Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds while rejecting plaintiff's claim on primary basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal by rejecting the plaintiff's claim on its primary ground of inadmissibility due to vagueness. The defendant was properly summoned and absent, so the court proceeded to examine the merits. Since the primary basis for the claim was invalid, the court dismissed the claim on that ground but retained the case for further examination on the secondary basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss a claim on its primary inadmissibility ground without remitting the case, provided the secondary grounds remain open for adjudication.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 637 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 637/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Αίγινας" και τον διακριτικό τίτλο "Κ.Ε.Δ.Α.", που εδρεύει στην Αίγινα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μηλίτση.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Γ., κατοίκου Ηλιουπόλεως Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αίγινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-3-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 4082Γ'/18-4-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ι. Π., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας κοινωφελούς επιχείρησης, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στον αναιρεσίβλητο Π. Μ.. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Με την κρινόμενη από 8-3-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 341/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 21/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αίγινας και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη αυτή απόφαση, έκανε δεκτή την από 20-5-2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με την πρωτόδικη αυτή απόφαση, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης-αναιρεσείουσας κοινωφελούς επιχείρησης, έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο να πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε να εφαρμοστεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο τους ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006).
Εξ άλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998). Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικά επί αποφάσεων ειρηνοδικείου, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 60/2019 - ΑΠ 894/2018).
Περαιτέρω, στις διατάξεις των παραγράφων 1, 5 και 9 Ν. 2527/1997 ορίζονται τα ακόλουθα "1. Για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 κ.ε. του Αστικού Κώδικα ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεστεί από υπάλληλό του.
Με τη σύμβαση μίσθωσης έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και κάθε λεπτομέρεια, σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη... 5. Για την έκδοση της απόφασης που προβλέπεται από την παράγραφο 1, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται, κατά τις κείμενες διατάξεις, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση του ΑΣΕΠ ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία και δεν καλύπτονται με αυτή πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Η βεβαίωση εκδίδεται κατόπιν αιτήματος του φορέα, στο οποίο καθορίζεται απαραιτήτως το έργο που θα εκτελεστεί, ο αριθμός των προσώπων που θα το εκτελέσουν και οι ειδικότητες αυτών, η χρονικά διάρκεια που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το τόπος εκτέλεσης αυτού. Στο αίτημα περιλαμβάνεται και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να εκτελεστεί τούτο από αυτούς... 9.
Για συμβάσεις μίσθωσης έργου από τους Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα, την απόφαση της παρ. 1 εκδίδει ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Περιφέρειας ή το υπ' αυτού εξουσιοδοτημένο όργανο". Τέλος, στην παράγραφο 2 του άρθρου 257 του Ν. 3463/2006 (Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων) ορίζεται ότι "Η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών των κοινωφελών επιχειρήσεων, καθώς και η σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου διενεργείται σύμφωνα με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις που ισχύουν για τους Ο.Τ.Α.".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για την έγκυρη κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. του ΑΚ, μεταξύ κοινωφελούς επιχείρησης Δήμου και φυσικού προσώπου, απαιτείται να εκδοθεί προηγουμένως απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, η οποία να περιλαμβάνει όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 6 Ν. 2527/1995 και η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει την έκδοση βεβαίωσης του ΑΣΕΠ ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία και δεν καλύπτονται με αυτή πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Με τους πρώτο και τρίτο, ταυτόσημους κατά περιεχόμενο, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα κοινωφελή επιχείρηση του Δήμου Αίγινας η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ παράβαση, με την επίκληση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας της αγωγής κατά την κύρια βάση της, που πρότεινε και με λόγο έφεσης, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 6 Ν. 2527/1997 και της παραγράφου 2 του άρθρου 257 του Ν. 3463/2006.
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του από 20-5-2013 δικογράφου της αγωγής, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι με την ιδιότητά του ως μουσικός συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κοινωφελή επιχείρηση του Δήμου Αίγινας την από 4-3-2011 σύμβαση μίσθωσης έργου διάρκειας ενός έτους, ήτοι από 1-3-2011 έως 28-2-2011, με την οποία του ανατέθηκε η εκτέλεση τρομπέτας στη μπάντα του Δήμου Αίγινας, καθώς και η παράδοση μαθημάτων τρομπέτας στα μέλη της μπάντας, με τις ειδικότερες συμφωνίες που εκτίθενται στην αγωγή και με συνολική αμοιβή του το ποσό των 10.800 ευρώ.
Ότι παρά το γεγονός ότι εκτέλεσε κανονικά το έργο που ανέλαβε, η εναγομένη δεν του κατέβαλε τη συμφωνημένη αμοιβή του. Με αυτά τα δεδομένα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, κυρίως μεν με βάση τη σύμβαση έργου, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 10.800 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις ειδικότερες διακρίσεις της αγωγής.
Κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμόν 21/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αίγινας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και η οποία εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης-αναιρεσείουσας, η τελευταία άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 341/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε, λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης-αναιρεσείουσας, η πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου, ακολούθως δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας την αγωγή, την έκανε δεκτή κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 10.800 ευρώ.
Κατέληξε δε στην κρίση του αυτή, αφού προηγουμένως έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, απορρίπτοντας την με λόγο έφεσης προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας ότι η αγωγή είναι αόριστη επειδή δεν αναφέρεται σ' αυτήν αν έχει τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 6 Ν. 2527/1999 για τη σύναψη της επίδικης σύμβασης μίσθωσης έργου, με την ακόλουθη ειδικότερα αιτιολογία: "Ο ως άνω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί διότι εν προκειμένω, καθόσον πρόκειται για δημοτική επιχείρηση, αυτή δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά αυτοτελή επιχείρηση που λειτουργεί με τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού, που επιβάλλουν με ποινή ακυρότητας τον έγγραφο τύπο των συμβάσεων.
Συνεπώς, επί αγωγής επιδίκασης αμοιβής από σύμβαση έργου πρέπει να αναφέρεται η σύναψη της σύμβασης, το συμφωνηθέν έργο και η συμφωνηθείσα αμοιβή, η εκτέλεση και η παράδοση του έργου ή η προσφορά αυτού, στοιχεία που περιέχονται εν προκειμένω στην ένδικη αγωγή". Ωστόσο, με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως προς την κύρια βάση της, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις των παραγράφων 1, 5 και 9 του άρθρου 6 Ν. 2527/1997 και του άρθρου 257 παρ. 2 Ν. 3463/2006, παραλείποντας την εφαρμογή τους, αφού, όπως αναφέρθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, προϋπόθεση για την έγκυρη σύσταση σύμβασης έργου μεταξύ κοινωφελούς επιχείρησης Δήμου, όπως είναι η αναιρεσείουσα, και φυσικού προσώπου, είναι η προηγούμενη έκδοση αφενός μεν βεβαίωσης του ΑΣΕΠ, αφετέρου δε σχετικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, με περιεχόμενο τα όσα ορίζονται στις παραπάνω διατάξεις.
Τα στοιχεία δε αυτά δεν αναφέρονται στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου για τη θεμελίωση της κύριας βάσης της αγωγής του, η οποία είναι για το λόγο αυτό αόριστη ως προς την εν λόγω βάση της. Επομένως, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, η δε αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του τετάρτου λόγου της αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων σχετικά με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προ τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική για την υπόθεση απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 42/2005 - ΑΠ 352/2018).
Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το Δικαστήριο της παραπομπής ότι η από 20-5-2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι απορριπτέα κατά την κύρια βάση της ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδίκασης" της υπόθεσης ως προς τη συγκεκριμένη βάση της αγωγής αυτής.
Για το λόγο αυτό παρέλκει η παραπομπή της υπόθεσης ως προς τη βάση αυτή της αγωγής, και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται η απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά την ως άνω κύρια βάση της. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 341/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έκανε δεκτή την από 20-5-2013 αγωγή κατά την κύρια βάση της και, αφού κρατηθεί η υπόθεση, να απορριφθεί η αγωγή κατά την εν λόγω βάση της.
Η περαιτέρω έρευνα της αγωγής ως προς την επικουρική θεμελίωσή της θα γίνει με κλήση του επιμελέστερου διαδίκου. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 341/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτή η από 20-5-2013 αγωγή κατά την κύρια βάση της.
Κρατεί και δικάζει την από 20-5-2013 αγωγή κατά την κύρια βάση της.
Απορρίπτει την αγωγή κατά την εν λόγω βάση της.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ