Supreme Court allows appeal against default judgment where debt was not proven as conditional on a non-conditional agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a default judgment issued by the Single District Court of Thessaloniki. The appellant argued that the creditor's claim was not unconditional because it depended on a private agreement where payments were made to third parties, which the lower court incorrectly classified as a condition. The court held that the agreement did not make the debt conditional and the lower court erred in applying the law regarding conditions. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 623 and 624(1) of the Code of Civil Procedure; A claim is considered conditional only if it depends on a future uncertain event, and a debt not proven as conditional due to a misunderstanding of an agreement is void in a default judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 637 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 637/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Ε., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κούρεντα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Π., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Κουμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 509/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5398/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από … αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και επίσης η απαίτηση να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή.
Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ή εξαρτώνται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, το οποίο δημιουργεί η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό αυτής, ή που δεν αποδεικνύει άμεσα την πλήρωση της αίρεσης, της προθεσμίας, του όρου ή της αντιπαροχής, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης ή της πλήρωσης των ανωτέρω και της δυνατότητας απόδειξής τους με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 43/2005, ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 341/2021, 913/2020).
Εξάλλου, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης. Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής.
Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής(ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 341/2021). Αν οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι μόνο τυπικοί, όπως η μη έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και του ποσού αυτής, ή της πλήρωσης της αίρεσης, της προθεσμίας, του όρου ή της αντιπαροχής, αντικείμενο της δίκης και κατά συνέπεια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου, που δικάζει την ανακοπή, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής.
Στην περίπτωση αυτή για την παραδοχή της ανακοπής δεν αποτελεί προκριματικό ζήτημα η ύπαρξη της απαίτησης και ως εκ τούτου δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως αυτό από το δικαστήριο της ανακοπής(ΟλΑΠ 10/1997). Η απόδειξη της χρηματικής απαίτησης, ως προς το ακριβές οφειλόμενο ποσό και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του υποχρέου ή ως προς την πλήρωση της αίρεσης, της προθεσμίας, του όρου ή της αντιπαροχής πρέπει να αποδεικνύονται πλήρως από το περιεχόμενο του προσκομιζόμενου ή των προσκομιζόμενων προς έκδοση της διαταγής πληρωμής εγγράφου ή εγγράφων, απλή δε πιθανολόγηση (αρχή έγγραφης απόδειξης) βάσει αυτών δεν αρκεί(ΑΠ 341/2021).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, και του άρθρου 623 του ιδίου κώδικα, συνάγεται, ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής προϋποτίθεται ότι η αξίωση είναι γεννημένη και βέβαιη.
Το ενδεχόμενο όμως προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού οι εν λόγω ενστάσεις δεν έχουν χαρακτήρα αίρεσης και για το λόγο αυτό δεν εμποδίζουν την έκδοση διαταγής πληρωμής, αλλά στοιχειοθετούν, κατ` άρθρο 632 ΚΠολΔ, λόγους ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 933/2011, ΑΠ 911/2005).
Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33/2002, ΑΠ 117/2023), στο πλαίσιο δε αυτό έχουν την εξουσία και να καταργήσουν υφιστάμενη σύμβαση με μεταγενέστερη μεταξύ τους συμφωνία (ΑΠ 138/2022, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 776/2018), καθορίζοντας και τους όρους της κατάργησης αυτής, στους οποίους μπορεί να περιλαμβάνονται και η συμφωνία για τον τρόπο εκκαθάρισης των εκατέρωθεν υποχρεώσεων από την λειτουργία της καταργηθείσας σύμβασης.
Επίσης, κατά το άρθρο 201 του ΑΚ" "αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης)". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι α) με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, που τέθηκε σε δικαιοπραξία, καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, και β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία, το οποίο εξαρτήθηκε από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), οφείλει (αυτός που ασκεί το δικαίωμα) να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας (ΑΠ 1252/2019, ΑΠ 138/2018, ΑΠ 122/2014, ΑΠ 178/2012), αφού η πλήρωση ή η ματαίωση της αίρεσης δεν αποτελεί στοιχείο του πραγματικού της δικαιοπραξίας, ώστε αυτή έχει τελειωθεί, είναι δηλαδή πλήρης, άσχετα με το αν τελεί υπό αίρεση, μόνο δε αν ματαιωθεί η πλήρωση της αίρεσης η δικαιοπραξία θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη και αποσβήνεται το δικαίωμα προσδοκίας του υπό αίρεση δικαιούχου (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 679/2018, ΑΠ 153/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται οι παραβιάσεις των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή των κανόνων, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 887/2019, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).
Συνεπώς, αν το δικάζον την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δικαστήριο της ουσίας ακύρωσε εν όλω ή εν μέρει την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής κατά ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 913/2020, ΑΠ 933/2011), ενώ αν ακύρωσε αυτήν μολονότι κατά την έκδοσή της συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των δικονομικών διατάξεων που δικαιολογούσαν κατά νόμο την έκδοσή της, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 933/2011), αφού σημειωθεί ότι από την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό(ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 304/2021, ΑΠ 1032/2019) και συνεπώς, κατά των ανωτέρω αποφάσεων, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως που προβλέπεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, γιατί τέτοιος λόγος δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Οι παραβιάσεις των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχονται με τον ανωτέρω λόγο των άρθρων 559 παρ. 1 και 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, ούτε με τον λόγο των άρθρων 559 παρ. 19 και 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, που ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 659/2015, ΑΠ 851/2014, ΑΠ 975/2010), αλλά μπορεί να θεμελιώσουν μόνο κάποιον από τους λόγους των αριθμών 2 έως 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή 2 έως 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 851/2014), και συνεπώς επί παραβίασης κανόνα δικονομικού δικαίου δεν μπορεί, υπό το πρόσχημα της εσφαλμένης εφαρμογής κανόνα δικαίου ή της ανεπάρκειας, της αντιφατικότητας ή της ασάφειας της αιτιολογίας, να ιδρυθούν οι αναιρετικοί λόγοι των ανωτέρω άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 ή αντιστοίχως 560 παρ. 1 και 6 του ΚΠολΔ (ΑΠ 955/2021).
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, επί παραβάσεων των οποίων ιδρύονται οι τελευταίοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι θεωρούνται και ορισμένοι δικονομικοί κανόνες, εφόσον ρυθμίζουν όχι τη διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, θεμελιώνουν δηλαδή την κριθείσα έννομη συνέπεια(ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 991/2019, ΑΠ 99/2017).
Έτσι, έχει κριθεί ότι με ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ περί αναγκαστικής εκτέλεσης ασκείται ουσιαστικό δικαίωμα, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού τους, που είναι η ικανοποίηση του ουσιαστικού δικαιώματος των δανειστών (ΑΠ 991/2019, ΑΠ 354/2010), τέτοιες δε είναι και οι διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ της αναγκαστικής εκτέλεσης σχετικά με το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης, (ΟλΑΠ 2/1995, ΑΠ 1335/2022, ΑΠ 1051/2009), αλλά και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, στο μέτρο που αυτές αποτελούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (πρβλ ΑΠ 88/2021, ΑΠ 105/2019), όπως τούτο συμβαίνει και όταν, για να κριθεί το γεγεννημένο και βέβαιο της απαίτησης, με βάση τα έγγραφα, με τα οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είναι αναγκαία η ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από … συμβάσεως οι διάδικοι συνέστησαν μεταξύ τους αφανή εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση καταστήματος οπτικών ειδών, που βρίσκεται στο …, με εμφανή εταίρο τον Γ.
Ν. (ήδη αναιρεσείοντα) και αφανή εταίρο τον Χ. Σ. (ήδη αναιρεσίβλητο) και με συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημίες κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Ωστόσο, με το από … ιδιωτικό συμφωνητικό λύθηκε η ανωτέρω αφανής εταιρία και συμφωνήθηκε μεταξύ των εταίρων η ρύθμιση του τρόπου αποπληρωμής των χρεών της εταιρίας προς τρίτους, ύψους 290.449,84 ευρώ, Ειδικότερα σύμφωνα με τον όρο (2) του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού το ενεργητικό της εταιρίας, στο οποίο συμπεριλήφθηκε η αξία των μηχανημάτων, των επίπλων και των εμπορευμάτων, ανήλθε στο ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ το παθητικό της σε 290.449,84 ευρώ, εκ του οποίου οι οφειλές ύψους 232.449,84 ευρώ δημιουργήθηκαν στο όνομα του Γ.
Ν., ενώ οι οφειλές ύψους 58.000 ευρώ στο όνομα του Χ. Σ.. Πιο συγκεκριμένα: Α) στο όνομα του Γ. Ν. δημιουργήθηκαν τα εξής χρέη: α) 40.000 ευρώ προς τον Β. Π. (V. M.), β) 13.000 ευρώ προς την "Τ. Π. Α.", γ) 5.000 ευρώ προς την Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης για φόρο εισοδήματος οικονομικού έτους … (χρήση …), δ) 35.000,76 ευρώ προς την εταιρία "S. H. S.", ε) 28.758 ευρώ προς την εταιρία "A.
Ε. Α.", στ) 16.355,08 ευρώ προς την εταιρία "Π. Ο. Α.", ζ) 1.000 ευρώ προς την εταιρία "Χ.. Π. και Σ. Ο.", η) 450 ευρώ προς την εταιρία "Ε.. Λ. Κ. Σ. Ο.", θ) 4.000 ευρώ προς την εταιρία "Α.. Σ. Κ. Σ. Ε.", ι) 30.000 ευρώ προς την "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", κ) 27.000 ευρώ προς την "A. B. Α.", κα) 1.028 ευρώ προς την Δ., κβ) 28.303 προς την Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης για ΦΠΑ και κγ) 2.555 ευρώ προς την Ά.
Κ., ενώ Β) στο όνομα του Χ. Σ. δημιουργήθηκαν τα εξής χρέη: α) 10.000 ευρώ προς την "Τ. Π. Α." και β) 48.000 ευρώ προς την "E. E. E. Α.". Με τον όρο (3) του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση των τριών πρώτων από τα αναφερόμενα ανωτέρω, που βεβαιώθηκαν στο όνομα του Γ. Ν., συνολικού ύψους 58.000 ευρώ (40.000 + 13.000 + 5.000) βαρύνει αυτόν και μόνο, ενώ η εξόφληση των χρεών, που βεβαιώθηκαν στο όνομα του Χ.
Σ. θα λάβει χώρα από αυτόν με δικά του χρήματα. Περαιτέρω, με τον όρο (4) του ιδιωτικού συμφωνητικού περί λύσης της αφανούς εταιρίας, συμφωνήθηκε ότι για την εξόφληση όλων των υπόλοιπων χρεών, συνολικού ύψους 174.449,84 ευρώ (πλέον τόκων και προσαυξήσεων), καθώς και για την εξόφληση του ΦΠΑ του πρώτου τριμήνου του έτους …, οι συμβαλλόμενοι ευθύνονται κατά ποσοστό 50% ο καθένας.
Επιπλέον, ρητά συμφωνήθηκε ότι το αργότερο εντός δέκα ημερών από την καταβολή κάθε επιμέρους ποσού προς εξόφληση των ανωτέρω οφειλών από κάποιον από τους συμβαλλόμενους, άλλως από την σχετική ειδοποίηση, ο άλλος συμβαλλόμενος, που δεν θα έχει καταβάλει, θα είναι υποχρεωμένος, είτε να εξοφλήσει ισόποσο χρέος, είτε να καταβάλει στον συμβαλλόμενο, που κατέβαλε, το 1/2 κάθε ποσού που αυτός θα έχει καταβάλει, σε διαφορετική δε περίπτωση θα είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον καταβαλλόντα, ως ποινική ρήτρα, και επιπλέον ποσό ίσο με το 1/4 του καταβληθέντος ποσού για την κάλυψη κάθε αναπόδεικτης ζημίας του.
Ακολούθως, ο καθ' ου η ανακοπή (ήδη αναιρεσείων) στην από … αίτησή του (ενν. για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής) εξέθετε ότι προέβη στην τμηματική καταβολή ποσού 7.600 ευρώ προς την εταιρία "S. H. Α." προς μερική εξόφληση της υπό στοιχείο (δ) οφειλής, καθώς και το ποσό των 5.484,80 ευρώ προς την ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών προς μερική εξόφληση της υπό στοιχείο (κβ) οφειλής προς την Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, όπως αναλυτικά εκτίθενται στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό.
Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκόμισε το από … ιδιωτικό συμφωνητικό περί λύσης της αφανούς εταιρίας, 19 γραμμάτια είσπραξης της Ε. Τ. της Ε. ποσού 400 ευρώ έκαστο, από τα οποία προκύπτει ότι κατέθεσε το συνολικό ποσό των 7.600 ευρώ σε κοινό λογαριασμό, που τηρούν στην ανωτέρω Τράπεζα οι Π. Π., Σ. Γ. και Δ.
Π., εκ των οποίων ο τελευταίος είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρίας "S. H. Α.", καθώς και την από … βεβαίωση του Δ. Π. περί καταβολής του ανωτέρω ποσού των 7.600 ευρώ. Επιπλέον, προς απόδειξη της μερικής εξόφλησης της υπό στοιχεία (κβ) οφειλής προς την Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, κατέθεσε 10 γραμμάτια είσπραξης της Τ.
Π. ποσού 548,48 ευρώ έκαστο, από τα οποία αποδεικνύεται η καταβολή του συνολικού ποσού των 5.484,80 ευρώ προς την ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών. Περαιτέρω, προσκόμισε την από … εξώδικη δήλωσή του, με την οποία καλούσε τον καθ' ου η αίτηση προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και ήδη ανακόπτοντα(ήδη αναιρεσίβλητο) να καταβάλει ισόποσο χρέος με αυτό που κατέβαλε ο ίδιος σε τρίτους δανειστές, ήτοι το ποσό των 13.084,80 ευρώ, άλλως το 1/2 του ποσού αυτού στον ίδιο, ήτοι 6.542,40 ευρώ, σύμφωνα με ρητό όρο του ανωτέρω συμφωνητικού.
Τέλος, προσκόμισε την από … εξώδικη πρόσκληση προς τον ανακόπτοντα, με την οποία καλούσε τον τελευταίο να του καταβάλει, εντός τριών ημερών από την επίδοσή της, το προαναφερόμενο ποσό των 6.542,40 ευρώ. Ωστόσο, από τα ανωτέρω δεν προκύπτει ότι η απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη, διότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν αποδεικνύεται ότι τα ανωτέρω ποσά καταβλήθηκαν προς μερική εξόφληση των προαναφερόμενων υπό στοιχεία (δ) και (κβ) ένδικων οφειλών.
Ειδικότερα, από την από … βεβαίωση του Δ. Π. προκύπτει μεν ότι οι γενόμενες από τον καθ' ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούντα καταθέσεις, συνολικού ποσού 7.600 ευρώ, έγιναν έναντι οφειλής προς την εταιρία "S. H. Α.", χωρίς όμως να διευκρινίζεται αν η οφειλή αφορά αυτή που προκύπτει με βάση το από … ιδιωτικό συμφωνητικό ή διαφορετικό χρέος.
Επιπλέον, στα γραμμάτια είσπραξης της Τ. Π., από τα οποία προκύπτει η καταβολή του συνολικού ποσού των 5.484,80 ευρώ προς την ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, αναφέρεται μεν ως αιτιολογία ο αριθμός της ταυτότητας της ρυθμισμένης οφειλής, η οποία, σύμφωνα με την αίτηση ρύθμισης οφειλών του έτους …, αφορά σε οφειλές του καθ' ου η ανακοπή(ήδη αναιρεσείοντος) προς την Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, όμως δεν προκύπτει αν στο οφειλόμενο κατόπιν της ρύθμισης ποσό ύψους 54.847,50 ευρώ περιλαμβάνεται και η επίδικη οφειλή.
Συνεπώς, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται ότι τα ποσά που κατέθεσε ο καθ' ου η ανακοπή καταβλήθηκαν έναντι των οφειλών του από το από … ιδιωτικό συμφωνητικό και ως εκ τούτου αφορούν στο χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται οι απαιτήσεις των δανειστών που περιλαμβάνονται σε αυτό.
Επιπλέον, η απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, διότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν αποδεικνύεται αν πληρώθηκε η αίρεση που τέθηκε στον όρο (4) του ιδιωτικού συμφωνητικού, ήτοι αν ο ανακόπτων κατέβαλε ισόποσο ποσό στους δανειστές ή το ήμισυ του ποσού στον καθ' ου η ανακοπή.
Σύμφωνα, όμως, με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως ή αν διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη χρηματική απαίτηση εξαρτάται από αναβλητική αίρεση και ο αιτών δανειστής δεν αποδεικνύει εγγράφως, με το ίδιο το κατ' άρθρο 623 έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό που έχει αποδεικτική δύναμη έναντι του καθ' ου η αίτηση), την πλήρωση της αιρέσεως.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο καθ' ου η ανακοπή δεν προσκόμισε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής αποδείξεις ότι ο ανακόπτων δεν κατέβαλε αντίστοιχα ποσά για χρέη που έχουν από κοινού ευθύνη, καθόσον δεν προσκομίζεται δήλωση των δανειστών ή άλλο έγγραφο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι ο ανακόπτων ουδέν ποσό κατέβαλε στους κοινούς δανειστές ή στον αιτούντα την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ώστε, κατά τα συμφωνηθέντα, να οφείλει σε αυτόν το ήμισυ του καταβληθέντος από αυτόν (καθ' ου η ανακοπή) ποσού.
Εξάλλου, οι εξώδικες δηλώσεις - προσκλήσεις του ίδιου του καθ' ου η ανακοπή προς τον ανακόπτοντα δεν μπορούν να αποτελέσουν απόδειξη περί της μη καταβολής από τον τελευταίο οποιουδήποτε ποσού είτε στους κοινούς δανειστές είτε στον ίδιο τον καθ' ου η ανακοπή. Ο ισχυρισμός δε του τελευταίου (καθ' ου η ανακοπή) ότι σε μία τέτοια περίπτωση ουσιαστικά ματαιώνεται το δικαίωμά του να προβεί στην έκδοση διαταγής πληρωμής ουδεμία επιρροή ασκεί στην έκβαση της δίκης, διότι με τις διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ ορίζονται οι θετικές και αρνητικές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η έλλειψη των οποίων εμποδίζει την έκδοσή της κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, ενώ σε περίπτωση που αυτή εκδοθεί τότε ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού.
Και τούτο διότι ο θεσμός της διαταγής πληρωμής αποβλέπει στον άμεσο εξοπλισμό με εκτελεστό τίτλο αξιώσεων βάσει αιτήσεως του δανειστή και χωρίς προηγούμενη ακρόαση του οφειλέτη, μόνο όταν η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και εφόσον η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή.
Η απαιτούμενη έγγραφη απόδειξη των αξιώσεων αφενός δικαιολογεί το νομοθετικό σκοπό της δραστικής προστασίας του δικαιούχου και αφετέρου εγγυάται τη μη κατάχρηση του θερμού από κακόπιστους δανειστές.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής ο δανειστής οφείλει να ακολουθήσει την οδό της τακτικής αγωγής. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του καθ' ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούντος ότι τόσο από το δικόγραφο της υπό κρίση ανακοπής όσο και από τη συζήτηση αυτής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ως προς την συνδρομή του όρου του από … συμφωνητικού και δη ότι ο ανακόπτων δεν κατέβαλε ισόποσο χρέος σε τρίτους δανειστές, ούτε το ήμισυ του ποσού αυτού στον καθ' ου η ανακοπή, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι, εάν δεν συντρέχουν οι διαδικαστικές (θετικές και αρνητικές) για την έκδοση της διαταγής πληρωμής προϋποθέσεις, τότε απαγγέλλεται η ακύρωσή της, ανεξάρτητα από την ύπαρξη της απαίτησης ή την πλήρωση της αίρεσης και της δυνατότητας αποδείξεως τους με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της ανακοπής εξετάζει αποκλειστικά και μόνο εάν αποδεικνύεται η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, μετά από επανεκτίμηση μόνο των εγγράφων που είχαν επισυναφθεί στην αίτηση για την έκδοσή της, ώστε δεν επιτρέπεται η απόδειξη με νέα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται στη δίκη της ανακοπής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλουμένη υπ' αρ. 509/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο και αφού είχε κάνει δεκτή την από … ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, κατά τον τέταρτο λόγο αυτής ( χωρίς να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους, επειδή έκρινε ότι μετά την παραδοχή του λόγου αυτού παρείλκε η εξέτασή τους), ακύρωσε την ανακοπτομένη υπ' αρ.
… διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα νομιμοτόκως το ποσό των 8.178 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 201 Α.Κ. καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποτελούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, υπό τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και από το περιεχόμενο αυτών, καταφάσκεται η συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, αφού από τα έγγραφα αυτά προκύπτει γεγεννημένη, βέβαιη και μη εξαρτώμενη από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή χρηματική απαίτηση του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη και όχι η παραδοχή ως βασίμου του σχετικού τετάρτου λόγου ανακοπής του αναιρεσιβλήτου.
Ειδικότερα, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., και τούτο γιατί, από την περιεχομένη στο από … έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση των διαδίκων, με την οποία λύθηκε η μεταξύ τους υφισταμένη αφανής εταιρεία και ρυθμίσθηκε ο τρόπος αποπληρωμής των χρεών της προς τρίτους δανειστές της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται υπό στοιχείο δ' χρέος ποσού 35.000,76 ευρώ προς την εταιρεία "S. H.
S..A.." και υπό στοιχείο κβ' χρέος ποσού 28.303 ευρώ προς την Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με τα λοιπά προσκομισθέντα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, ήτοι τα έγγραφα από τα οποία προκύπτουν καταβολές από τον αναιρεσείοντα, αφενός ποσού 7.600 ευρώ στην εταιρεία "S. H. S..A..", που τα εισέπραξε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, και αφετέρου ποσού 5.484,80 ευρώ προς την Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης δια της ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών καθώς και από τις δύο από … και … εξώδικες προσκλήσεις του αναιρεσείοντος, που κοινοποιήθηκαν στον αναιρεσίβλητο, με τις οποίες του έκανε γνωστές τις καταβολές αυτές και τον καλούσε, είτε να καταβάλει ισόποσο χρέος σε κοινούς δανειστές τους, είτε να καταβάλει στον ίδιο το ήμισυ του καταβληθέντος ποσού εκ 6.542,40 ευρώ, προέκυπτε γεγεννημένη, βέβαιη και εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου ποσού 6.642,40 ευρώ, συν το 1/4 του ποσού αυτού για τη συμφωνημένη ποινική ρήτρα = 8.178 ευρώ (για το οποίο πράγματι εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής), με βάση την αναφερόμενη μεταξύ τους συμφωνία (δηλαδή ότι κάθε διάδικος βαρύνεται να εξοφλήσει τα εν λόγω χρέη κατά ποσοστό 50% και ότι εντός 10 ημερών από την καταβολή κάθε επιμέρους ποσού προς εξόφληση και των ανωτέρω οφειλών από κάποιο διάδικο και την ειδοποίηση του άλλου μέρους, το μέρος αυτό, που δεν θα έχει καταβάλει θα είναι υποχρεωμένο, είτε να εξοφλήσει ισόποσο ποσό χρέους είτε να καταβάλει στον αντίδικό του το 1/2 του ποσού που κατέβαλε αυτός, άλλως θα είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στην καταβαλόντα ως ποινική ρήτρα και επιπλέον ποσόν ίσο με το 1/4 του καταβληθέντος από αυτόν ποσού), δεν ήταν δε αναγκαίο να αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα έγγραφα και το ότι οι καταβολές αφορούσαν τα χρέη, που περιγράφονται στο ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού αρκούσε ότι οι καταβολές έγιναν στους αναφερομένους στο συμφωνητικό κοινούς δανειστές των διαδίκων, απέκειτο δε στον αναιρεσίβλητο να προβάλει κατ' ένσταση, με λόγο ανακοπής, ότι οι καταβολές αφορούν σε άλλο χρέος του αναιρεσείοντος προς τους δανειστές αυτούς, για το οποίο δεν ενέχεται ο ίδιος.
Συνεπώς, εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ότι η απαίτηση δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, για τον λόγο ότι, από τα προσκομισθέντα αυτά έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι οι επίδικες καταβολές προς τους κοινούς δανειστές των διαδίκων αφορούσαν τις ένδικες οφειλές των διαδίκων προς αυτούς από το από 24/4/2013 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Επίσης το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη μη εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 201 Α.Κ. και έτσι έκρινε ότι η επίμαχη συμφωνία των διαδίκων, ότι ο διάδικος που δεν προέβη σε καταβολή προς τους κοινούς δανειστές υποχρεούται, μόλις λάβει ειδοποίηση για την καταβολή αυτή, να καταβάλει είτε ίσο ποσό σε άλλο κοινό δανειστή, είτε το ήμισυ του καταβληθέντος ποσού στον καταβαλόντα, αποτελεί αίρεση κατά τα άρθρα 201 Α.Κ.
και 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, η μη απόδειξη της πλήρωσης της οποίας από τα προσκομισθέντα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, καθιστά μη βέβαιη και μη εκκαθαρισμένη την απαίτηση του αναιρεσείοντος, και τούτο γιατί η συμφωνία αυτή, σύμφωνα με το περιεχόμενό της, δεν αποτελεί αίρεση κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αφού με αυτήν δεν εξαρτήθηκαν τα αποτελέσματα της περιεχομένης στο από … έγγραφο συμφωνητικό σύμβασης των διαδίκων από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο και συνεπώς, η μη έγγραφη απόδειξη των καταβολών αυτών από τον αναιρεσίβλητο, αναλόγως, είτε σε κοινό δανειστή των διαδίκων είτε στον αναιρεσείοντα, δεν καθιστά μη βέβαιη και μη εκκαθαρισμένη την επίδικη χρηματική απαίτηση του αναιρεσείοντος ως εξαρτημένη από αίρεση καθιστώντας συνεπώς άκυρη την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, αλλά τις εν λόγω καταβολές έχει το βάρος να τις προτείνει με λόγο ανακοπής ο αναιρεσίβλητος, αφού οι καταβολές αυτές συνιστούν ένσταση εξοφλήσεως του ιδίου της επιδικασθείσας με τη διαταγή πληρωμής απαίτησης.
Επομένως, ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, που περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5398/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ