Legislator Case Law & Legislation
637/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract law grounds regarding risk allocation in a financial lease agreement.

Case Number 637/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 'Processing Paper Standard' against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court held that the lessor bore the risk of equipment destruction under a financial lease, meaning the lessee was not liable for the loss. The court found the appeal arguments regarding the agent's negligence in securing insurance were irrelevant because the lessee, not the lessor, ultimately bore the risk of accidental damage.

Legislator headnote

AI generated

Articles 713, 714, 719 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: In a financial lease, the lessor bears the risk of accidental loss or damage to the leased item, rendering claims against the lessee for such losses inadmissible.

Keywords

AI generated
financial lease risk accidental damage liability lessor obligation insurance negligence contractual risk allocation Code of Civil Procedure Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 713, 714, 719 of the Civil Code
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 36/1988
Supreme Court 1186/2009
Supreme Court 1126/2009
Supreme Court 236/2009
Supreme Court 12/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 637 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός Απόφασης 637/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης, που φέρει την επωνυμία "ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΧΑΡΤΟΥ STANDARD ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", έχει έδρα στο Περιστέρι Αττικής, στεγάζεται προσωρινά στην Αρτέμιδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κωστόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΛΗΖΙΝΓΚ Ανώνυμη Εταιρεία Χρηματοδοτικών Μισθώσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μπουγιούκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουνίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1654/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3333/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 15 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα και έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου. Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με πιθανότητα προσδοκώμενο, κέρδος, που ματαιώθηκε (ΑΠ 536/2004).

Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 914 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων του εντολοδόχου προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/2003).

Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας, που επήλθε στον εντολέα. Αν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του εντολέα (ΑΠ 118/02, 1471/98).

Τέλος, αδικοπρακτική ευθύνη, κατά τα άρθρα 914 επ. του ΑΚ, γεννιέται, όταν το ζημιογόνο γεγονός είναι ανεξάρτητο από προηγούμενη υποχρέωση και μπορεί να προέλθει από οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος με παράνομη πράξη ή παράλειψή του, προσβάλλει απόλυτο δικαίωμα του προσώπου, που ζημιώθηκε. Αν, αντίθετα, η πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε τη ζημία δεν είναι καθεαυτή παράνομη, αλλά συνιστά αθέτηση υποχρέωσης, που είχε ήδη αναληφθεί, δεν υπάρχει αδικοπρακτική, αλλά ενδοσυμβατική ευθύνη, συνισταμένη στο διαφέρον, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αθέτηση (υπερημερία, αδυναμία, θετική προσβολή κλπ).

Επομένως, αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ' αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 του ΑΚ, και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κλπ), οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 1600/2002, ΑΠ 1695/1999).

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, το οποίο προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.ΑΠ 1/1999).

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η αοριστία, ποσοτική ή ποιoτική, της αγωγής (Ολομ.ΑΠ 1573/1981).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε: α) ότι με την εναγομένη εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης κατήρτισε την από 16-6-1995 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, δυνάμει της οποίας μίσθωσε από την εναγομένη τα μηχανήματα, που αναφέρονται αναλυτικώς στα δύο παραρτήματα της εν λόγω σύμβασης και στην αγωγή, για πέντε έτη, β) ότι με τον όρο 14 της ως άνω σύμβασης ανέλαβε την υποχρέωση να διατηρεί ασφαλισμένο τον πιο πάνω εξοπλισμό της επιχείρησής της πλήρως και για κάθε κίνδυνο σε ασφαλιστική εταιρία, πλην όμως, δυνάμει συμβάσεως εντολής, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, χορήγησε στην εναγομένη την εντολή και αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να ασφαλίσει, με δική της αποκλειστικά επιμέλεια, τα ως άνω μισθωθέντα μηχανήματα στην ασφαλιστική εταιρία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχετικό όρο της χρηματοδοτικής μίσθωσης, για το ποσό των 50 εκατομμυρίων δραχμών, με την επί πλέον συμφωνία, ότι σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, η εναγομένη θα είχε υποχρέωση αντικατάστασης του εξοπλισμού της επιχείρησής της, γ) ότι η εναγομένη προέβη, πράγματι, στην ασφάλιση των εν λόγω μηχανημάτων στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρία, πλην όμως, κατά παράβαση της εντολής, παρέλειψε να ασφαλίσει αυτά και για την περίπτωση σεισμού, με αποτέλεσμα, όταν τα ως άνω μηχανήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς κατά το σεισμό της 7-9-1999, να μην εισπράξει σχετική ασφαλιστική αποζημίωση και να μη μπορέσει, να αντικαταστήσει τα καταστραφέντα μηχανήματα, δ) ότι η παράλειψη της ασφάλισης του εξοπλισμού και για την περίπτωση σεισμού οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης - εντολοδόχου και συγκεκριμένα σε πλημμελή εκτέλεση της εντολής, κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, λόγω βαριάς αμέλειας των αρμοδίων οργάνων αυτής, η οποία είχε ως συνέπεια, κατά τα ανωτέρω, την αδυναμία αντικατάστασης του μισθωμένου εξοπλισμού και, συνακόλουθα, την αδυναμία συνέχισης της εμπορικής δραστηριότητας της επιχείρησής της, γεγονός, που προκάλεσε σ' αυτή τις παρακάτω θετικές και αποθετικές ζημίες και συγκεκριμένα 1) ζημιώθηκε κατά το ποσό των 128.252,72 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία του μισθωμένου εξοπλισμού, ο οποίος, αφού προηγουμένως θα είχε αντικατασταθεί μετά την είσπραξη του ασφαλίσματος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε μεσολαβήσει η αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, θα περιερχόταν τελικά στην κυριότητά της, 2) το ποσό των 176.082 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε διαφυγόντα κέρδη της επιχείρησης της, τα οποία με βεβαιότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε κατά το χρονικό διάστημα 1009-2004, 3) το ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο θα ελάμβανε ως κρατική επιδότηση και το οποίο, όμως, απώλεσε, λόγω αδυναμίας της να συνεχίσει την εμπορική της δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να μην πληροί τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στον αναπτυξιακό νόμο 2789/2000 για τους σεισμόπληκτους και 4) το ποσό των 132.267 ευρώ, λόγω απώλειας της υπεραξίας της επιχείρησής της (φήμης, αέρα, πελατείας), η οποία κατά τον χρόνο της καταστροφής του εξοπλισμού ανερχόταν στο ως άνω ποσό.

Ζήτησε δε,η ενάγουσα, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της, να αναγνωριστεί, ότι η εναγομένη της οφείλει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 636.601 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι, ως προς τα υπ' αριθμ. 1 και 2 αιτήματά της, πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 4 του Ν. 1665/1986, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 11 παρ. 1-6 του Ν. 2367/1995, καθώς και σε αυτές των άρθρων 713, 714, 361, 330, 297, 298, 345, 346 ΑΚ.

Όμως, ως προς τα υπ' αριθμ. 3 και 4 αιτήματα η αγωγή είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα, δεδομένου ότι α) ως προς το τρίτο αίτημα (απώλεια κρατικής επιδότησης) η ενάγουσα δεν προσδιορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο ν. 2789/2000 για τους σεισμόπληκτους, το ύψος των εν λόγω επιδοτήσεων, καθώς και συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται, ότι η επιχείρηση της ενάγουσας, αν είχε αντικατασταθεί ο καταστραφείς εξοπλισμός, θα πληρούσε τις σχετικές προϋποθέσεις και θα ελάμβανε ως επιδότηση το συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ και β) ως προς το τέταρτο αίτημα δεν αναφέρονται το συνολικό κόστος επένδυσης της συγκεκριμένης επιχείρησης, ο αριθμός του απασχολούμενου σε αυτή προσωπικού, η συνολική διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης, η θέση, που κατείχε αυτή στην αγορά από απόψεως πωλήσεων, εμπιστοσύνης του κοινού κλπ, το πελατολόγιο αυτής, καθώς και το ύψος των παραγομένων προϊόντων και πωλήσεων κλπ, η αναφορά δε των συγκεκριμένων περιστατικών είναι απαραίτητη για να μπορέσει η εναγομένη να αμυνθεί, αλλά και το δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της ένδικης διαφοράς.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού νόμου και δεν παραβίασε αυτές των άρθρων 200 και 288 Α.Κ. ενώ δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι:Η ενάγουσα εταιρία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τις γραφικές τέχνες και τα προϊόντα χάρτου.

Το Μάιο 1995 έλαβε προσφορά του γερμανικού οίκου "Grafish System GMBH" για την αγορά εξοπλισμού κατάλληλου για τις ανάγκες της επιχείρησής της. Κατόπιν αυτού και ενόψει του ότι συνεργαζόταν από ετών με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, απευθύνθηκε στην εναγομένη εταιρία ΛΗΖΙΝΓΚ για τη σύναψη συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Πράγματι, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε η από 16-6-1995 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα μίσθωσε από την εναγομένη τον κινητό εξοπλισμό, που περιγράφεται στα δύο παραρτήματα της εν λόγω σύμβασης και ειδικότερα: α) με το υπ' αριθμ. 95- 239/5-10-1995 παράρτημα της συμβάσεως μίσθωσε ένα καινούργιο κοπτικό μηχάνημα μηχανογραφικού χάρτου, ένα καινούργιο τυπωτικό μηχάνημα OFFSET μηχανογραφικού χάρτου και ένα καινούργιο συνθετικό μηχάνημα χάρτου, όλα τύπου grafische system GMBH Γερμανίας, αξίας (κόστους) δραχμών 42.073.645 ή ευρώ 123.473,65, και β) με το υπ' αριθμ. 95-554/25-12- 1995 παράρτημα της ως άνω συμβάσεως μίσθωσε ένα καινούργιο διατρητικό κοπτικό μηχάνημα τύπου grafische system GMBH Γερμανίας, αξίας (κόστους) δραχμών 1.629.473 ή ευρώ 4.782.

Η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε σε πέντε (5) έτη και η έναρξη αυτής ορίστηκε για μεν τον εξοπλισμό που περιγράφεται στο πρώτο από τα ως άνω παραρτήματα η 5-10-1995, για δε τον εξοπλισμό που περιγράφεται στο δεύτερο παράρτημα η 25-12-1995, με καταβολή μηνιαίων μισθωμάτων (60 συνολικά), καταβαλλομένων στην αρχή εκάστου μηνός.

Στον όρο 14 της συμβάσεως ορίζονται τα ακόλουθα: "14.1. Ο Μισθωτής υποχρεούται, με δικές του δαπάνες να διατηρεί τον Εξοπλισμό ασφαλισμένο πλήρως και για κάθε κίνδυνο σε ασφαλιστική εταιρία εγκεκριμένη εγγράφως από τον Εκμισθωτή και με ασφαλιστική σύμβαση που θα εγκριθεί από τον Εκμισθωτή. Η ασφάλιση θα καλύπτει οποιαδήποτε ζημία, εξ αιτίας ενδεικτικά, της μη λειτουργίας ή βλάβης του εξοπλισμού ή καταστροφής του εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων της πυρκαγιάς και κλοπής, σημαντικής βλάβης ή περιουσιακής ζημίας προκληθησομένης εξαιτίας του εξοπλισμού, για ποσό όχι κατώτερο από το ποσό που ορίζεται στην παρ. 10 του σχετικού παραρτήματος.

Επίσης, θα πρέπει να διατηρεί τον Εξοπλισμό ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη από οποιαδήποτε αιτία και αν προκληθεί. Ο Μισθωτής θα επιδεικνύει στον Εκμισθωτή, οποτεδήποτε αυτός ζητήσει, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, τις αποδείξεις καταβολής των ασφαλίστρων και το πιστοποιητικό ασφαλίσεως. Σε περίπτωση μη πληρωμής των ασφαλίστρων από τον Μισθωτή ο Εκμισθωτής δύναται να καταβάλλει αυτός τα ασφάλιστρα και να αποζημιωθεί επί τη αιτήσει του από τον Μισθωτή για την αντίστοιχη δαπάνη. 14.2.

Ο Μισθωτής θα ενημερώνει τους ασφαλιστές ότι ο εξοπλισμός ανήκει στην κυριότητα του Εκμισθωτή και ότι όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια θα φέρουν ως δικαιούχο του ασφαλίσματος τον Εκμισθωτή, στον οποίο, σε κάθε περίπτωση, οι ασφαλιστές θα καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό. Ο Εκμισθωτής με την καταβολή σε αυτόν των παραπάνω ποσών κατά την κρίση του δικαιούται να τα χρησιμοποιεί: 14.2.1.

Να επισκευάζει οποιαδήποτε βλάβη του εξοπλισμού. 14.2.2. Να αντικαθιστά τον εξοπλισμό με άλλον παρόμοιο για τον οποίο θα εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρούσας Σύμβασης ή 14.2.3.Προς διακανονισμό των υποχρεώσεων και ευθυνών του Μισθωτή προς τον Εκμισθωτή σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση". Αποδείχθηκε, όμως, ότι κατά πάγια τακτική της εναγομένης, η τελευταία επιδιώκει να ασφαλίζονται τα εκμισθούμενα από αυτή πράγματα, δυνάμει καταρτιζόμενων συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που ανήκει, όπως και η εναγομένη, στον όμιλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Έτσι, εξ αρχής κατέστησε γνωστό στην ενάγουσα, ότι, εφόσον αυτή συμφωνούσε, θα ασφάλιζε η ίδια, με δική της μέριμνα, τα πιο πάνω μηχανήματα, των οποίων διατηρούσε την κυριότητα, στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία. Η ενάγουσα συμφώνησε στην πρόταση αυτή της εναγομένης, δεδομένου ότι, όπως αναφέρει και στην αγωγή της, συνεργαζόταν ήδη με την "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", έχοντας ασφαλίσει σ' αυτή τα εμπορεύματά της, μέσω της εταιρίας "Α.

Ζ. Α.Ε", που ήταν ασφαλιστικός πράκτορας της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ". Κατόπιν αυτού, η εναγομένη δήλωσε στην ενάγουσα, ότι θα προέβαινε στην ασφάλιση του εξοπλισμού στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία, μέσω του ως άνω πράκτορά της, για ποσό 50.000.000 δραχμών και η μόνη υποχρέωση της ενάγουσας θα περιοριζόταν στην καταβολή των ασφαλίστρων.

Για το σκοπό αυτό η εναγομένη, ταυτοχρόνως με την αποστολή στην ενάγουσα προς υπογραφή της ως άνω από 16-6-1995 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, απέστειλε στην τελευταία και την από 16-6-1995 πρόταση χρηματοδοτικής μισθώσεως, την οποία η ενάγουσα, πράγματι, υπέγραψε, καθόσον η εναγομένη της δήλωσε, ότι η υπογραφή του ανωτέρω εγγράφου ήταν απαραίτητη προϋπόθεση και για τη σύναψη της συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως.

Στον όρο 13 της ανωτέρω πρότασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ορίζεται, κατά λέξη, ότι "Η υπογραφή του Μισθωτή περί αποδοχής της παρούσας Πρότασης Χρηματοδοτικής Μίσθωσης συνιστά την εξουσιοδότηση του Μισθωτή προς τον Εκμισθωτή να συνάψει την απαιτούμενη ασφάλιση του Εξοπλισμού, σύμφωνα με το άρθρο 14 της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Μίσθωσης, με την Ασφαλιστική εταιρία επιλογής του Εκμισθωτή και να χρεώσει το Μισθωτή με όλα τα έξοδα, που συνδέονται με τον διακανονισμό αυτής της ασφαλίσεως ...".

Σημειώνεται, ότι στην εν λόγω πρόταση χρηματοδοτικής μίσθωσης είχαν επισυναφθεί και σχετικές γνωστοποιήσεις προς την ασφαλιστική εταιρία, στις οποίες είχαν επισυναφθεί και οι όροι της ασφαλίσεως. Σύμφωνα με τα παραπάνω, με την υπογραφή της ως άνω πρότασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, η ενάγουσα, σε συνέχεια των όσων και προφορικά είχαν συμφωνήσει, χορήγησε στην εναγομένη την εντολή, να προβεί αυτή (εναγομένη) με δική της επιμέλεια και χωρίς καμία ανάμειξη της ενάγουσας, στην ασφάλιση του εξοπλισμού της χρηματοδοτικής μίσθωσης στην ασφαλιστική εταιρία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", υπό τους όρους, που διαλαμβάνονται στην ως άνω πρόταση χρηματοδοτικής μίσθωσης και στο άρθρο 14 της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης, ήτοι κατά παντός κινδύνου και για ποσό 50.000.000 δρχ.

Πράγματι, η εναγομένη προέβη, μέσω του ασφαλιστικού πράκτορα ("Α. Ζ. Α.Ε") στην ασφάλιση των μηχανημάτων στην ως άνω ασφαλιστική εταιρία, καταρτισθέντος του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο συνεχώς ανανεωνόταν (βλ. προσκομιζόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια), η δε ενάγουσα πλήρωνε κανονικά τα ασφάλιστρα, χωρίς να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στη διατύπωση και κατάρτιση των σχετικών συμβολαίων.

Μάλιστα, σ' όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την ενάγουσα ασφαλιστήρια συμβόλαια αναγράφεται ως "ασφαλιζόμενος" η εναγομένη, ενώ ρητά αναφέρεται, ότι η ασφαλιστική εταιρία ασφαλίζει τις συγκεκριμένες ζημιές, σύμφωνα με τους γενικούς και ειδικούς όρους του ασφαλιστηρίου "καθώς επίσης και τα στοιχεία της σχετικής εντολής ασφάλισης του ασφαλιζόμενου", δηλαδή της εναγομένης.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1999 σημειώθηκε ο καταστροφικός σεισμός στην περιοχή της Πάρνηθας, εξ αιτίας του οποίου κατέρρευσε και ισοπεδώθηκε τελείως το κτήριο επί της Λεωφόρου ..., στις ..., στο οποίο στεγαζόταν, ως μισθώτρια, η ενάγουσα, με αποτέλεσμα να καταστραφούν ολοσχερώς και τα μισθωμένα από αυτή, δυνάμει της ένδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, μηχανήματα της εναγομένης.

Η ενάγουσα γνωστοποίησε αμέσως το γεγονός αυτό στην εναγομένη και την ασφαλιστική εταιρία και ζήτησε, να κινηθεί η διαδικασία καταβολής της ασφαλιστικής αποζημιώσεως στην εκμισθώτρια, προκειμένου να γίνει η αντικατάσταση των μηχανημάτων. Όμως, η εναγομένη και η ασφαλιστική εταιρία δήλωσαν σ' αυτή περί τα μέσα Ιανουαρίου 2000, ότι δεν ήταν δυνατή η καταβολή του ασφαλίσματος, διότι ο εξοπλισμός δεν είχε ασφαλιστεί και για τον κίνδυνο του σεισμού.

Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη με την από 31-1-2000 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην τελευταία στις 7-2-2000, και τελικώς άσκησε κατ' αυτής την προγενέστερη, από 13-6-2000, αγωγή της, η οποία, κατά τα ανωτέρω, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την υπ' αριθμ. 4628/2002 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 95/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ακολούθως δε άσκησε την υπό κρίση αγωγή, με την οποία, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται, ότι η εναγομένη είχε συμφωνήσει, πως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, θα είχε την υποχρέωση, με τη λήψη της ασφαλιστικής αποζημίωσης, να αντικαταστήσει τον ως άνω εξοπλισμό της.

Όμως, από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, ουδόλως αποδείχθηκε ο παραπάνω αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας και συγκεκριμένα, ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στις 16-5-1995, αμέσως προ της υπογραφής της υπό την ίδια ημερομηνία πρότασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ότι η ως άνω ασφάλιση των μηχανημάτων θα είχε την έννοια, ότι κατά παρέκκλιση των αρχών, που διέπουν τη συγκεκριμένη μίσθωση, η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη, με τη λήψη του ασφαλίσματος, να προβεί στην αντικατάσταση του εξοπλισμού της επιχείρησης.

Ειδικότερα, ο μάρτυρας της ενάγουσας, πέραν των προαναφερθέντων, ήτοι της συμφωνίας να επιλέξει τον ασφαλιστή και να ασφαλίσει τα μηχανήματα η ίδια η εναγομένη, ουδέν κατέθεσε περί συμφωνίας αντικατάστασης των μηχανημάτων σε περίπτωση καταστροφής τους, αλλά όλως αορίστως ανέφερε "ένας χρόνος υπολείπετο να μείνουν τα μηχανήματα αυτά στην εταιρία και να μπορέσει να συνεχίσει ...

η ζημία κατ' αρχήν είναι η αποκατάσταση των μηχανημάτων. Αν μπορούσε η LEAZING να αποκαταστήσει τα μηχανήματα για να ξαναλειτουργήσει η εταιρία θα αποφεύγονταν όλες οι ζημιές". Επίσης, και ο μάρτυρας της εναγομένης ουδόλως αναφέρθηκε σε συμφωνία αντικατάστασης των μηχανημάτων. Άλλωστε, και στον όρο 14 της από 16-6-1995 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ρητά αναφέρεται, ότι σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και λήψεως της ασφαλιστικής αποζημίωσης από τη δικαιούχο αυτής εναγομένη εταιρία, η τελευταία απλή δυνατότητα είχε και όχι υποχρέωση, να προβεί στην αντικατάσταση του εξοπλισμού, αφού, όπως συγκεκριμένα ορίζεται "Ο Εκμισθωτής με την καταβολή σε αυτόν των παραπάνω ποσών κατά την κρίση του δικαιούται να τα χρησιμοποιεί: 14.2.1.

Να επισκευάζει οποιαδήποτε βλάβη του εξοπλισμού. 14.2.2. Να αντικαθιστά τον εξοπλισμό με άλλον παρόμοιο για τον οποίο θα εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρούσας Σύμβασης ή ...". Πρέπει, να σημειωθεί, ότι η εναγομένη άσκησε και αυτή κατά της ήδη ενάγουσας την από 8-2-2001 αγωγή της, με την οποία, επικαλούμενη την προαναφερόμενη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, τη μη καταβολή εκ μέρους της τότε εναγομένης μισθώτριας ληξιπροθέσμων μισθωμάτων και την καταγγελία από την ίδια (εκμισθώτρια) της εν λόγω σύμβασης, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η τότε εναγομένη και ήδη ενάγουσα, να της καταβάλει τα αναφερόμενα στην ως άνω αγωγή μισθώματα (ληξιπρόθεσμα και μη).

Η αγωγή αυτή, αφού συνεκδικάστηκε με την προαναφερόμενη, από 13-6-2000, αγωγή της μισθώτριας, έγινε αρχικώς δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη με την πιο πάνω υπ' αριθμ. 4628/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όμως, εξαφανίστηκε με την υπ' αριθμ. 95/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την εν λόγω αγωγή ως αόριστη.

Στη συνέχεια, η εναγομένη υπέβαλε την από 12-5-2004 αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της ενάγουσας για τα οφειλόμενα ως άνω μισθώματα και εκδόθηκε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 3322/2004 διαταγή πληρωμής κατά της ενάγουσας, με την οποία διατάχθηκε η τελευταία, να καταβάλει στην εκμισθώτρια τα εν λόγω μισθώματα.

Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής η ενάγουσα άσκησε την από 23-7-2004 ανακοπή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6432/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι της ανακοπής ως αβάσιμοι, ενώ η έφεση, την οποία άσκησε η ενάγουσα, απορρίφθηκε και αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 5752/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με την ανακοπή της η ήδη ενάγουσα ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η τότε καθής η ανακοπή και ήδη εναγομένη, κατά κατάχρηση δικαιώματος άσκησε την απαίτησή της προς καταβολή των οφειλόμενων από τη χρηματοδοτική μίσθωση μισθωμάτων, διότι αυτή δεν μερίμνησε να ασφαλίσει τα μισθωθέντα μηχανήματα, εκτελώντας σχετική εντολή της πρώτης ανακόπτουσας περί ασφαλίσεως αυτών και κατά του κινδύνου του σεισμού, με αποτέλεσμα στον σεισμό της 7/9/1999 να καταστραφούν τα μηχανήματα και να υπάρξει αδυναμία καταβολής εκ μέρους της των μισθωμάτων, λόγω μη λειτουργίας του εργοστασίου.

Ο ισχυρισμός αυτός της ήδη ενάγουσας απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού, όπως έκρινε το εφετείο, δεν αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα είχε δώσει στην εναγομένη εντολή "να ασφαλίσει τα μίσθια μηχανήματα και έναντι του κινδύνου του σεισμού". Όμως, ενόψει του ότι α) το δεδικασμένο από απόφαση επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής περιορίζεται στο δικονομικό ζήτημα του κύρους και της ισχύος ή όχι της διαταγής πληρωμής, ήτοι στο ζήτημα της συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής και β) η ανωτέρω ανακοπή αφορούσε στην απαίτηση της εναγομένης προς είσπραξη των οφειλόμενων, με βάση τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, μισθωμάτων και όχι στη χορήγηση εντολής προς την εναγομένη για την ασφάλιση των ενδίκων μηχανημάτων, είναι σαφές, ότι από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 6432/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ' αριθμ. 5752/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν απορρέει δεδικασμένο ως προς το ουσιαστικό ζήτημα της προκείμενης διαφοράς, που αφορά στη χορήγηση από την ενάγουσα εντολής, προς την εναγομένη, να ασφαλίσει τα ένδικα μηχανήματα και κατά του κινδύνου του σεισμού και, ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα αναφέρθηκαν, η εναγομένη όφειλε να ασφαλίσει τον εξοπλισμό της επιχείρησης της ενάγουσας και για τον κίνδυνο σεισμού. Παρ' όλα αυτά, κατά παράβαση της προαναφερόμενης εντολής της ενάγουσας, ενώ ασφάλισε τον επίμαχο εξοπλισμό στην ασφαλιστική εταιρία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", με το υπ' αριθμ. .../1995 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, παρέλειψε, από υπαιτιότητά της και συγκεκριμένα από αμέλεια των αρμοδίων οργάνων αυτής, να ασφαλίσει τον εξοπλισμό και για τον κίνδυνο του σεισμού, τόσο με το αρχικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όσο και κατά τις διαδοχικές ανανεώσεις αυτού κατά τα επόμενα έτη, με αποτέλεσμα, καίτοι τα μηχανήματα καταστράφηκαν κατά το σεισμό της 7.9.1999, να μη δικαιούται ασφαλιστικής αποζημίωσης.

Όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, πως σε περίπτωση καταστροφής των μηχανημάτων, η εναγομένη θα ήταν υποχρεωμένη, με τη λήψη του ασφαλίσματος, να προβεί στην αντικατάσταση του εξοπλισμού της ενάγουσας. Επομένως, μόνη συνέπεια από τη μη προσήκουσα εκτέλεση της εντολής της ενάγουσας ήταν η μη είσπραξη ασφαλιστικής αποζημίωσης εκ μέρους της εναγομένης, στην οποία ανήκε κατά κυριότητα ο καταστραφείς εξοπλισμός και η οποία, όπως συνομολογείται, φερόταν στα ασφαλιστήρια συμβόλαια ως δικαιούχος του ασφαλίσματος.

Αν, δηλαδή, η εναγομένη είχε εκτελέσει προσηκόντως την εντολή για την ασφάλιση των μηχανημάτων, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αυτή και όχι η ενάγουσα θα εισέπραττε την ασφαλιστική αποζημίωση. Κατά συνέπεια, η αναφερόμενη στην αγωγή ζημία της ενάγουσας (ακόμη και τα κονδύλια που απορρίφθηκαν ως αόριστα), για την οποία ζητείται αποζημίωση, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το συγκεκριμένο πταίσμα (αμέλεια) της εντολοδόχου εναγομένης εταιρίας, αλλά συνδέεται αποκλειστικώς με το γεγονός της καταστροφής των μισθωμένων μηχανημάτων, τα οποία βεβαίως η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση (παρά μόνο σχετική ευχέρεια) να αντικαταστήσει. 'Όμως, όπως ορθώς διαλαμβάνεται στη μείζονα σκέψη αυτής, επί συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης, τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής, απώλειας ή βλάβης του μισθωμένου πράγματος φέρει η μισθώτρια, δηλαδή η ενάγουσα στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις διαλαμβανόμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2009 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΧΑΡΤΟΥ STANDARD Ε.Π.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3333/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ