Legislator Case Law & Legislation
637/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal on procedural grounds, remands case for retrial by different judge.

Case Number 637/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appellant's first ground of appeal regarding a procedural defect in the lower court's decision. The appellant argued the court accepted contradictory medical disability assessments without specifying the inconsistency, while the insurer argued the appeal was inadmissible. The court ruled the appeal was admissible because the defect was raised for the first time and constituted a substantive error, ordering the case remanded for retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562, 575, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a first-time submission of a substantive error regarding contradictory findings in a judgment is admissible, requiring the case to be remanded for retrial before a different judge.

Keywords

AI generated
procedural defect contradictory findings remand for retrial different judge substantive error first time submission disability assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 575 paragraph a of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 section b of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 17 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 section e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 637 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 637/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζηκογιάννη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Κουφοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 3-11-2003 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και της Μ. Κ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 18-2-2009 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή ανωνύμων εταιρειών, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 830/2010 μη οριστική και 3531/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5296/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 3-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1 - 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 575 εδάφ.

α' του ΚΠολΔ, κατά την οποία "με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο", στη δίκη για την αναίρεση ο Άρειος Πάγος μπορεί ακόμη και αυτεπαγγέλτως να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης και πριν από την έναρξή της, ενώ τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται στα δικαστήρια της ουσίας, όπως συνάγεται από τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 241 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, η περαιτέρω διάταξη του εδάφ. β' του εν λόγω άρθρου 575 ΚΠολΔ, κατά την οποία "τα εδάφια τρίτο και τέταρτο της παρ. 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ", πρέπει να νοηθεί ότι, στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης αναβολής, επιβάλλει μόνο την κατάλληλη (και όχι τη χωρίς άλλη προϋπόθεση) εφαρμογή των διατάξεων στις οποίες γίνεται η παραπομπή.

Ειδικότερα, η δεύτερη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. δ' ΚΠολΔ), κατά την οποία, αν αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης από το πινάκιο σε νέα δικάσιμο, "κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων" προϋποθέτει, κατά την εφαρμογή της, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, αναβολή χορηγούμενη μόνο κατόπιν αιτήσεως κάποιου από τους διαδίκους.

Συνεπώς, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μεν και στην περίπτωση αυτεπάγγελτης αναβολής της συζητήσεως από τον Άρειο Πάγο στη δίκη για την αναίρεση, αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση της παρουσίας όλων των διαδίκων (αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου) κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά. Αντίθετα, αν κατά τη δικάσιμο αυτή είχε απουσιάσει κάποιος από τους διαδίκους, πρέπει, απαραίτητα, αυτός που απουσίασε να κληθεί κατά τη νέα δικάσιμο από τον αντίδικό του, που επιθυμεί τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, προκειμένου να μη στερηθεί το δικαίωμα της ακρόασης, το οποίο είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένο, με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος.

Κατά συνέπεια, η αυτεπάγγελτη αναβολή της συζήτησης από τον Άρειο Πάγο στη δίκη για την αναίρεση αναπληρώνει μόνο τον προσδιορισμό της νέας δικασίμου και γι' αυτό, στην περίπτωση που απουσιάζει κάποιος από τους διαδίκους, θεωρείται ότι χορηγείται υπό τον όρο κλήτευσής του από τον αντίδικό του, ο οποίος επιθυμεί τη συζήτηση κατά την οριζόμενη νέα δικάσιμο.

Διαφορετικά, αν δεν έχει γίνει τέτοια κλήτευση και δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν κανονικά ο αντίδικος εκείνου που επιθυμεί τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ Ολομ. 1689/1983, ΑΠ 451/2008 ΑΠ 126/2005, αντίθ., πάντως, ΑΠ 138/2009)). Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:

Η συζήτηση της υπό κρίση, από 28-12-2015, αίτησης αναιρέσεως προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-11-2016, οπότε αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως ("οίκοθεν") από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, υπό τον εξυπακουόμενο όρο της κλήτευσης για τη δικάσιμο αυτή των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την αρχική δικάσιμο.

Από την 6023Δ'/12-12-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. Α. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως (με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 4-11-2016) και της 306/8-11-2016 βεβαίωσης αναβολής του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Α.

Κ.. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την εν λόγω δικάσιμο της 17-2-2017, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή.

Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται, και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α' ΑΚ ορίζει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρο 298 ΑΚ, προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000).

Επίσης, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάζει στον παθόντα αποζημίωση, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη αποζημίωσης για διαφυγόντα από την ανικανότητα για εργασία κέρδη και για μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με εκείνον της προηγούμενης αγωγής.

Τούτο, όμως, προϋποθέτει δυσμενή εξέλιξη της υγείας του, που αποτελεί οποιαδήποτε χειροτέρευση και γενικά δυσμενής εξέλιξη αυτής (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), η οποία, πάντως, πρέπει να είναι απρόβλεπτη, δηλαδή να στηρίζεται σε περιστατικά μιας ζημιογόνου αιτίας που έχει ήδη επέλθει στο παρελθόν, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους δεν ήταν προβλεπτή από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης.

Το γεγονός αυτό της επιδείνωσης της υγείας του θα πρέπει ο παθών να επικαλεστεί με την αγωγή του για το ορισμένο της, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την επιδείνωση, κατά τα άρθρα 111, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 2038/2006). Δεν δικαιολογεί τις περαιτέρω αξιώσεις κάθε απόκλιση από την άμεσα αναμενόμενη εξέλιξη των συνεπειών της αδικοπραξίας αλλά σημασία έχουν μόνο οι μεταγενέστερες συνέπειες και επιπλοκές, τις οποίες το δικαστήριο, κατά το χρόνο έκδοσης της προηγούμενης απόφασής του, δεν έλαβε υπόψη του, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, δεν έπρεπε σοβαρά να αναμένονται.

Κατά πόσο το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη μελλοντική δυσμενή εξέλιξη αποτελεί ζήτημα που διαπιστώνεται με την ερμηνεία της προηγούμενης απόφασής του. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας κατάστασης της υγείας του και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, από την αρχή, ότι θα επέλθουν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 790/2015, ΑΠ 938/2010).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Ενώ, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει:

α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους.

Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΑΠ Ολομ. 20/1992, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 104/ 2014).

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 1138/2014).

Αν, όμως, από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται απλά ως ενδεχόμενη, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό ζήτημα το θέμα αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 863/2013, ΑΠ 721/2008). Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφό της όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, ήτοι το είδος της εργασίας που ασκούσε ο ενάγων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκείται αυτή και τα εισοδήματα, τα οποία, με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από αυτήν στο μέλλον, αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ Ολομ. 22/1995, ΑΠ 496/ 2016, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 853/2014).

Τέλος, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ελέγχεται η επάρκεια ή μη της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κ.λπ., όταν πρόκειται για νομική αοριστία, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Ενώ, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, ελέγχονται με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, με αποτέλεσμα της εσφαλμένης αυτής εκτίμησης του δικογράφου της αγωγής τη θετική ή αρνητική αξιολόγηση της νομικής και ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014).

Στην κρινόμενη περίπτωση, ο ενάγων για τη θεμελίωση της αξίωσής του για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, που ενδιαφέρει τώρα, επικαλέστηκε με την ένδικη (δεύτερη), από 15-5-2003 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 4168/16-5-2003, αγωγή του, όπως από αυτήν κατ' εκτίμηση προκύπτει, ότι ο τραυματισμός του που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων -αναιρεσιβλήτων, σε τροχαίο ατύχημα της 19ης/5/2001, είχε ως περαιτέρω συνέπεια, οφειλόμενη στο αρχικό αίτιο, δηλαδή τον εν λόγω σοβαρό τραυματισμό του, τη μόνιμη αναπηρία του και την ολική ανικανότητά του για την άσκηση του επαγγέλματός του, είτε ως μισθωτού υδραυλικού είτε ως ελεύθερου επαγγελματία υδραυλικού, όπως διαπιστώθηκε κατά τη μεταγενέστερη, από την άσκηση της πρώτης, από 17-1-2003 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 600/21-1-2003, αγωγής του, εξέτασή του στις 11-2-2003 και 22-2-2003 από τους αναφερόμενους γιατρούς και ότι η συνέπεια αυτή δεν του ήταν γνωστή κατά το χρόνο της άσκησης της προηγούμενης (πρώτης) πιο πάνω αγωγής του (επί της οποίας, ήδη, έχει εκδοθεί η τελεσίδικη 3075/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επιδίκασε στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα αποζημίωση για θετικές του ζημίες και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης), όταν το ποσοστό αναπηρίας του ανερχόταν σε ποσοστό 50%.

Ακολούθως, ισχυριζόμενος ότι, αν δεν τραυματιζόταν και δεν γινόταν ανίκανος προς εργασία, θα μπορούσε να προσφέρει την εργασία του αυτή, κερδίζοντας, με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, τα παρατιθέμενα χρηματικά ποσά, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την 1/6/2003 έως τις 31/5/2038, που θα ζούσε, οπότε, σε ηλικία 65 ετών, θα συνταξιοδοτούνταν, ζήτησε 1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο, να του καταβάλλουν το ποσό των 733,68 ευρώ ανά μήνα, που θα ανέρχονταν οι αποδοχές του ως υδραυλικού, για το χρονικό διάστημα από 1/6/2003 έως 31/5/2008 (συνολικά 44.020,80 ευρώ) και 2) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι είναι υπόχρεοι, επίσης εις ολόκληρο, να του καταβάλουν, για την ίδια αιτία, τα επακριβώς αναγραφόμενα στο ιστορικό της αγωγής ποσά που αντιστοιχούν στο εφεξής χρονικό διάστημα από 1/6/2008 έως 31/5/2038 (συνολικά 729.989,85 ευρώ).

Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, αφού αναφέρεται στο δικόγραφό της (ιδίως στις σελίδες 4-7) ότι επακολούθησαν μεταγενέστερα περιστατικά, ως προς την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και το μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί, τα οποία δεν ήταν γνωστά, ούτε είχαν προβλεφθεί από αυτόν, κατά την άσκηση της πρώτης, από 17-1-2003, αγωγής του (και ούτε κατέστησαν αντικείμενο έρευνας κατά την προηγούμενη δίκη και δεν κρίθηκαν).

Εξάλλου, ως προς το κεφάλαιο του διαφυγόντος κέρδους, περιέχει, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης, όλα εκείνα τα περιστατικά που απαιτούνται για τον προσδιορισμό του. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην αγωγή το είδος της εργασίας που ασκούσε ο ενάγων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκούνταν και θα εξακολουθούσε να ασκείται αυτή και τα εισοδήματα, τα οποία με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από αυτήν στο μέλλον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, οφειλόμενο στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό και την ανικανότητα για εργασία του ενάγοντος, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να αναφέρει, επιπλέον, τα εισοδήματά του των προηγούμενων ετών, τον αριθμό των πελατών του και την αμοιβή που εισέπραττε από τον καθέναν τους (ΑΠ 1138/2014, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 587/2013), που μπορεί να προκύψουν από τις αποδείξεις.

Ως εκ τούτου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με το να απορρίψει, τελικά, με την προσβαλλόμενη 5296/2013 απόφασή του, διαδικασίας των άρθρων 666, 667, 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή, κατά το πιο πάνω κεφάλαιό της, αφού απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο της από 7-3-2012 έφεσης του αναιρεσείοντος και να επικυρώσει, κατά τούτο, την πρωτόδικη 3531/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως, υπέπεσε στις πλημμέλειες που προβλέπονται στο άρθρο 559 αριθμοί 14 και 8 ΚΠολΔ (όχι, όμως, και σε εκείνη του αριθμού 1).

Γι' αυτό, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 1602/2014, ΑΠ 1456/ 2014).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε, στην πραγματικότητα, υπόψη του την 402/30-12-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του γιατρού Ε. Τ., νευρολόγου - ψυχιάτρου (που διορίστηκε δεύτερος πραγματογνώμονας με τη μη οριστική, κατά τούτο, 830/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, για την απόδειξη του ουσιώδους, για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμού του ότι το αληθινό μέγεθος της αναπηρίας του υπερβαίνει το ποσοστό 67%, καθιστώντας τον ολικά ανάπηρο και ανίκανο προς εργασία, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε το αναφερόμενο μικρότερο ποσοστό αναπηρίας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, σε σχέση και με τον αγωγικό αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση (6ο φύλλο - β' όψη)), και την έκθεση αυτή, την οποία μάλιστα και ρητά αξιολόγησε (8ο φύλλο - α' όψη).

Με βάση όσα προεκτέθηκαν, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την, ως άνω, έκθεση πραγματογνωμοσύνης που προσκομίστηκε νόμιμα με επίκληση. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο αποτελούν ουσιαστικές προσεγγίσεις, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, που εκτιμά διαφορετικά την εν λόγω έκθεση, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, και δεν συνιστούν αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).

Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Λόγος αναίρεσης που δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ. 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Εξάλλου, με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).

Τέλος, προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 159/2004).

Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995, ΑΠ 582/1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 850/2004).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων, παραθέτοντας μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αποδίδει σ' αυτήν πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έκρινε πως το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε ποσοστό 50%, αν και δέχεται στο σκεπτικό της απόφασής του την ύπαρξη των αναφερόμενων παθήσεών του, εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του στο τροχαίο ατύχημα της 19ης/5/2001, οι οποίες διαγνώστηκαν και από την πρώτη πραγματογνώμονα Κ.

Κ., φυσίατρο και τον τεχνικό σύμβουλο της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας Δ. Ε., χειρουργό - ορθοπαιδικό γιατρό και αναγράφηκαν στις σχετικές εκθέσεις τους, που του προσδίδουν συνολικά, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εκτίμησης Βαθμού Αναπηρίας που εγκρίθηκε με τη Φ21/2361/1993 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 819/Β/1993), ποσοστό αναπηρίας που υπερβαίνει κατά πολύ το ποσοστό 67% και τον καθιστά, καθ' ολοκληρία, ανάπηρο, παραβιάζοντας, έτσι, ευθέως, την υπουργική αυτή απόφαση.

Ο παρών λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, διότι, ανεξάρτητα και από το ότι α) δεν παρατίθενται όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και β) η αποζημίωση του άρθρου 929 εδάφ. α' ΑΚ δεν ταυτίζεται, κατ' ανάγκη, με το ποσοστό της αναπηρίας ή το είδος, την έκταση και τη σοβαρότητα της παραμόρφωσης (ΑΠ 1435/2013), δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο 1) ποία συγκεκριμένη διάταξη της πιο πάνω υπουργικής απόφασης παραβιάστηκε, 2) ποίο ακριβώς νομικό σφάλμα αποδίδεται στην απόφαση ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της υπουργικής αυτής απόφασης, που, να σημειωθεί, αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρ. 16 αν.ν. 1846/1951) και 3) συνακόλουθα, σε ποίο εσφαλμένο διατακτικό οδήγησε η πλημμέλεια αυτή.

Εν πάση περιπτώσει, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις παραπάνω διατάξεις πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 87/2013).

Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος. Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδάφ.

β' ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο πιο πάνω (τρίτο) λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση, παραδεκτά, πρώτη φορά, στο παρόν Δικαστήριο, η αιτίαση ότι "...δέχεται ως αποδειχθέντα διαφορετικά και αντιφατικά μεταξύ τους πράγματα..." και, ειδικότερα, μολονότι, αρχικά, δέχεται ότι "...η διάσταση της ηβικής συμφύσεως μετ' υπεξαρθρήματος της ιερολαγονίου του προσδίδει 30% ποσοστό αναπηρίας, ενώ η οστεοαρθρίτιδα του ισχίου, εν προκειμένω της αριστερής κατ' ισχίον άρθρωσης, του προσδίδει 50% αναπηρία...", εντούτοις, αναφέρει, ακολούθως, ότι "...η επελθούσα από τον παραπάνω τραυματισμό του ενάγοντος 50% αναπηρία...".

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται ποία είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, η οποία, και μόνο αυτή, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, με την επισήμανση ότι όσα εκθέτει ο αναιρεσείων ανάγονται σε αντιφάσεις και ανεπάρκειες, κατά την άποψή του, του αιτιολογικού της απόφασης, που όμως δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης.

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του πρώτου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προεκτέθηκε και κατά το μέρος που αναφέρεται στους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.

ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5296/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ