Legislator Case Law & Legislation
637/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds and upholds appellate court's factual assessment of loan amount.

Case Number 637/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment regarding a civil dispute over a loan and property transfer. The appellant argued the lower court ignored specific letters acknowledging a larger debt, but the court found the appellate court correctly evaluated all evidence, including witness testimonies and bank drafts totaling $61,891.18. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(11γ) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision is based on a proper evaluation of all available evidence, and the appellant fails to demonstrate a violation of the principle of free evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility free evaluation of evidence loan amount assessment appellate court review legal costs award civil procedure code evidence sufficiency

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 637 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 637/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μηχιώτη.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου από την Ε. χα Κ. Κ., κατοίκου ομοίως, η οποία με την από 12.10.2011 προσωρινή διαταγή της Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών διορίσθηκε προσωρινή δικαστική συμπαραστάτριά του και παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Κοκκαλιάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Απριλίου 1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 471/1992, 3224/2000 προδικαστικές, 2085/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4506/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3.11.2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2011 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4506/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4506/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν τόσο την από 25.8.2006 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας όσο και την από 9.11.2006 αντίθετη έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των υπ' αριθ. 3224/2000 εν μέρει οριστικής και 2085/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την πρώτη των οποίων, αφού ανακλήθηκε η προεκδοθείσα υπ' αριθ. 471/1992 πράξη του ίδιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει νόμιμη την κύρια βάση της από 10.4.1991 αγωγής της αναιρεσείουσας και είχε τάξει σ' αυτή θέματα απόδειξης ως προς την αγωγική αυτή βάση από τη σύμβαση εντολής, απορρίφθηκε ακολούθως ως μη νόμιμη η εν λόγω αγωγική βάση, όπως και η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τάχθηκαν σ' αυτή θέματα απόδειξης ως προς την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής της από τη σύμβαση δανείου, ενώ με την δεύτερη των ως άνω αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή στην ουσία της η ένδικη αγωγή κατά τη βάση της από τη σύμβαση δανείου και αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει νομιμοτόκως στην αντίδικό του το ποσό των 37.618 ευρώ, που αυτή τμηματικά του δάνεισε μεταξύ των ετών 1973 και 1981. 2.

Από τη διάταξη του άρθρ. 713 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρ. 211§1 ΑΚ, που ορίζει ότι η δήλωση βουλήσεως από τον αντιπρόσωπο στο όνομα του αντιπροσωπευομένου μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του, προκύπτει ότι η σύμβαση της εντολής αφορά τις εσωτερικές σχέσεις των συμβαλλομένων, ενώ η πληρεξουσιότητα, που είναι κατά το άρθρ. 216 ΑΚ η δικαιοπραξία με την οποία παρέχεται η εξουσία αντιπροσώπευσης, αναπτύσσει εξωτερική δράση.

Για το λόγο αυτό και προκειμένου να μην δημιουργούνται αμφισβητήσεις ως προς την ύπαρξη πληρεξουσιότητας αναφορικά με δικαιοπραξίες τις οποίες ο νόμος θεωρεί ιδιαίτερης σημασίας και απαιτεί για το κύρος τους την τήρηση τύπου, ορίζει η διάταξη του άρθρ. 217§2 ΑΚ ότι εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση παροχής πληρεξουσιότητας υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για την δικαιοπραξία την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα.

Παρέπεται ότι η εντολή δεν εκτοπίζει ούτε καθιστά περιττή την πληρεξουσιότητα, όμως σε αντίθεση μ' αυτή δίνεται άτυπα, ακόμη και αν αφορά την αγορά ακινήτου από τον εντολοδόχο στο όνομα ή για λογαριασμό του εντολέα, αφού δεν υπάρχει στο νόμο αντίστοιχη πρόβλεψη μ' αυτή του άρθρ. 217§2 ΑΚ (ΟλΑΠ 104/1975, ΑΠ 1082/ 1976, 328/2009, 1025/2009).

Ορίζεται βέβαια στο άρθρ. 369 ΑΚ, ότι συμβάσεις που έχουν αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπράγματων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, όμως η διάταξη αυτή αφορά τον τύπο αυτής καθ' αυτής της αντίστοιχης σύμβασης, η οποία διακρίνεται σαφώς από την εντολή για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης στο όνομα ή για λογαριασμό του εντολοδόχου.

Διακρίνεται επίσης η σύμβαση της εντολής από τη σύμβαση με την οποία ο εντολοδόχος, που αγόρασε στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, ακίνητο, ενεργώντας δηλαδή ως έμμεσος αντιπρόσωπός του, μεταβιβάζει σ' αυτόν το ακίνητο που αγόρασε, εκπληρώνοντας τη σχετική υποχρέωσή του από το άρθρ. 719 ΑΚ. Η σύμβαση αυτή, σε αντίθεση και πάλι με τη σύμβαση της εντολής, υπόκειται κατά το άρθρ. 369 ΑΚ στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σε περίπτωση δε που ο εντολοδόχος αρνηθεί να εκπληρώσει τη σχετική υποχρέωσή του εξαναγκάζεται με την καταδίκη του σε αντίστοιχη δήλωση βουλήσεως κατόπιν αγωγής του εντολέα κατά το άρθρ. 949 ΚΠολΔ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σ' αυτή η αναιρεσείουσα εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι συμφώνησε το έτος 1973 με τον αναιρεσίβλητο να τον χρηματοδοτήσει στην ανέγερση πολυώροφης οικοδομής σε οικόπεδό του και ότι η συμφωνία που έγινε και η εντολή που του δόθηκε ήταν να επιμελείτο αυτός της ανέγερσης της οικοδομής με τη δική της χρηματοδότηση κατά το ήμισυ της απαιτούμενης δαπάνης, ενώ το υπόλοιπο της δαπάνης θα κάλυπτε ο ίδιος με δικά του χρήματα, ο οποίος και ανέλαβε την υποχρέωση να της μεταβιβάσει την όλη οικοδομή κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε αντάλλαγμα της χρηματοδότησής της, που ανήλθε σε 200.000 δολλάρια Η.Π.Α., χωρίς όμως και να εκπληρώσει την υποχρέωσή του αυτή, μολονότι η οικοδομή αποπερατώθηκε από το έτος 1979.

Με την υπ' αριθ. 3224/ 2000 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι "η μνημονευόμενη στο δικόγραφο "εντολή" δεν συνδέεται ουσιωδώς προς το περιεχόμενο και τα κύρια αιτήματα της αγωγής, γίνεται δε επίκληση αυτής εμφανώς άνευ νομικής ανάγκης, για να δικαιολογηθεί η επίσης προκύπτουσα από το δικόγραφο έλλειψη τηρήσεως του επιβαλλόμενου από τη φύση της σχέσεως τύπου, ήτοι προς καταστρατήγηση του νόμου" και ότι "εν όψει του ιστορικού της αγωγής τα κύρια αιτήματά της (δηλαδή η αναγνώριση υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου αφενός μεν να προβεί σε δήλωση βουλήσεως σχετικά με τη μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα της κυριότητας της επίδικης οικοδομής κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και αφετέρου να της καταβάλει ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη της το ποσό των 20.703.150 δραχμών) δεν ερείδονται στην αθέτηση της ετεροβαρούς συμβάσεως της εντολής, αλλά στην αθέτηση ανταλλακτικής συμβάσεως φύσεως ανωνύμου συναλλάγματος, η οποία (σύμβαση), όμως, ως εκ του αντικειμένου της ανάγεται στην μετάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου δια προσυμφωνίας, υποκειμένη, κατά τα άρθρ. 158, 166, 361, 369 ΑΚ, στον νόμιμο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου".

Με βάση την εκτίμηση αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση είναι, ελλείψει τηρήσεως του συμβολαιογραφικού τύπου, αυτοδικαίως απολύτως άκυρη κατά τους ορισμούς των άρθρ. 3, 159§1 και 174 ΑΚ, δεν επάγεται, λογιζόμενη κατ' άρθρ. 180 ΑΚ ως μη γενόμενη, τα έννομα αποτελέσματά της, ούτε εντεύθεν γεννάται αξίωση από την αθέτησή της".

Συνεπώς, έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της και την απέρριψε ως προς τη βάση αυτή και τα συναφή κύρια αιτήματά της. Ακολούθως το Εφετείο έκρινε μεν με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, αντίθετα όμως με όσα παραπάνω δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 3224/ 2000 απόφασή του, το Εφετείο θεώρησε ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της στηριζόταν στη μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα χωρίς την τήρηση τύπου σύμβαση εντολής και ότι δεν ήταν νόμιμη, "καθόσον έπρεπε να έχει τηρηθεί ο συμβολαιογραφικός τύπος, γι' αυτό και η αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση είναι αυτοδικαίως άκυρη και λογίζεται ως μη γενόμενη, με συνέπεια να μη γεννάται αξίωση από την αθέτησή της".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ναι μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 713 ΑΚ αξιώνοντας την τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου για το κύρος της σύμβασης εντολής, που δέχθηκε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, όμως ορθά τελικώς έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτέα την ένδικη αγωγή κατά την αντίστοιχη κύρια βάση της και τα συναφή αιτήματά της, αφού κατ' ορθή εκτίμηση της αγωγής αυτής η αναφερόμενη σ' αυτή σύμβαση εντολής είχε περιορισμένο αντικείμενο, δηλαδή στο πλαίσιο της συμφωνίας των διαδίκων για την ανέγερση με τη χρηματοδότηση και της αναιρεσείουσας πολυώροφης οικοδομής σε οικόπεδο του αναιρεσιβλήτου, στη Γλυφάδα Αττικής, η μόνη εντολή που δόθηκε σ' αυτόν ήταν να επιμεληθεί της ανέγερσης της οικοδομής, ενώ κατά τα λοιπά η εντολή δεν αφορούσε την ανάληψη υποχρέωσης από τον ίδιο για μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα της όλης οικοδομής κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε αντάλλαγμα της χρηματοδότησής της, αλλά η υποχρέωση αυτή υπήρξε αντικείμενο της σχετικής συμφωνίας τους, η οποία, επειδή ακριβώς δεν περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, μολονότι πρόκειται στην ουσία για προσύμβαση μεταβίβασης ποσοστών κυριότητας σε ακίνητο, είναι άκυρη κατά τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρ. 3, 158, 159§1, 166, 174, 180, 361 και 369 ΑΚ.

Επομένως το Εφετείο, εφόσον κατέληξε, έστω και με μερικώς εσφαλμένη αιτιολογία, σε ορθό τελικώς διατακτικό, κρίνοντας απορριπτέα ως μη νόμιμη την κύρια βάση της ένδικης αγωγής και τα συναφή μ' αυτή αιτήματα, πρέπει με εφαρμογή του άρθρ. 578 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος, με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρ. 713 και 719 ΑΚ, δηλαδή για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν δέχθηκε την εφαρμογή του άρθρ. 719 ΚΠολΔ στη σύμβαση εντολής των διαδίκων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απέρριψε ως μη νόμιμη, για όλες ή για κάποια από τις περισσότερες βάσεις, όπως εν προκειμένω, την αγωγή, αλλά ερεύνησε πράγματι την ουσία της υπόθεσης ως προς την κρίσιμη αγωγική βάση και διατύπωσε σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, που όμως εμφανίζει ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού του συλλογισμού (ΟλΑΠ 44/1990, 3/1997, ΑΠ 451/1996, 159/2004).

3. Από τις διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1429/1997).

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις ) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986, 1011/1994).

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072/2005).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά την ουσιαστική έρευνα της πρώτης επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής από τη σύμβαση δανείου των διαδίκων δεν έλαβε υπόψη τις από 7.5.1987, 3.1.1988 και 30.12.1988 τρείς επιστολές του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα, τις οποίες με επίκληση στις προτάσεις της, αλλά και στο δικόγραφο της έφεσής της, προσκόμισε αυτή σε πρώτο και δεύτερο βαθμό προς απόδειξη του κρίσιμου ισχυρισμού της, που συγκροτεί και την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής της, δηλαδή ότι δάνεισε τμηματικά στον αντίδικό της κατά τη διάρκεια των ετών 1973 έως και 1981 το συνολικό ποσό των 200.000 δολλαρίων Η.Π.Α.

και όχι μόνο το ποσό των 68.891,18 δολλαρίων Η.Π.Α., το οποίο, αγνοώντας τις παραπάνω επιστολές, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο επικύρωσε την υπ' αριθ. 2085/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει στην ουσία της την πρώτη επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, λαμβάνοντας, όπως και αυτό, υπόψη τόσο τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή και περιέχονται στις υπ' αριθ. 471/1992 και 30/2002 εκθέσεις του, όσο και το σύνολο των νομίμως προσκομισθέντων και επικληθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, συνεπώς και τις ως άνω επιστολές, όπως ρητά βεβαιώνεται στην απόφαση του Εφετείου και επαληθεύεται από το όλο περιεχόμενό της, σύμφωνα με το οποίο το ύψος του δανείου, που τμηματικά χορήγησε η αναιρεσείουσα στον αντίδικό της, είναι αυτό που προκύπτει από τις αντίστοιχες τραπεζικές επιταγές της προς αυτόν και συμποσούται σε 61.891,18 δολλάρια Η.Π.Α., πλέον 7.000 δολλαρίων Η.Π.Α.

που κατέβαλε για λογαριασμό του στον Κ. Κ., ενώ αντίθετα δεν αποδείχθηκαν, κατά την απόφαση, περαιτέρω καταβολές της προς αυτόν συνολικού ποσού 200.000 δολλαρίων Η.Π.Α. Η παραδοχή αυτή του Εφετείου, έτσι διατυπωμένη και σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες παραδοχές της ως άνω πρωτόδικης οριστικής απόφασης, στις οποίες η εφετειακή απόφαση ρητά παραπέμπει, παρέχει πράγματι την βεβαιότητα ότι η κρίση του Εφετείου στηρίζεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, επομένως και των ως άνω επιστολών του αναιρεσιβλήτου, με τις οποίες, όπως ειδικότερα συνάγεται από την πρωτόδικη οριστική απόφαση, αυτός αναγνωρίζει μεν έμμεσα την ύπαρξη οφειλής του προς την αναιρεσείουσα από δάνειο, όχι όμως και το ύψος του δανείου.

Το γεγονός ότι με τις επιστολές αυτές ο αναιρεσίβλητος κάλεσε την αναιρεσείουσα να της μεταβιβάσει κατά το ήμισυ την οικοδομή που χρησιμοποιώντας και τα δικά της χρήματα κατασκεύασε, δεν σημαίνει, όπως αυτή υποστηρίζει, ότι το ύψος του δανείου ήταν οπωσδήποτε ανώτερο από αυτό των 68.891,18 δολλαρίων Η.Π.Α.

που δέχθηκε η εφετειακή απόφαση και ότι συνεπώς παραλείποντας η απόφαση αυτή να υπολογίσει την αξία της οικοδομής και να αντιστοιχίσει προς αυτή το ύψος του δανείου αγνόησε στην πραγματικότητα τις παραπάνω επιστολές του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επίσης δεν προσδιόρισε στις επιστολές αυτές την αξία της οικοδομής.

Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.11.2008 αίτηση της Κ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4506/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε δε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ