βοηθός μπουφετζή μέχρι στις 14.5.2002, που απολύθηκε με έγγραφη καταγγελία και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Κατά την απόλυση του ο ενάγων εργάζονταν στη "κρύα κουζίνα" του ξενοδοχείου ως ψήστης, χαρακτηρίζονταν ως μάγειρας Α' και του καταβάλλονταν οι προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ αποδοχές. Την 17.12.1986 έλαβε πτυχίο της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων στο τμήμα μαγειρικής τέχνης και ήταν επαρκής στην εκτέλεση των καθηκόντων του.
Την 30-11-2001 το ξενοδοχείο της εναγομένης διέκοψε τη λειτουργία του, λόγω ανακαίνισης, και αυτή προσέφερε στους 200 εργαζομένους της κίνητρα εθελουσίας εξόδου. Ο ενάγων δεν επιθυμούσε να αποχωρήσει, δεν έκανε χρήση των οικονομικών κινήτρων, διότι ήταν 50 ετών, η ηλικία του δεν του επέτρεπε την ανεύρεση εργασίας και έπρεπε να εργασθεί τουλάχιστον δυο μήνες για να δικαιούται το εφάπαξ από το ταμείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων.
Έτσι η εναγομένη, επικαλούμενη οικονομοτεχνικούς λόγους και ειδικότερα την αναδιοργάνωση της εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου, την 14.5.2002 κοινοποίησε στον ενάγοντα την καταγγελία επί εργασιακής του συμβάσεως. Κατά την απόλυση του ενάγοντος παρέμειναν εργαζόμενοι στο ξενοδοχείο νεώτεροι συνάδελφοί του, με λιγότερες οικογενειακές υποχρεώσεις, αμειβόμενοι με το μισθό του μάγειρα, όπως ο .... 30 ετών, ο .... 34 ετών και ......, 28 ετών.
Παρά ταύτα η εναγομένη, αν και ο ενάγων ήταν καλός υπάλληλος, είχε 20ετή υπηρεσία, ήταν 50 ετών, η σύζυγος του δεν εργάζονταν, η θυγατέρα του ...... ήταν σπουδάστρια στις Σχολές....... και δεν εργάζονταν, δεν εκτίμησε τα κριτήρια αυτά και επέλεξε προς απόλυση τον ενάγοντα, διατηρώντας τους ανωτέρω συναδέλφους του, οι οποίοι έναντι εκείνου υπερείχαν μόνον στη παρακολούθηση του Τμήματος Μαγείρων της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων, διετούς φοίτησης, ενώ το πτυχίο της ίδιας Σχολής που διέθετε ο ενάγων είναι υποδεέστερο, όμως αυτός υπερείχε καταφανώς εκείνων ως προς τα κοινωνικά κριτήρια, την κατηγορία επαγγέλματος, την αρχαιότητα και εμπειρία, τα οποία η εναγομένη δεν εκτίμησε αντικειμενικά με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά την επιλογή της, επιπλέον δεν πρότεινε στον ενάγοντα να καταλάβει θέση μαγείρου από εκείνες που ήδη είχαν κενωθεί, λόγω οικειοθελών αποχωρήσεων.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή, την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν και ακολούθως αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου, να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, χωρίς να δεχθεί συγχρόνως, ότι η ως άνω απόλυση για οικονομοτεχνικούς λόγους του αναιρεσίβλητου μισθωτού, που εχώρησε χωρίς να ληφθούν υπόψη τα προταθέντα κοινωνικοικονομικά κριτήρια, έγινε "κατά προφανή υπέρβαση", των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, όπως σαφώς ορίζει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου αυτή διάταξη, αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι οι μη απολυθέντες μάγειροι διέθεταν πτυχίο της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων διετούς φοιτήσεως, το οποίο ήταν ανώτερο εκείνο του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή υπερείχαν ως προς το κριτήριο της υπηρεσιακής απόδοσης, το οποίο υπερτερεί έναντι των κοινωνικοοικονομικών κριτηρίων.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, κατά τους βασίμους πρώτο και δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2147/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ