Legislator Case Law & Legislation
637/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's application of five-year statute of limitations instead of two-year period for public servants' claims.

Case Number 637/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding public servants' claims for health and dangerous work allowances. The lower court had incorrectly applied a five-year statute of limitations, arguing it violated the European Convention on Human Rights, whereas the Supreme Court found the specific two-year limitation period in the relevant law to be valid. Consequently, the appeal was granted in part to annul the lower court's ruling on the limitation period, remanding the case for further adjudication by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Article 90 paragraph 3 of Law 2362/1995; The specific two-year statute of limitations for public servants' claims for allowances does not violate the European Convention on Human Rights and prevails over the general five-year period.

Keywords

AI generated
statute of limitations public servants allowances European Convention remand for retrial administrative law limitation period

Cited Legislation

AI generated
Article 90 paragraph 3 of Law 2362/1995
Article 1 of the First Protocol to the European Convention on Human Rights
Article 250 numbers 6 and 17 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 65 paragraph 1 of Law 4139/2013
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 637 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 637/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από την Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. Δ., 2. Κ. Ε., 3. Κ. Ό., απάντων κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη-Μαρία Καϋμενάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2006 αγωγή των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1818/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3388/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2947/2001 συνεστήθη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων "Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος" (Ε.Υ.Ε.Π.), η οποία υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Σύμφωνα δε με την παρ. 10 του αυτού ως άνω άρθρου, η πλήρωση των θέσεων του προσωπικού της Ε.Υ.Ε.Π.

γίνεται κατά τη διαδικασία του Ν. 2190/1994, όπως κάθε φορά ισχύει, ύστερα από δημόσια προκήρυξη. Για την κάλυψη των αναγκών της Ε.Υ.Ε.Π. μπορεί να αποσπάται προσωπικό που υπηρετεί με μόνιμη ή με ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σχέση στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, και το οποίο συγκεντρώνει τα απαιτούμενα για κάθε θέση προσόντα.

Η απόσπαση γίνεται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του οικείου Υπουργού, χωρίς γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου. Η διάρκεια της απόσπασης μπορεί να ορίζεται μέχρι τρία (3) έτη και μπορεί να παρατείνεται μέχρι άλλα τρία (3) έτη, επιφυλασσομένων των διατάξεων του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα όσον αφορά το μόνιμο προσωπικό.

Το προσωπικό που αποσπάται στην Ε.Υ.Ε.Π. λαμβάνει το μισθό, τα επιδόματα και όλες τις επιπλέον τακτικές αποδοχές, καθώς και τις οποιεσδήποτε λοιπές απολαβές της οργανικής του θέσης, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του Ν. 2470/1997. Κατά το εν λόγω άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 "Ενιαίο Μισθολόγιο προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης" διατηρούνται στο ύψος που έχουν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, εκτός άλλων, και τα επιδόματα ανθυγιεινής, επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας του Π.Δ. 904/1978.

Κατά δε την παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου 10 του Ν. 2470/1997, η απασχόληση των δικαιούχων των διατηρουμένων επιδομάτων στις εργασίες για τις οποίες δικαιολογείται η καταβολή τους, κατά περίπτωση, βεβαιώνεται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας. Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων, για οποιονδήποτε λόγο (μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση των επιδομάτων αυτών, διακόπτεται ισοχρόνως και η καταβολή των ως άνω επιδομάτων με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου.

Να σημειωθεί ότι το άρθρο 10 του Ν. 2470/1997 καταργήθηκε από 1-1-2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β' (Κλαδικές Ρυθμίσεις) αριθμ. 1 της Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας έτους 1999, που συνήφθη στις 22-7-1999 μεταξύ του Διευθύνοντος Συμβούλου της Ε.ΥΔ.Α.Π. και της "Ομοσπονδίας Προσωπικού Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ελλάδος" (Ο.Π.Υ.Α.Ε.), το ανθυγιεινό επίδομα, που χορηγείται στους εργαζόμενους στα Κέντρα Λυμάτων και στο Κέντρο Ερευνών και Εφαρμογών Υγειονομικής Τεχνολογίας (Κ.ΕΡ.ΕΦ.Υ.Τ.), από 1-4-1999 αυξάνεται κατά 15%, δηλαδή από 35% ανέρχεται σε ποσοστό 50% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος.

Απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη της χορηγούμενης αυξήσεως είναι να εργάζονται οι δικαιούχοι στους χώρους των Κέντρων Λυμάτων, Ψυττάλειας, Μεταμόρφωσης και Κ.ΕΡ.ΕΦ.Υ.Τ. Τέλος, η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής : Οι ενάγουσες, ήδη αναιρεσίβλητες, οι οποίες είναι υπάλληλοι της Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης της Πρωτεύουσας (Ε.ΥΔ.Α.Π.), με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αποσπάσθηκαν, κατόπιν αιτήσεώς τους, από 10-2-2004 και για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, βάσει του άρθρου 9 παρ. 10 του Ν. 2947/2001, στη συσταθείσα στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων "Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος" (Ε.Υ.Ε.Π.), αρμοδιότητες της οποίας είναι ο έλεγχος και η παρακολούθηση της εφαρμογής των περιβαλλοντικών όρων, που επιβάλλονται για την πραγματοποίηση έργων και δραστηριοτήτων του Δημοσίου, του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και του ιδιωτικού τομέα, καθώς και η εισήγηση για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβιάσεως αυτών.

Οι ενάγουσες - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - εκ των οποίων η Μ. Δ. και Ε. Κ. τυγχάνουν Χημικοί Πανεπιστημίου και η Ό. Κ., Εργοδηγός Χημικός, εργάζονταν, πριν από την απόσπασή τους στην Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π.), στο Κέντρο Ερευνών και Εφαρμογών Υγειονομικής Τεχνολογίας (Κ.ΕΡ.ΕΦ.Υ.Τ.) της Ε.ΥΔ.Α.Π., με αντικείμενο εργασίας, μεταξύ άλλων, αυτοψίες, δειγματοληψίες, εργαστηριακές αναλύσεις και αναλύσεις πεδίου αστικών και βιομηχανικών αποβλήτων, απασχολούμενες, επίσης, και με την ανάπτυξη και υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων.

Για το λόγο αυτό - συνεχίζει το Εφετείο - μισθοδοτούμενες οι ενάγουσες από την Ε.ΥΔ.Α.Π. έως την απόσπασή τους στην Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π.), οπότε πλέον μισθοδοτούντο από τον φορέα στον οποίο αποσπάσθηκαν, ήτοι το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΥΠΕΧΩΔΕ), ελάμβαναν το προβλεπόμενο από την οικεία από 22-7-1999 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας έτους 1999 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 50% επί του βασικού μισθού τους και του χρονοεπιδόματος, το οποίο επίδομα, αντιθέτως, δεν κατέβαλε σ' αυτές παρανόμως το ΥΠΕΧΩΔΕ.

Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά - καταλήγει το Εφετείο - οι ενάγουσες έπρεπε να λαμβάνουν, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 10 του Ν. 2947/2001, κατά το επίδικο από 10-2-2004 έως 30-6-2006 χρονικό διάστημα, από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (και δη από τον φορέα στον οποίο αποσπάσθηκαν, ήτοι από το ΥΠΕΧΩΔΕ) το αιτούμενο επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, το οποίο θα ελάμβαναν αν υπηρετούσαν στην οργανική τους θέση στην ΕΥΔΑΠ.

Έτσι επικύρωσε κατά τούτο, με απόρριψη του σχετικού πρώτου λόγου της εφέσεως του εναγομένου, την πρωτόδικη απόφαση (1818/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε κρίνει ομοίως, επιδικάζοντας στις ενάγουσες, για την ανωτέρω αιτία (επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας), τα αναφερόμενα ποσά, κατ' αποδοχή ως βάσιμου και κατ' ουσίαν του οικείου αιτήματος της ένδικης αγωγής.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 παρ. 10 του Ν. 2947/2001, εφόσον δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες, αποσπασθείσες από 10-2-2004 στην Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π.), εδικαιούντο άνευ ετέρου, από της αποσπάσεώς τους, το επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, για το λόγο και μόνο ότι ελάμβαναν το επίδομα αυτό ως υπάλληλοι της Ε.ΥΔ.Α.Π., όπου απασχολούντο στο Κέντρο Ερευνών και Εφαρμογών Υγειονομικής Τεχνολογίας (Κ.ΕΡ.ΕΦ.Υ.Τ.) αυτής.

Ενώ, όπως σαφώς συνάγεται από την διατύπωση της (ισχύουσας) ως άνω διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 10 του Ν. 2947/2001 (παραβιασθείσας), σε συνδυασμό μάλιστα και με την προεκτεθείσα σχετική ρύθμιση της από 22-7-1999 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας έτους 1999 μεταξύ της Ε.ΥΔ.Α.Π. και της Ο.Π.Υ.Α.Ε., το προσωπικό που αποσπάται στην Ε.Υ.Ε.Π.

λαμβάνει τα επιδόματα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας μόνον εφόσον εξακολουθεί να εργάζεται (και στη νέα θέση) υπό συνθήκες που δικαιολογούν την καταβολή των εν λόγω επιδομάτων, ενόψει του ότι τα επιδόματα αυτά είναι αρρήκτως συνδεδεμένα με το είδος, τη φύση και τον τόπο παροχής της εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, ουδόλως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσίβλητες από της αποσπάσεώς τους στην Ε.Υ.Ε.Π.

και δη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 10-2-2004 έως 30-6-2006 απασχολούντο εκεί με καθήκοντα, σε θέσεις και υπό συνθήκες εργασίας, που δικαιολογούσαν την χορήγηση σ' αυτές του επιδόματος ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι εκ των εναγουσών (αναιρεσιβλήτων) η πρώτη και η δεύτερη δικαιούνται το "επίδομα φύλαξης παιδιών στο σπίτι" παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 3205/2003. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προτείνεται από το αναιρεσείον χωρίς έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αναιρέσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 13 (Επίδομα Θέσης Ευθύνης) του Ν. 3205/2003 ορίζει, ότι "Στους προϊσταμένους οργανικών μονάδων οποιουδήποτε επιπέδου καταβάλλεται, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντά τους, μηνιαίο Επίδομα Θέσης Ευθύνης, οριζόμενο, κατά βαθμίδα θέσης ...", στην προκείμενη περίπτωση δε, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς το αίτημά της, που αφορούσε την καταβολή στις ενάγουσες (αναιρεσίβλητες), του Επιδόματος Θέσης Ευθύνης του άρθρου 13 του Ν. 3205/2003.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναιρέσεως είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν πράγματι την κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα πλήττουν την κρίση του Εφετείου, ότι οι εκ των εναγουσών (αναιρεσιβλήτων) πρώτη και δεύτερη εδικαιούντο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το αιτούμενο "επίδομα φύλαξης παιδιών στο σπίτι", που ελάμβαναν (και) στην οργανική τους θέση στην Ε.ΥΔ.Α.Π., για το οποίο επίδομα και επιδικάσθηκαν στις παραπάνω ενάγουσες, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.

Κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.

Η θεσπιζόμενη με την παραπάνω διάταξη βραχυπρόθεσμη παραγραφή - ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος από τον χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων ( άρθρ. 250 παρ. 6 και 17 ΑΚ, 289 παρ. 1 ΚΙΝΔ) - είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας του νόμου έναντι των πολιτών, καθόσον η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την φύση των παραπάνω αξιώσεων και επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, ενόψει του ότι το Δημόσιο από την φύση του έχει ως αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών, οι οποίοι συμβάλλουν, με την καταβολή φόρων, στην περιουσία και οικονομική κατάστασή του.

Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετής παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού από αποδοχές και άλλες κάθε φύσεως απολαβές συνιστά παραβίαση, προεχόντως, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ότι, επομένως, οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή των επιδομάτων ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας και "φύλαξης παιδιών στο σπίτι" υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, η οποία δεν έχει συμπληρωθεί για οποιοδήποτε τμήμα των αξιώσεων αυτών, παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, και υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως, που είναι συνεπώς βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όσων έχουν προεκτεθεί και κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα τόσο κατά το μέρος της, που αφορά την παραδοχή του Εφετείου (μετά από εκτίμηση των αποδείξεων), ότι οι αναιρεσίβλητες εδικαιούντο και έπρεπε να λαμβάνουν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά το επίδικο από 10-2-2004 έως 30-6-2006 χρονικό διάστημα, το επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, όσο και κατά το μέρος της, που αφορά την κρίση του Εφετείου, ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή των επιδομάτων ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας και "φύλαξης παιδιών στο σπίτι" υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και όχι στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή τοιαύτη, με ό, τι συνεπάγεται τούτο.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της κατά τα αναιρούμενα μέρη, στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013.

Τέλος, οι αναιρεσίβλητες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία, όμως, θα επιδικασθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 (όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3388/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ