Legislator Case Law & Legislation
637/2013 AI generated

Supreme Court remands appeal case regarding privacy breach of personal data and public interest defense.

Case Number 637/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded the appeal case for retrial after finding the lower court failed to justify its rejection of the privacy claim. The plaintiffs alleged that defendants disclosed their health status and personal data without consent, while the defendant argued their actions served a public interest purpose. The Court ruled that the lower court did not sufficiently explain why the public interest outweighed the plaintiffs' rights or why the defendant's conduct constituted a personal data breach rather than a public expression.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2, 5, 23 of Law 2472/1997; Articles 57, 59, 71, 922, 926, 932, 932 of the Civil Code; Article 70 of the Code of Civil Procedure: A court must explicitly justify why a public interest defense overrides the protection of personal data and why specific conduct constitutes a breach of privacy rather than a legitimate public expression.

Keywords

AI generated
personal data protection public interest defense privacy breach health status disclosure civil procedure appeal retrial remand ethical damage compensation

Cited Legislation

AI generated
Articles 2, 5, 23 of Law 2472/1997
Articles 57, 59, 71, 922, 926, 932 of the Civil Code
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 637 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 637/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Αστικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Σ. του Κ., 3) Λ. Κ. του Φ., 4) Χ. Α. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Γάτσιου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2730/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 559/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/11/2011 αίτησή τους και τους από 10/7/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 8/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης με τους πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 559/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη, από 6-2-2007 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι, με την ιδιότητα που αναφέρει σ' αυτήν για τον καθένα, γνωστοποίησαν σε τρίτους προσωπικά του δεδομένα, χωρίς τη βούλησή του και ειδικότερα περιστατικά, που αφορούν την κατάσταση της υγείας του, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα, με συνέπεια να προσβάλλεται η προσωπικότητά του. Ζήτησε, στη συνέχεια, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 70.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την εν λόγω παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του. Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 2, 5, 23 του Ν. 2472/1997, 57, 59, 71, 922, 926, 932 Α.Κ και 70 Κ.Πολ.Δικ και περιέχει όλα τα κατά απαιτούμενο από το νόμο στοιχεία, για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως το Εφετείο, με το να δεχθεί τα ίδια και να απορρίψει (σιωπηρώς) τον σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων- εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, ορθά έκρινε και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς δε 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρώτος, πρόσθετος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εξεδόθη ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Στο άρθρο 2 ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) "β. "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων.

γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο, στ)..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Στο άρθρο 3 "1. οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν στο αρχείο. 2.

Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δε εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών". Στο άρθρο 4 ότι: "1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει:

α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ...

Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...". Στο άρθρο 5 ότι: "1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) ...

β) ... γ) ... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών ...".

Στο άρθρο 7Α§1ε "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή οι εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών στους πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος, και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη".

Στο άρθρο 11 ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. ... 3.

Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς ...". Στο άρθρο 12 ότι: "1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως ...".

Στο άρθρο 13 ότι: "1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν ...", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση, κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους ...". Στο άρθρο 15 ότι: "1. Συνιστάται Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά...".

Στο άρθρο 19 ότι: "1. Η αρχή έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες: α) ... β) ... γ) ... δ) ... ε) ... στ) ... ζ) ... η) ... θ) ... ι) εκδίδει κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση ειδικών, τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος ...". Στο άρθρο 23 ότι: "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση.

Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια.

Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη ...". Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύονται με βάση α) το σκοπό του ν. 2472/1997, συνιστάμενο στη διασφάλιση του φιλελεύθερου και δικαιοκρατικού χαρακτήρα της τεχνολογικής αναπτύξεως και στην προστασία του ατόμου από την πληροφορική και ψηφιακή τεχνολογία, η οποία παρέχει θεωρητικώς και πρακτικώς απεριόριστες δυνατότητες συσσωρεύσεως και συσχετισμού πληροφοριών για όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημοσίας ζωής του ανθρώπου, και επιτρέπει την παραγωγή, με βάση τις ιδιότητες του ως πολίτη, εργαζομένου, ασφαλισμένου, καταναλωτή κλπ, μιας ανάγλυφης εικόνας της προσωπικότητας του, η οποία τον καθιστά διαφανή και κατά τούτο ελέγξιμο αν όχι και χειραγωγήσιμο και β) υπό το φως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, συναγομένων επαγωγικώς εκ των επί μέρους εκδηλώσεων της ζωής, της επιστήμης και της τέχνης και χρησιμοποιουμένων προς εξειδίκευση της αορίστου νομικής εννοίας "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα".

Σε περίπτωση δε παραβιάσεως τους εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει:

α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1977 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ)αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη.

Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατ` ελάχιστο όριο, ποσό 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια (Α.Π. 174/2011, 476/2009).

Περαιτέρω, ως προς την έννοια του "προσωπικού δεδομένου", αυτή προσδιορίζεται από το νόμο, ως "κάθε πληροφορία, που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων". Από τη διάταξη αυτή , συνδυαζόμενη και με τις λοιπές του άρθρου 2 του Ν. 2472/1997, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι, για να εμπίπτει η "πληροφορία" αυτή στην έννοια του προσωπικού δεδομένου, θα πρέπει να συνδέεται άμεσα με το υποκείμενο και τις, προσωπικού χαρακτήρα, ιδιότητες ή εκδηλώσεις αυτού, οι οποίες δεν είναι επιδεκτικές δημοσιοποίησης (διάδοσης), εκτός εάν το ίδιο το "υποκείμενο" συγκατατεθεί σ' αυτό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του Ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας), "κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. 2.

Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεσή του η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές. 3. Το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου, ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.

Η αρμόδια διοικητική αρχή μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του δικαιώματος τούτου αν το έγγραφο αναφέρεται στις συζητήσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, ή αν η ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού είναι δυνατόν να δυσχεράνει ουσιωδώς την έρευνα δικαστικών, "διοικητικών", αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικώς με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παράβασης. 4.

Το δικαίωμα των παρ. 1 και 2 ασκείται : α) με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας, ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο. Η σχετική δαπάνη αναπαραγωγής βαρύνει τον αιτούντα, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Αν πρόκειται για πληροφορίες ιατρικού χαρακτήρα, αυτές γνωστοποιούνται στον αιτούντα με τη βοήθεια γιατρού, ο οποίος ορίζεται για το σκοπό αυτόν. 5.

Η άσκηση του κατά τις παρ. 1 και 2 δικαιώματος γίνεται με την επιφύλαξη της ύπαρξης τυχόν δικαιωμάτων πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας. "Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 περ.1 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου.

Ειδικότερα, υπάρχει παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα, όταν ο δικαστής : α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή, που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα, για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1 /1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εφεσίβλητος είχε απασχοληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα -δεν προέκυψε η έναρξή του- και μέχρι το έτος 1996 στο πρώτο εκκαλούν σωματείο, ως διευθυντικό στέλεχος και ειδικότερα ως διευθυντής ανάπτυξης και υποδιευθυντής.

Το έτος 1996 ο εφεσίβλητος αποχώρησε από την εργασία του λόγω διαφορών που είχε με τα τους δεύτερο και τρίτο των εκκαλούντων, μέλη του Διοικητικού συμβουλίου του πρώτου εκκαλούντος. Πριν την αποχώρηση αυτή, από το έτος 1995 μεταξύ του εφεσίβλητου αφ' ενός και του πρώτου εκκαλούντος σωματείου και των μελών της διοικήσεως του αφ ετέρου, είχε αρχίσει σφοδρή αντιδικία.

Μετά την άσκηση 26 αγωγών και την εγχείρηση 29 μηνύσεων μεταξύ των αντιδικούντων υπογράφηκε το από 22-12-2000 συμφωνητικό, με σκοπό τον τερματισμό της αντιδικίας. Αποδείχθηκε, όμως, ότι και μετά την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού ο εφεσίβλητος ασκώντας νόμιμα δικαιώματα ως πολίτης κατήγγειλε στις αρμόδιες υπηρεσίες (ΔΟΥ, Νομαρχίες, Υπουργεία κλπ.) την συμπεριφορά της εναγομένης, θεωρώντας αυτήν παράνομη και καλούσε τις υπηρεσίες αυτές να παρέμβουν.

Δεν αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο των καταγγελιών αυτών και τυχόν κυρώσεις που επεβλήθησαν στο πρώτο των εκκαλούντων. Συγκεκριμένα ο εφεσίβλητος κατήγγειλε την συμπεριφορά του πρώτου εκκαλούντος σωματείου με 1) Την από 28-1-2004 επιστολή του προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 2) την από 28-1-2004 αναφορά του στον επιθεωρητή της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Α' Αθήνας, 3) την από 31-5-2004 καταγγελία του στην Δ' Οικονομική Εφορία Αθηνών, 4) την από 2-7-2004 καταγγελία του προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 5) τις από 16-7-2004 και 5-11-2004 καταγγελίες του στο ΙΚΑ, 6) την από 2-12-2004 στον Διευθυντή Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Α' Αθήνας, 7) την από 8-12-2004 καταγγελία του στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 8) την από 28-2-2005 αναφορά του στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 9) την από 2-3-2005 καταγγελία του προς τον Επιθεωρητή της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, 10) το από 7-3-2005 έγγραφο του προς στο Υπουργείο Παιδείας, 11) την από 8-3-2005 καταγγελία του στην Διεύθυνση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, 12) την από 12-5-2005 επιστολή του στο Υπουργείο Ανάπτυξης, 13) τις από 16/5, 30/6, 29/9 και 7/10/2005 επιστολές του προς την Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 14) την από 29-11-2005 επιστολή του προς το Υπουργείο Οικονομικών, 15) το από 8-3-2006 έγγραφο του εφεσίβλητου προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 16) την από 20-3-2006 επιστολή του εφεσίβλητου προς την Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 17) την από 7-4-2006 αίτηση του εφεσίβλητου προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, 18) την από 18-5-2006 επιστολή του εφεσίβλητου προς τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 19) την από 8-5-2006 επιστολή του στον Προϊστάμενο του 6ου Γραφείου της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Α' Αθηνών, 20) την από 16-3-2005 καταγγελία προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 21) την από 14-11-2005 αναφορά του/ εφεσίβλητου προς την Νομαρχία Αθηνών, 22) την από 14-11-2005 επιστολή του εφεσίβλητου προς την Δ' Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, 23) την από 12-5-2005 επιστολή του εφεσίβλητου προς το Ι.Κ.Α. με τον τίτλο "Συνέχεια καταγγελιών μου", 24) την από 31-7-2006 αναφορά του εφεσίβλητου προς την Υποδιευθύντρια του ΙΚΑ, υποκατάστημα Πλατείας Συντάγματος, 25) την από 8-9-2006 αναφορά του εφεσίβλητου προς το Υπουργείο Ανάπτυξης-Δ/νση Προστασίας Καταναλωτή, 26) την από 25-9-2006 "Εξώδικη Πρόσκληση προς Συμμόρφωση" του εφεσίβλητου προς το πρώτο εκκαλούν, 27) τις από 24-5-2006 και 14-6-2006 επιστολές του εφεσίβλητου προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου εκκαλούντος.

Αποδείχθηκε στην συνέχεια ότι οι τρεις πρώτοι των εκκαλούντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου άσκησαν αίτηση προσωρινής ρύθμισης καταστάσεως, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να παραλείπει στο μέλλον προσβλητικές της προσωπικότητος τους ενέργειες. Η αίτηση αυτή συζητήθηκε την 30-10-2006, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 8892/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Για την υποστήριξη της αίτησης τους αυτής κατά την συζήτηση της οι εκκαλούντες προσκόμισαν την από 27-10-2006 έκθεση που είχε συντάξει και υπογράψει τη τέταρτη εκκαλούσα, η οποία στο έγγραφο αναφερόταν ως "Δρ. Χ. Α. Επ. Καθ. Πανεπιστημίου Αθηνών Ψυχολόγος-Κοινωνιολόγος". Η έκθεση αυτή έφερε τον τίτλο "Ψυχομετρική Πραγματογνωμοσύνη" και είχε ως εξής "Το σωματείο με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση", που εδρεύει στην ...

επί της οδού ... μου ανέθεσε να πραγματοποιήσω μία εξειδικευμένη ψυχομετρική έρευνα, που αφορά την προσωπικότητα και τα συναισθήματα, από τα οποία διακατέχεται ο κ. Κ. Κ., κάτοικος ... επί της οδού ... . Για τον σκοπό αυτό μου προσκόμισαν 42 έγγραφα τα οποία αφορούσαν καταγγελίες, μηνύσεις, αναφορές, διεκδικήσεις, αγωγές κατά του Σωματείου με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση" και των νομίμων εκπροσώπων του.

Ύστερα από την εξέταση όλων αυτών των καταγγελτικών στοιχείων του κ. Κ. αναδύεται, μια ψυχοπαθολογική προσωπικότητα με τάσεις εμμονής και αντιφατικές συμπεριφορές. Ενώ, σε πρώτο στάδιο, το Σωματείο με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση" ικανοποίησε τα χρηματικά του αιτήματα στο ακέραιο, όπως φαίνεται και από τα σχετικά έγγραφα, ο κ.

Κ. επανήλθε με συνεχείς διεκδικήσεις οι οποίες αποσκοπούν σε πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση. Αυτή η συμπεριφορά συνθέτει εκβιαστική τάση μιας προσωπικότητας η οποία παραμένει συνεχώς ανικανοποίητη. Είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από τις ενέργειες του κ. Κ., να εμφορείται από ιδέες καταστροφής και δίωξης κατά του Σωματείου με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση" και των νομίμων εκπροσώπων του".

Στην ανωτέρω έκθεση, που η τέταρτη εκκαλούσα, ψυχολόγος το επάγγελμα, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών περιγράφει ως Ψυχομετρική Πραγματογνωμοσύνη, σαφώς γίνεται αναφορά σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εφεσίβλητου όπως είναι οι πληροφορίες για την δραστηριότητα αυτού ως πολίτου και την συμπεριφορά του μέσα στο κοινωνικό σύνολο σε σχέση με τις δημόσιες υπηρεσίες και τις πληροφορίες που έδιδε σ' αυτές ή τις καταγγελίες που έκαμε σ' αυτές.

Τα δεδομένα αυτά οι τρεις εκκαλούντες συνέλεξαν από διάφορες υπηρεσίες και στην συνέχεια η τέταρτη εκκαλούσα συσχέτισε και συνδύασε τα προσωπικά αυτά δεδομένα του εφεσίβλητου και μάλιστα με βάση την συσχέτιση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα που ανέφερε ότι δηλαδή ο εφεσίβλητος είναι ψυχοπαθολογική προσωπικότητα με τάσεις εμμονής και αντιφατικές συμπεριφορές.

Κατέληξε δηλαδή σε συμπέρασμα που αφορούσε επίσης δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα του εφεσίβλητου, που αφορούσε την ψυχική του υγεία, που χαρακτηρίζεται όχι μόνον ως δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα αλλά ως "ευαίσθητο δεδομένο" (άρθρο 2 παρ.β του Ν. 2472/1997). Την παραπάνω επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του εφεσίβλητου οι εκκαλούντες, χωρίς την συγκατάθεση του εφεσίβλητος και χωρίς να είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του συμφέροντος τους ανακοίνωσαν στο Δικαστήριο κατά την συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.

Στους εκκαλούντες υπήρχε η δυνατότητα και με άλλα αποδεικτικά μέσα να υποστηρίξουν την αίτηση τους ενώ το συμφέρον τους την υποστήριξη του οποίου ήθελαν, ουδόλως υπερείχε του συμφέροντος του εφεσίβλητου. Κατά συνέπεια συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της παραβάσεως των άρθρων 4 και 5 του Ν. 2472/1997 και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες στην έφεση και στους πρόσθετους λόγους έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα.

Από την επεξεργασία αυτή των προσωπικών του δεδομένων ο εφεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη και οι εκκαλούντες εγνώριζαν ότι η ανακοίνωση και η επεξεργασία αυτή των προσωπικών δεδομένων του εφεσίβλητου προκαλεί ηθική βλάβη στον εφεσίβλητο. Περαιτέρω ενόψει των συνθηκών που έγινε η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του εφεσίβλητου από τους εκκαλούντες και του όντως μεγάλου αριθμού των καταγγελτικών πράξεων του εφεσίβλητου οι οποίες, δεν αποδεικνύονται ουσία βάσιμες του βαθμού πταίσματος των εκκαλούντων της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται στον εφεσίβλητο (ενάγοντα) ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) Ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο εφεσίβλητος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, κρίνοντας το Εφετείο ότι οι ήδη αναιρεσείοντες παρεβίασαν, σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, τις διατάξεις του Ν. 2472/1997, περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έσφαλε, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια καθώς και σ' αυτήν του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 2472/1997, αφού α) δέχεται ότι τα έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες έθεσαν υπόψη της ως άνω πραγματογνώμονος, αφορούσαν καταγγελίες, μηνύσεις και αγωγές του αναιρεσίβλητου σε βάρος των αναιρεσειόντων, για πράξεις τους, που κατ' αυτόν ήταν παράνομες και καταλογιστές.

Δηλαδή στα εν λόγω έγγραφα, που εμπίπτουν στην έννοια των διοικητικών εγγράφων του άρθρου 5 του Ν. 2690/1999, περί Κώδικα Διοικητικής διαδικασίας, αποδίδονται στους αναιρεσείοντες πράξεις και συμπεριφορές, που αφορούν σε προσωπικά δεδομένα τους και τα οποία (έγγραφα), προδήλως, περιήλθαν νόμιμα σ' αυτούς (δεν υποστηρίζεται το αντίθετο), εφόσον τους αφορούσαν.

Περαιτέρω, δέχεται το εφετείο, ότι η γνωστοποίηση των καταγγελιών αυτών, που έγιναν από τον αναιρεσίβλητο σε βάρος των αναιρεσειόντων, συνιστά παράβαση του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, γιατί αναφέρεται στη δραστηριότητά του και στη συμπεριφορά του, ως πολίτη. Όμως η δραστηριότητά του αυτή αφορούσε, πρωτίστως σε προσωπικά δεδομένα των αναιρεσειόντων, όπως αναφέρθηκε, που περιλαμβάνονταν στις εν λόγω καταγγελίες, αγωγές κ.λπ., οι δε ενέργειες αυτές του αναιρεσίβλητου έλαβαν χώρα στα πλαίσια της δράσης του, ως πολίτη, αφού οι καταγγελίες του αυτές απευθύνονταν σε δημόσιες υπηρεσίες.

Δεν αιτιολογείται , όμως, γιατί αυτή η δημόσια δράση του αναιρεσιβλήτου, αποτελεί προσωπικό του δεδομένο, με την ανωτέρω έννοια, ήτοι "δεδομένο", που δεν είναι επιδεκτικό δημοσιοποίησης, εφόσον η δραστηριότητά του αυτή σχετίζεται, όπως αναφέρεται, με την δημόσια δράση του, ως πολίτη, β) δέχεται, το δικαστήριο, ότι η ενέργειά τους αυτή (των αναιρεσειόντων) έγινε προς υποστήριξη εννόμου συμφέροντός τους και συγκεκριμένα αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, που υπέβαλαν εναντίον του αναιρεσιβλήτου, σχετική με την ως άνω συμπεριφορά του εναντίον τους, προσβλητική, κατ' αυτούς, της προσωπικότητάς τους και, τέλος, ότι, το έννομο αυτό συμφέρον τους "ουδόλως υπερείχε του συμφέροντος του εφεσιβλήτου".

Όμως δεν αιτιολογείται, περαιτέρω, ποια είναι αυτά τα "αντικρουόμενα συμφέροντα", ώστε να καταστεί δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικά αν το δικαστήριο ορθά οδηγήθηκε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι το συμφέρον των αναιρεσειόντων "ουδόλως υπερέχει του συμφέροντος εφεσιβλήτου" (και ήδη αναιρεσιβλήτου) ούτε εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η υπεροχή αυτή του εννόμου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου.

Τέλος, αναφέρεται στην απόφαση ότι η 4η από τους ήδη αναιρεσείοντες, παρεβίασε προσωπικό δεδομένο του αναιρεσιβλήτου και μάλιστα "ευαίσθητο", με το συμπέρασμά της που, ως ειδική και στα πλαίσια που προβλέπονται από το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ. (γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις) εξέφρασε, σχετικά με την ψυχική υγεία του αναιρεσιβλήτου.

Όμως δεν αιτιολογείται, γιατί η (επιστημονική) αυτή κρίση, που εξήχθη, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, που τέθηκαν υπόψη της, μπορεί να θεωρηθεί ως "προσωπικό δεδομένο", ήτοι ότι αποτελεί ιδιότητα ή εκδήλωση του αναιρεσιβλήτου, που γνώριζε αυτή και την κοινοποίησε σε τρίτους, αν δηλαδή αποτελεί "πληροφορία", κατά την έννοια του νόμου και όχι απλή έκφραση γνώμης, περί αυτού (αναιρεσιβλήτου).

Συνεπώς και κατά παραδοχή της ένδικης αίτησης, με την οποία και με το σύνολο των λοιπών, κυρίων και προσθέτων λόγων της αποδίδονται από τους αναιρεσείοντες αναιρετικές πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 559/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ