Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding review of trial court's factual assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a lower court's judgment regarding a traffic accident. The appellants argued the appellate court erred in evaluating evidence, including a confession and autopsy report, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that challenging the factual assessment of evidence constitutes an attack on the non-reviewable substantive judgment of the court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code; Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging the factual assessment of evidence by the court of first instance is inadmissible as it attacks the non-reviewable substantive judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 637 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 637/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χας Μ. Λ., το γένος Α. Κ., 2) Α. Λ. του Μ. και 3) Β. Λ. του Μ., κατοίκων ..., υπεισελθόντων στην παρούσα δίκη ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσείοντος και ήδη αποβιώσαντος στις 20-8-2017 Μ. Λ. του Β. (βλ. πρακτικά της δικασίμου 20-4-2018 του Δικαστηρίου αυτού), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο - Βύρωνα Καπετανόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... AΑΕΖ" (πρώην "... AAEΖ") και ήδη "... ...", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Δαρούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 8-2-2019 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 16-4-2018 προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μετονομασία της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2011 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Μ. Λ. του Β., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7662/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2288/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-1-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά το διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το Δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, πεζού, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι οι Μ. χήρα Μ. Λ., Α. Λ. και Β. Λ., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, και του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού, του εμπλακέντος στο επίδικο ατύχημα αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 11-4-2007 και περί ώρα 11.00', ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αρ.
κυκλ. ...32 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες κατά την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική ανώνυμη εταιρεία, κινούνταν επί της οδού .2.., προτιθέμενος στη διασταύρωση αυτής με την οδό 1... να στρίψει αριστερά, για να κατευθυνθεί προς την οδό 3… .... Αφού έλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών στο σημείο όπου οι δύο οδοί διασταυρώνονται και βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος όπου επρόκειτο να εισέλθει ήταν ελεύθερος, αποφάσισε να θέσει σε κίνηση το όχημά του.
Ακριβώς τη στιγμή εκείνη, εμφανίστηκε από την αριστερή πλευρά του ο ενάγων (ηλικίας 80 ετών κατά το χρόνο εκείνο) ο οποίος, βαδίζοντας αφηρημένα και χωρίς να προβεί σε κανένα έλεγχο της κυκλοφορίας, επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα της οδού 2... με ελαφρώς διαγώνια φορά και από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με το αυτοκίνητο του εναγόμενου οδηγού.
Αντιλαμβανόμενος τον ενάγοντα, ο τελευταίος ανέστειλε την κίνησή του να στρίψει αριστερά στην οδό 1... και ακινητοποιώντας το όχημά του περίμενε να διασχίσει προηγουμένως την οδό ...2 ο ενάγων. Ο τελευταίος όμως, ενώ είχε διασχίσει σχεδόν τη μισή διαδρομή επί του οδοστρώματος της οδού 2...,
ξαφνικά αντιλήφθηκε το όχημα του πρώτου εναγομένου και ξαφνιασμένος από το θόρυβο της μηχανής του αυτοκινήτου του, επειδή φοβήθηκε ότι αυτό θα αρχίσει να κινείται και ότι δε θα προλάβει να περάσει το δρόμο, τάχυνε το βήμα του, χτύπησε με τη γροθιά του χεριού του το καπό του αυτοκινήτου συγχυσμένος, απευθύνοντας εξυβριστική φράση στον οδηγό και τελικώς, χάνοντας την ισορροπία του, επειδή εκείνη την ημέρα δε χρησιμοποιούσε το μπαστούνι του, όπως ο ίδιος δηλώνει στην ανώμοτη κατάθεσή του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, κατέπεσε στο οδόστρωμα, ενώ το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου εξακολουθούσε να παραμένει ακινητοποιημένο στη διασταύρωση ακριβώς των δύο προαναφερομένων οδών.
Από την πτώση του αυτή ο ενάγων υπέστη διατροχαντήριο κάταγμα ΑΡ. μηριαίου και υποβλήθηκε σε ενδομυελική ήλωση εγγύς τμήματος μηριαίου. Η ανωτέρω κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου στηρίζεται κυρίως στην ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα ανταπόδειξης Κ. Σ., η οποία ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ενάγων χτύπησε με τη γροθιά του χεριού του το καπό του αυτοκινήτου και πρόλαβε να εξυβρίσει τον οδηγό του, όπως ο ίδιος ανέφερε στην χωρίς όρκο κατάθεσή του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, καθώς αν πράγματι το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου βρισκόταν σε κίνηση όταν ήλθε σε επαφή με το σώμα του ενάγοντος, τότε ο τελευταίος δε θα προλάβαινε να χτυπήσει με το χέρι του το καπό και να εξυβρίσει τον οδηγό, θα ήταν δε κτυπημένος έστω ελαφρά και από τη δεξιά πλευρά του, αυτή δηλ.
στην οποία θα τον είχε κτυπήσει το όχημα και δε θα είχε τραυματιστεί μόνον στην αριστερά, όπως και πράγματι συνέβη, όταν έπεσε στο έδαφος. Το Δικαστήριο άγεται στην ανωτέρω κρίση συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι, όπως στην από 11-4-2007 έκθεση αυτοψίας αναφέρεται, το όχημα του εναγομένου δεν έφερε μετά το συμβάν κανένα απολύτως ίχνος, όπως θα ήταν αναμενόμενο, αν ο πεζός είχε έλθει σε επαφή με το όχημα ευρισκόμενο σε κίνηση.
Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι ο οδηγός αυτού δεν επέδειξε αμέλεια περί την οδήγηση, εξ αιτίας της οποίας να τραυματίστηκε ο ενάγων, αλλά η πτώση του τελευταίου στο οδόστρωμα οφείλεται σε ανεξάρτητους από τη λειτουργία του ...32 ΙΧΕ αυτοκινήτου λόγους και συγκεκριμένα επειδή έχασε μόνος του την ισορροπία του, όταν ξαφνιάστηκε από την παρουσία του τελευταίου, δεδομένης και της ηλικίας και της συνεπεία αυτής σχετικής δυσκινησίας του.
Στην κρίση του δε αυτή δε δεσμεύεται από την έκβαση της ποινικής δίκης (βλ. 21574/2011 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού κρίθηκε ένοχος ο οδηγός του πιο πάνω οχήματος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια του ενάγοντος, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, καθώς και η αμετάκλητη ακόμη ποινική απόφαση ούτε δημιουργεί, ούτε είναι δυνατόν να δημιουργεί δεδικασμένο για τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία στηρίζουν παραλλήλως αφενός μεν την ποινική αξίωση της πολιτείας κατά του κατηγορουμένου, αφετέρου δε την εναντίον του αστική αξίωση..., απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου λόγου έφεσης του ενάγοντος.
Με βάση τα παραπάνω, εφόσον δεν αποδείχθηκε νόμιμος λόγος ευθύνης των εναγομένων, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο συνεπώς, δικαστήριο, που εκτιμώντας τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε από ουσιαστική άποψη την αγωγή, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως υποστηρίζεται με τους σχετικούς λόγους έφεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν, όπως και η έφεση στο σύνολό της...".
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την πλημμέλεια από τους αριθ. 1, 8, 10 και 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσής του και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπ' όψιν του, πράγματα και αποδεικτικά μέσα που προτάθηκαν και δεν εκτίμησε ορθά τα έγγραφα που προσκόμισε και ιδίως την 21574/2011 τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε αμετάκλητα ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος και του τραυματισμού του είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος.
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις του τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος κρίνοντας (το Εφετείο) τον τραυματισθέντα πεζό και ήδη αναιρεσείοντα αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος, διότι η πτώση του αναιρεσείοντος στο οδόστρωμα οφείλεται σε ανεξάρτητους, από τη λειτουργία του ...32 ΙΧΕ αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου λόγους, και συγκεκριμένα επειδή έχασε μόνος του την ισορροπία του, όταν ξαφνιάστηκε από την παρουσία του εν λόγω αυτοκινήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το αντίστοιχο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης, είναι αβάσιμα, όπως και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το αντίστοιχο τμήμα. Περαιτέρω, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του με τις κατά τα άνω παραδοχές του την 21574/2011 τελεσίδικη απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δεχόμενο ότι η αμετάκλητη απόφαση του εν λόγω Ποινικού Δικαστηρίου, με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος κρίθηκε ένοχος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια του αναιρεσείοντος, δεν δημιουργεί δεδικασμένο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν παράλληλα, αφ' ενός την ποινική αξίωση της πολιτείας κατά του κατηγορουμένου, αφ' ετέρου δε την εναντίον του αστική αξίωση, απορρίπτοντας ακολούθως τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος.
Επομένως ο πρώτος λόγος ως προς το τμήμα, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψης υπόψη "πράγματος" - λόγου έφεσης, ισχυρισμού περί υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, που προτάθηκε και λήψης υπόψη πράγματος, περί υπαιτιότητας του συγγενούς των αναιρεσειόντων, πεζού, που σύμφωνα με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν προτάθηκε και δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, με βάση τα εκτιθέμενα ανωτέρω, είναι αβάσιμος και πρέπει ν'απορριφθεί, αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το σχετικό λόγο έφεσης που αφορούσε την υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου και τον απέρριψε, ως προς το τμήμα δε που προβάλλεται η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση της εν λόγω ποινικής απόφασης είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον δεύτερο, κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό από τους αριθ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα - τρίτο λόγο έφεσης, καθώς και την από 19.11.2007 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Κ. Σ., στην οποία αναφερόταν ο παραπάνω τρίτος λόγος έφεσης, σύμφωνα με την οποία "...την ώρα που ο πεζός ήταν μπροστά από το αυτοκίνητο ξεκίνησε και ο πεζός έβαλε το χέρι του πάνω στο καπό και φώναξε σταμάτα.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε και ο πεζός έπεσε επί του οδοστρώματος μπροστά από το αυτοκίνητο και τραυματίστηκε...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον τρίτο λόγο έφεσης και στη συνέχεια τον απέρριψε κατ' ουσία, αλλά και την ανωτέρω προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Κ.
Σ., όπως ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύεται προς ενίσχυση της κρίσης του σχετικά με το θέμα της υπαιτιότητας (βλ. 7η σελίδα προσβαλλομένης). Εξάλλου, από την αναφορά ότι το Εφετείο μεταξύ των εγγράφων, που έλαβε υπόψη του προκειμένου να συντάξει το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι τα έγγραφα της ποινικής προδικασίας, τα πρακτικά και η απόφαση της ποινικής δίκης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ως άνω έγγραφο (προανακριτική κατάθεση).
Το τμήμα του ως άνω λόγου με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση της ως άνω κατάθεσης του μάρτυρα, είναι απαράδεκτο, διότι με την εν λόγω αιτίαση πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τους κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό από τους αριθ. 8, 10 και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του τους δεύτερο - τέταρτο και τρίτο λόγους έφεσης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε ορθά την ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου ομολογία του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του φερομένου ως ζημιογόνου οχήματος και την από 2.10.2007 προανακριτική ένορκη κατάθεσή του, αλλά και την από 11.4.2007 συνταγείσα για το επίδικο ατύχημα έκθεση αυτοψίας.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ανενδοιάστως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων: α) η 21574/2011 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με την οποία επιβλήθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο η ποινή της φυλάκισης των τριών (3) μηνών για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια στην οποία περιέχεται η αιτιολογία του πρώην αναιρεσιβλήτου δεχόμενο στη συνέχεια ότι δεν δημιουργεί δεδικασμένο για τα πραγματικά γεγονότα, β) όλα τα έγγραφα της ποινικής προδικασίας και γ) την από 11.4.2007 έκθεση αυτοψίας.
Επομένως οι ανωτέρω τρίτος και τέταρτος λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 8, 10 και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι κατά το τμήμα τούτο αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν, ως προς δε το τμήμα, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτοι, διότι με τις εν λόγω αιτιάσεις πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι υπεισελθόντες στη θέση του θανόντος αναιρεσείοντος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.1.2017 αίτηση αναίρεσης της 2288/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους υπεισελθόντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους στη θέση του θανόντος αναιρεσείοντος Μ. Λ., ήτοι τους Μ. χήρα Μ. Λ., Α. Λ. και Β. Λ. στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ