Supreme Court dismisses appeal for non-compliance with procedural time limits and failure to raise specific legal arguments at lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by two individuals against a final insurance liability judgment. The appellants argued that the lower court erred in applying the statute of limitations and violated the insurance contract terms, but failed to formally raise these specific grounds during their previous appeal to the Court of First Instance. Consequently, the court ruled that these arguments were inadmissible as they constituted an attempt to challenge the uncontested assessment of evidence rather than a valid procedural defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 562, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds raised for the first time at the appellate level were not properly presented to the court of first instance or fall outside the scope of exceptional circumstances allowed by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 637 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 637/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Γ. του Ν. και 2) Χ. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ιωάννου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-10-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αγγελόπουλο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-10-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται για την "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς αναιρεσίβλητης εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-9-2006 και 15-3-2011 αγωγές του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 15-4-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 2335 και 2336/2013) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1392/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1537/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-7-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 31.7.2017 (γεν. αριθμ. εκθ. καταθ. 5761/2017) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 1537/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Ε. Α., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Α) τη με αριθμό 7614/2006 αγωγή με εναγομένους τους ήδη αναιρεσείοντες και δεύτερη αναιρεσίβλητη Ασφαλιστική Εταιρία, Β) τη με αριθμό 2418/2011 αγωγή με εναγομένους τους ήδη αναιρεσείοντες, με τις οποίες, επικαλούμενος τον, εκ του επισυμβάντος την 12.12.2001 αυτοκινητιστικού ατυχήματος τραυματισμό του, για τον οποίο κρίθηκε αμετακλήτως αποκλειστικά υπαίτια η πρώτη των αναιρεσειόντων, ζητούσε τα σ' αυτές αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση για τις συνιστάμενες σε διαφυγόντα κέρδη ζημίες, τις οποίες υπέστη κατά μεν την πρώτη των αγωγών κατά το από 12.12.2004 μέχρι 12.12.2007 χρονικό διάστημα, λόγω απώλειας της ικανότητάς του προς εργασία και θα συνεχίσει κατά τα αναφερόμενα και στη δεύτερη τούτων, να υφίσταται ως εκ της μειώσεως του ποσού της καταβλητέας σ' αυτόν μηνιαίως σύνταξης για το από 1.6.2010 μέχρι 31.5.2020 χρονικό διάστημα, λόγω της πρόωρης από την ίδια αιτία, συνταξιοδότησής του.
Των αγωγών αυτών ακολούθησε η άσκηση των με αριθμούς καταθ. 55925 και 55926/16.4.2013 αντίστοιχα, παρεμπιπτουσών αγωγών των ήδη αναιρεσειόντων εναντίον της παρεμπιτόντως εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, στη δικονομική θέση της οποίας, έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης η παρισταμένη ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εταιρία με την επωνυμία "ERGO Ασφαλιστική Ανώνυμη εταιρία", με τις οποίες, επικαλούμενοι την, κατά τον χρόνο του ατυχήματος ασφάλιση του ζημιογόνου οχήματος στην τελευταία, ζήτησαν να αναγνωριστεί η εκ της συμβάσεως ασφάλισης απορρέουσα υποχρέωσή της να καταβάλλει σ' αυτούς τα ποσά που τυχόν υποχρεωθούν εκείνοι να καταβάλλουν στον ενάγοντα των ως άνω, ενσωματωμένων σ' αυτές, κυρίων αγωγών και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων ζημιωθέντα.
Επί των ως άνω κυρίων και παρεμπιπτουσών αγωγών, που συνεκδικάστηκαν, εξεδόθη η με αριθμό 1392/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη μόνο η πρώτη με αριθμό 7614/2006 αγωγή, ενώ οι λοιπές (κύρια και παρεμπίπτουσες) αγωγές απερρίφθησαν ως αβασιμες κατ' ουσίαν.
Κατ' αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 2.7.2014 και με αριθμό κατάθεσης 4369/2014 έφεσή τους επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, συνάγεται ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), γιατί λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 940/2010, ΑΠ 377/2009, ΑΠ 611/2008). Στην περίπτωση αυτή για να δικαιωθεί τραυματισθείς την πιο πάνω αποζημίωση, δηλαδή τα διαφυγόντα εισοδήματα, πρέπει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει, ότι δεν μπόρεσε στο κρίσιμο χρονικό διάστημα να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε και ότι με πιθανότητα και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε, αν δεν τραυματιζόταν, και έτσι ζημιώθηκε ορισμένο ποσό που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια εργασία (ΑΠ 259/2018).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκη, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1489/2018, ΑΠ 567/2009), ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 312/2019, ΑΠ 701/2011).
Ο λόγος αυτός ωστόσο δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009). Ωσαύτως και ο αναφερόμενος στο εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον ως άνω από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου λόγο αναίρεσης (ΑΠ 983/2007).
Τέλος ο ίδιος προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευσή της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 62/2019, ΑΠ 268/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, αναφορικά με το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών που αφορά μόνο τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την 2487/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε επί ασκηθείσας εφέσεως κατά της 2129/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί, μεταξύ άλλων, και επί της από 2-8- 2002 αγωγής του ήδη ενάγοντος Ε.
Α. κατά των ήδη εναγομένων, Ε. Γ. και Χ. Ν., κρίθηκαν τελεσίδικα, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ζητήματα: α) ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος Ε. Α., που συνέβη στην περιοχή ... στις 12-12-2001, ενώ οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα και εκινείτο επί της οδού ..., οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης Ε.
Γ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ανήκε στην ιδιοκτησία του δεύτερου εναγόμενου Χ. Ν., η οποία (οδηγός), κινούμενη επί της οδού ... στην άνω περιοχή, όταν έφθασε στη διασταύρωση των οδών ... και ..., από αμέλειά της, παραβίασε την εκ δεξιών προτεραιότητα του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το αυτοκίνητό της στον οπίσθιο τροχό της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο τελευταίος και να τραυματισθεί αυτός (ενάγων), β) ότι ο ενάγων υπέστη, κατά το ένδικο ατύχημα, κάταγμα πλευρών αριστερά, με χαλαρό θώρακα, αιμοπνευμονοθώρακα και θλάση συστοίχου πνεύμονα και κάταγμα αριστερής ωμοπλάτης, όπως διαπιστώθηκε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όπου μεταφέρθηκε μετά το ατύχημα και νοσηλεύθηκε από τις 12-12-2001 έως τις 7-1-2002, υποβλήθηκε δε σε παροχέτευση του αιμοπνευμονοθώρακα και συντηρητική αντιμετώπιση του κατάγματος της αριστερής ωμοπλάτης, ενώ, κατά την εξέτασή του στις 6-9-2002, στα εξωτερικά ιατρεία της Μονάδας Σπονδυλικής Στήλης του Νοσοκομείου "Κ.Α.Τ.", διαπιστώθηκε ότι, κατά το ένδικο ατύχημα είχε υποστεί βλάβη στη σπονδυλική στήλη και δη στο 4° και 5° σπόνδυλο αυτής, με πιεστικά φαινόμενα στο αριστερό μέρος του νωταίου σάκου, ενώ, σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος με την 987/2006 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα Ι.
Τ., τραυματιολόγου - χειρουργού ορθοπεδικού ιατρού, ο τραυματισμός του ενάγοντος, κατά το ένδικο ατύχημα, στα πλευρά, τους πνεύμονες, το θώρακα και την αριστερή ωμοπλάτη, τον καθιστούν ανίκανο εφ' όρου ζωής για την εργασία του πωλητή στις λαϊκές αγορές, γ) ότι ο ενάγων εργαζόταν, από το έτος 1994 μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, ως πωλητής οπωροκηπευτικών σε περιφερειακές Λαϊκές Αγορές της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, συνεπεία δε του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, κατέστη ανίκανος για την ανωτέρω εργασία του και έλαβε αρχικά αναρρωτική άδεια και επιδοτήθηκε από το ΙΚΑ, από τις 15-12-2001 έως τις 29-1-2002 και στη συνέχεια, από τις 30-1-2002 και εφεξής, συνταξιοδοτήθηκε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με κύρια και επικουρική σύνταξη βαριάς αναπηρίας, δ) ότι, εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του κατά το ένδικο ατύχημα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εξακολουθούσε να εργάζεται στην άνω εργασία του και θα αποκέρδαινε το ποσό των 12.000 ευρώ, από 12-12-2001 έως 12-1-2002, το ποσό των 12.600 ευρώ, από 12-12-2002 έως 12-12-2003 και το ποσό των 13.200 ευρώ, από 12-12-2003 έως 12-12-2004 και συνολικά το ποσό των 37.800 ευρώ, ενώ έλαβε από τον ασφαλιστικό του φορέα (ΙΚΑ) ως παροχές κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα το ποσό των 11.091,15 ευρώ συνολικά και ότι υπέστη (αποθετική) ζημία από την ανωτέρω αιτία, ανερχόμενη στο ποσό των 26.708,85 ευρώ και ε) ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται, εις ολόκληρον ο καθένας, προς αποζημίωση του ενάγοντος, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και της εξ αυτού ανικανότητάς του προς εργασία και ειδικότερα προς καταβολή του ως άνω ποσού των 26.708,85 ευρώ, ως αποζημίωσή του λόγω των διαφυγόντων κερδών από την άνω εργασία του, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 12-12-2001 έως 12-12-2004.
Τα ανωτέρω αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ των νυν διαδίκων, που είχαν παραστεί υπό την αυτή ιδιότητα και στην προηγούμενη δίκη και δεν μπορούν να καταστούν και πάλι αντικείμενο αποδείξεως (άρθρα 332, 324, 331 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ηλικίας 56 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και των εξ αυτού προβλημάτων της υγείας του, εξακολούθησε και κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, ήτοι από 12-12-2004 έως 12-12-2007, να βρίσκεται σε αδυναμία εκτέλεσης της εργασίας του πωλητή οπωροκηπευτικών σε λαϊκές αγορές, την οποία ασκούσε κατά το χρόνο του τραυματισμού του ή άλλου κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμου επαγγέλματος.
Μάλιστα, με διαδοχικές αποφάσεις του Δ/ντή του Τοπικού Υποκ/τος Καλλιθέας του ΙΚΑ, συνέχισε η χορήγηση στον ενάγοντα σύνταξης συνήθους αναπηρίας και κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι ο τελευταίος, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, αρχικά επιδοτήθηκε από το ΙΚΑ από τις 15-12-2001 έως τις 29-1-2002 και στη συνέχεια, από τις 30-1-2002 και εφεξής, συνταξιοδοτήθηκε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με κύρια και επικουρική σύνταξη βαριάς αναπηρίας, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (βλ.
τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ...16-10-2003, .../16-8-2004 και ...16-8-2006 αποφάσεις του Δ/ντή του ΙΚΑ - Τοπικού Υποκ/τος Καλλιθέας, με τις οποίες χορηγήθηκε στον ενάγοντα σύνταξη συνήθους αναπηρίας από κοινή νόσο, για τα χρονικά διαστήματα από 1-8-2003 έως 31-7-2004, από 1-8-2004 έως 31-7-2006 και από 1-8-2006 έως 31-7-2008, αντίστοιχα, με ποσοστό αναπηρίας 67%, σύμφωνα με τις .../1382/2-10-2003, .../1512/29-7-2004 και .../1067/2-8-2006 γνωματεύσεις της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ και έλαβε σύνταξη με ποσό ίσο με το πλήρες ποσό σύνταξης).
Εάν δεν τραυματιζόταν κατά το ένδικο ατύχημα, ο ενάγων θα εξακολουθούσε, με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να εργάζεται και κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα, στην ίδια ως άνω εργασία του πωλητή οπωροκηπευτικών σε λαϊκές αγορές και θα αποκόμιζε εισοδήματα, ανερχόμενα στο ποσό των 13.800 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 12-12-2004 έως 12-12-2005, στο ποσό των 14.500 ευρώ, από 12-12-2005 έως 12-12-2006 και στο ποσό των 15.200 ευρώ, από 12-12-2006 έως 12-12-2007 και συνολικά στο ποσό των 43.500 ευρώ, εισοδήματα τα οποία απώλεσε, συνεπεία της ανικανότητάς του για εργασία.
Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ο ενάγων, λόγω της αναπηρίας του και της εξ αυτής ανικανότητάς του για εργασία, έλαβε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ παροχές (κύρια και επικουρική σύνταξη συνήθους αναπηρίας) συνολικού ύψους 24.515,63 ευρώ (ποσό που έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη, η οποία δεν προσβάλλεται κατά το σημείο αυτό), κατά το ποσό δε αυτό μεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως η ανωτέρω απαίτηση του ενάγοντος στο ΙΚΑ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 1654/1986.
Συνακόλουθα, ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αποζημίωσή του, για τα διαφυγόντα εισοδήματά του, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και της εξ αυτού ανικανότητάς του για εργασία, το υπόλοιπο ποσό των 18.984,37 ευρώ (ήτοι, 43.500 - 24.515,63), του ισχυρισμού των εναγομένων, ότι δηλαδή ο ενάγων με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του, ήτοι από το έτος 2003, είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να αναζητήσει διαφυγόντα εισοδήματα μετά το έτος αυτό, απορριπτομένου ως αβασίμου, καθόσον η θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος δεν αναιρεί το δικαίωμα του ενάγοντος να συνεχίσει την εργασία του μέχρι τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος της κανονικής συνταξιοδότησής του, το έτος 2010.
Εξάλλου, η επικαλούμενη από τους εναγομένους δήλωση του ενάγοντος προς την αρμόδια ΔΟΥ Παλαιού Φαλήρου περί διακοπής των εργασιών του και παύσης αυτών, υποβλήθηκε στις 7-3-2002 δηλαδή μετά το ένδικο ατύχημα και, συνακόλουθα, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό του κατά το ατύχημα, ο οποίος επιδείνωσε σαφώς τα τυχόν υπάρχοντα προβλήματα της υγείας του, τα οποία, όμως, δεν τον εμπόδιζαν μέχρι τότε να εργάζεται και τον οδήγησε στην πρόωρη παύση των εργασιών του και τη συνταξιοδότησή του.
Επομένως, το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, ύψους 39.141,26 ευρώ, το οποίο είναι επαρκώς ορισμένο, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά (άρθρο 216 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο. Κατά συνέπεια, κατά το μέρος που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του και με τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτήν, έκρινε ως νόμιμο και ορισμένο το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο και περαιτέρω δέχθηκε ότι ο ενάγων, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, συνέχισε να είναι πλήρως ανίκανος για εργασία και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ότι κατά το διάστημα αυτό θα εξακολουθούσε, με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να εργάζεται στην ως άνω εργασία τού πωλητή οπωροκηπευτικών σε λαϊκές αγορές και δεν θα είχε συνταξιοδοτηθεί υποχρεωτικά, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και οι περί του αντιθέτου λόγοι (2ος κατά το αντίστοιχο σκέλος του και 3ος) της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το μέρος, όμως, που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του (όπως διορθώθηκε με την 3060/2015 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου) και με τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτήν, δέχθηκε ότι ο ενάγων, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία, απώλεσε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εισοδήματα ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 53.541,26 ευρώ και ότι η ζημία του από την άνω αιτία ανήλθε στο συνολικό ποσό των 29.025,63 ευρώ (μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσού των 24.515,63 ευρώ, που έλαβε ως παροχές από το ΙΚΑ), το οποίο και επιδίκασε στον ενάγοντα, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή εφαρμογή του νόμου και πρέπει ο σχετικός λόγος (2ος κατά το αντίστοιχο σκέλος του) της κρινόμενης έφεσης να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο κατά παραδοχή ως εν μέρει βασίμου του τρίτου λόγου, δέχθηκε την εναντίον του παθόντος εφεσιβλήτου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά την, ως προς την κύρια αγωγή διάταξή της, κράτησε και δίκασε κατά τούτο την υπόθεση, δεχόμενη κατ' αποτέλεσμα την ως άνω με στοιχείο Α' κύρια αγωγή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσία, επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο για την ίδια αιτία αντί του ποσού των 19.094,37 ευρώ που επιδίκασε η εκκαλουμένη το ποσόν των 18.984,37 ευρώ .
Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τον τρίτο λόγο της έφεσής των ισχυρισμό, με τον οποίο προέβαλλαν παράπονο για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην επί της κύριας αγωγής έκβαση της δίκης, αποδίδουν στην προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 9, 8β και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες επειδή, το ως άνω ποσό που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο για διαφυγόντα κέρδη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αντιστοιχεί στην κατά ποσοστό 67% διαγνωσθείσα μόνιμη αναπηρία του, υπερβαίνοντας κατά πολύ αναλογικά το ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 15% αναπηρία που οφείλεται στον τραυματισμό του από το ατύχημα.
Οι αναφερόμενες όμως στον λόγο αυτό ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο για τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν έλαβε υπόψη, ότι η απώλεια της ικανότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου και τότε ενάγοντος εφεσιβλήτου να εργαστεί ως πωλητής οπωροκηπευτικών προϊόντων στις λαϊκές αγορές, οφείλεται κατά μείζονα λόγο στην προϋφιστάμενη του ατυχήματος, επισφαλή ήδη κατάσταση της υγείας του και δη στην κατά ποσοστό 52% αναπηρία του, δεν επηρεάζουν το, από τη δίκη αυτή επί της κύριας αγωγής, αποτέλεσμα, στο οποίο κατέληξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Τούτο δε διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, μόνη ενεργός αιτία της ανικανότητάς του πρώτου αναιρεσιβλήτου για εργασία κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, (12.12.2004 έως 12.12.2007), ήταν οι μη αναστρέψιμες βλάβες της υγείας του που προκλήθηκαν από το ατύχημα, χωρίς να ενδιαφέρει η εξ αυτών, κατά ποσοστό, 15% επαύξηση (του κατά 52%) ποσοστού αναπηρίας, εξ αιτίας του οποίου εκείνος κατέστη πλέον μόνιμα ανίκανος προς εργασία, λόγω της, μετά το ατύχημα διαγνωσθείσας, κατά ποσοστό 67% συνολικά, αναπηρίας, η οποία είχε ως επακόλουθο τη συνταξιοδότησή του.
Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι το συνδεόμενο με τη συνταξιοδότηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ποσοστό 52% της προϋφιστάμενης του ατυχήματος αναπηρίας του, προσμετρούμενο στην απώλεια της ικανότητας αυτού για εργασία, ανεξάρτητα από το ότι δεν προέρχεται από τον εκ του ενδίκου ατυχήματος τραυματισμό του, επιδρά μειωτικά στο επιδικασθέν με την προσβαλλομένη ποσό των διαφυγόντων κερδών, μέρος μόνο των οποίων αντιστοιχεί αναλογικά στην, κατά 15% προερχομένη από την ένδικη αιτία, αναπηρία και την εξ αυτής ανικανότητά του προς εργασία είναι αλυσιτελής, καθώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αμέσως παραπάνω, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ούτε και αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα κατά την προσδιδομένη σ' αυτό έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πολύ περισσότερο δε, αφορά λόγο έφεσης, ο οποίος δεν συνιστά αίτημα υπό την ως άνω, αναφερθείσα στην μείζονα σκέψη, έννοια της δικονομικής αίτησης παροχής δικαστικής προστασίας στην με αριθμό 9 πλημμέλεια του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ.
Ουδεμία επομένως πλημμέλεια από τους ως άνω αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται και κατά συνέπεια ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω το Εφετείο με τις ίδιες ως άνω κρίσεις του διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με τις διατάξεις των άρθρων 929, 297 και 298 ΑΚ που εφάρμοσε για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία απώλεσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος παθών κατά το από 12.12.2004 έως 12.12.2007 χρονικό διάστημα.
Συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της καταστάσεως υγείας του τελευταίου, όπως αυτή εξελίχθηκε μετά τον τραυματισμό του από το ένδικο ατύχημα και της εκ του λόγου αυτού μόνιμης απώλειας της ικανότητάς του για εργασία, εξ αιτίας της οποίας υπέστη αποθετική ζημία, η προσβαλλομένη διαλαμβάνει τις παρακάτω ουσιώδεις παραδοχές:
α) τη μέχρι το ατύχημα εργασιακή απασχόληση αυτού ως πωλητή οπωροκηπευτικών στις λαϊκές αγορές, και την αιτιωδώς συνδεομένη με τον εκ του ατυχήματος τραυματισμό του μόνιμη απώλεια της ικανότητάς του να εργαστεί. β) Την εξακολούθηση των επιζήμιων συνεπειών του προκληθέντος από το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματισμού στην περιουσία του, λόγω της αναπόφευκτης μετά απ' αυτό συνταξιοδότησής του.
γ) Τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη διαφυγόντα κέρδη κατά το κρίσιμο από 12.12.2004 έως 12.12.2007 χρονικό διάστημα συνιστάμενα στις διαφορές του ποσού της σύνταξης που συνολικά εισέπραξε από το ΙΚΑ από το ποσό των εισοδημάτων, τα οποία, με βάσιμες πιθανότητες και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε κατά το ως άνω διάστημα, εφόσον συνέχιζε να εργάζεται απασχολούμενος στην ίδια ή άλλη "ισότιμη κοινωνικά εργασία", λαμβανομένου υπόψη, ότι η μέχρι τον χρόνο του ατυχήματος κατάσταση της υγείας του, δεν επηρέαζε την ικανότητά του για εργασία, ενώ επισημαίνεται ότι, η θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος με την συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του, δεν απέκλειε σ' αυτόν την ικανότητα να συνεχίσει να εργάζεται μέχρι τη συμπλήρωση του χρονικού ορίου για την κανονική συνταξιοδότησή του το έτος 2010.
Τα παραπάνω, διαλαμβανόμενα στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλομένης περιστατικά, καλύπτουν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεων των άρθρων 929, 297 και 298 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθά κατά ως άνω εφάρμοσε, χωρίς να έχει υποχρέωση να παραθέσει στο σκεπτικό του άλλες αιτιολογίες σχετικά με τo ζήτημα της ικανότητάς του για εργασία κατά τον πριν και τον μετά το ατύχημα χρόνο, της υποχρεωτικής κατά το ως άνω κρίσιμο διάστημα συνταξιοδότησής του, ούτε και περαιτέρω ανάλυση των διαφυγόντων κερδών του, διότι οι φερόμενες ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με τις οποίες, υπό την επίκληση της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επομένως ο τρίτος αναιρετικός λόγος κατά πρώτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 2016/2017). Τέλος το παραγόμενο από την τελεσίδικη κρίση της απόφασης δεδικασμένο, που εκδόθηκε σε προηγούμενη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, χωρίς να καταλαμβάνει και τις εξαιτίας της εξακολούθησης των επιζήμιων συνεπειών μελλοντικές αξιώσεις που, λόγω των εξακολουθητικών επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, δημιουργούνται, εφόσον αυτές δεν κατήχθησαν σε δίκη και δεν κρίθηκαν (ΑΠ 1008/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αλλά και το δεύτερο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου, αποδίδουν στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο υπό την επίκληση του παραγόμενου δεδικασμένου από την με αριθμό 2487/2007 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών δέχθηκε χωρίς απόδειξη, τόσο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος παθών κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα (12.12.2004 έως 12.12.2007) θα συνέχιζε να εργάζεται εάν δεν τραυματιζόταν, όσο και τα ποσά των εισοδημάτων που ο τελευταίος λόγω της ανικανότητάς του να εργαστεί απώλεσε, το ύψος των οποίων αναιτιολογήτως καθόρισε.
Οι εκ του λόγου όμως αυτές, συνδυαστικά και με το δεύτερο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου, προβαλλόμενες αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την προαναφερόμενη απόφαση αναφορικά με την ως άνω αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και κατά το κρίσιμο από 12-12-2004 έως 12-12-2007 χρονικό διάστημα, ενώ από τις σχετικές με το ζήτημα αυτό παραδοχές της προσβαλλομένης διευκρινίζεται ότι το δεδικασμένο που παράγεται από τη συγκεκριμένη με αριθμό 2487/2007 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εξεδόθη μεταξύ των ίδιων διαδίκων καλύπτει τις, απορρέουσες από την ίδια αδικοπραξία και για το από 12-12-2001 έως 12.12.2004 χρονικό διάστημα, αποζημιωτικές αξιώσεις του πρώτου αναιρεσιβλήτου, για τις οποίες είχε ασκήσει εναντίον των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την με αριθμό 7208/2002 (προγενέστερη της ένδικης) αγωγή του.
Ανενδοιάστως δε εκ των αυτών ως άνω παραδοχών προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η ένδικη αξίωση αποζημίωσης για τις ζημίες που κατά το κρίσιμο από 12.12.2004 έως 12.12.2007 μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, συνέχισε ο παθών αναιρεσίβλητος να υφίσταται εξ αίτιας του τραυματισμού του από το ίδιο ατύχημα, δεν περιλαμβάνεται στα ζητήματα που καλύπτονται από το δεδικασμένο που παράγεται από την ως άνω με αριθμό 2487/2007 απόφαση.
Επομένως τόσο ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, όσο και ο τρίτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του είναι προεχόντως αβάσιμοι και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτοι καθώς, με τις ως άνω αιτιάσεις υπό το πρόσχημα της ως άνω από το αριθμό 16 πλημμέλειας του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν. Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην με αριθμό 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι η προσβαλλομένη έλαβε υπόψη τη με αριθμό .../1067/2-8-2006 έγγραφη γνωμάτευση του ΙΚΑ, στην οποία αναφέρεται ο επιμερισμός του ποσοστού 67% αναπηρίας βάσει της οποίας συνταξιοδοτήθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος χωρίς να προκύπτει η επίκλησή της από τους διαδίκους.
Ο λόγος όμως αυτός, όπως από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης προκύπτει είναι προεχόντως αλυσιτελής διότι αντιφάσκει με τον πρώτο λόγο αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθμούς 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, εφόσον προς θεμελίωση των προβαλλομένων με αυτόν αιτιάσεων, που αφορούν τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, προσφεύγουν στο περιεχόμενο της ως άνω έγγραφης γνωμοδότησης του ΙΚΑ περί του επιμερισμού της αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό 52% από κοινή ασθένεια και κατά ποσοστό 15% από τον τραυματισμό του αποδίδοντας στην προσβαλλομένη, όπως επί λέξει αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης, σφάλμα περί του ότι "Παραλείπει να αναφέρει το προσδιορισμένο (και με δύναμη δεδικασμένου δεκτό) ποσοστό του 15% της οφειλομένης στο ατύχημα αναπηρίας.
Ενώ εάν υπελόγιζε επιμεριστικά το ποσοστό 15% της αναπηρίας, την οποίαν επέφερε ο επίδικος τραυματισμός του, θα επεδίκαζε στον ενάγοντα ποσό (18.984,37 χ 15% = 2.847,66 €)". Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αλυσιτελής και πρέπει απορριφθεί ως απαράδεκτος, επιπροσθέτως και διότι η λήψη ή μη λήψη υπόψη του ως άνω εγγράφου, δεν ασκεί, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον, κατά τα όσα ήδη αναφέρθηκαν για την απόρριψη του πρώτου αναιρετικού λόγου, ο επιμερισμός της αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα, η οφειλόμενη, σύμφωνα με το περιεχόμενο του έγγραφοι αυτού, (κατά τα όσα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται), σε κοινή ασθένεια κατά ποσοστό 52% αναπηρία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011).
Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 348/2018).
Ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 157/2018).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 2426/1997, "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από του τέλους του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν". Κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται, ότι στη σύμβαση της ασφάλισης της αστικής ευθύνης έναντι των τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή κατά του ασφαλιστή γεννιέται, όταν ο τρίτος, που υπέστη τη ζημία, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει προς τον τελευταίο τη σχετική με την αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή.
Και τούτο διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου, και από τότε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή (ΑΠ 231/2010, ΑΠ 293/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο προσάπτουν στην προσβαλλομένη τις από τους αριθμούς 1, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες κατά το μέρος που το Εφετείο, κρίνοντας ομοίως με την εκκαλουμένη απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων δεχόμενο ότι η, αναφερόμενη, στη με αριθμό καταθ. 55925/2335/16.4.2013 ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή, αξίωση των σ' αυτή εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων έναντι της ως άνω παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας, (η οποία στηρίζεται στην ασφαλιστική σύμβαση που ίσχυε μεταξύ τους κατά το χρόνο του ατυχήματος), έχει υποπέσει στην κατ' αρθρο 10 του Ν. 2496/1997 τετραετή παραγραφή.
Ειδικότερα υπό την επικληση των αιτιάσεων ότι η περί παραγραφής κρίση του Εφετείου προσκρούει ευθέως στο γράμμα και το πνεύμα του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τους αναιρεσείοντες για την παραγραφή της αξίωσής τους, η οποία οφείλεται στην αδράνεια της παρεμπιπτόντως εναγομένης πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις, αποδίδουν στην προσβαλλομένη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ.
Επιπροσθέτως δε αιτιώνται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω ισχύοντος μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ασφαλιστικής εταιρίας "Αγροτική ΑΕ" του Κλάδου Αυτοκινήτων ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο, κατά τα όσα διατείνονται, προβλέπει την χωρίς δικονομικούς περιορισμούς ασφαλιστική κάλυψη για τις ζημίες που θα συνέβαιναν εντός του χρόνου της ασφαλίσεως.
Ωστόσο, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, καθόσον αφορά στην πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ, ότι ο σχετικός από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προτάθηκε από αυτούς νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της από 3.7.2014 εφέσεώς τους, ενόψει του ότι η προσβαλλομένη απόφαση, αναφορικά με την ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή είχε επικυρώσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή, ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ούτε άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 2-7-2014 εφέσεώς τους, ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς παράλληλα να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της πιο πάνω παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το ως άνω μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επίσης, ο ίδιος λόγος καθόσον αφορά στην αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες σχετικές αιτιάσεις δεν στοιχειοθετούν την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αλλά, αναγόμενες σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβαλλόμενης απ' αυτούς εκδοχής σχετικά με το περιεχόμενο του ασφαλιστικού συμβολαίου, επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 § 1, 192 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, χωριστά για τον καθένα τους, διότι εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικό δικηγόρο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.7.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1537/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για καθένα τους, στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ