Supreme Court dismisses appeal for lack of specific facts and insufficient reasoning in civil appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the petition for cassation filed by the heirs of a traffic accident victim against the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court violated substantive law regarding the five-year statute of limitations by failing to properly address the eight-year limitation period applicable to negligent homicide. The court found the appeal inadmissible because the petitioners did not provide the specific factual assumptions of the lower court, making it impossible to verify the alleged direct or indirect violation of substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation alleging direct or indirect violation of substantive law must specify the violated provision and the error, while an appeal alleging insufficient reasoning must detail the missing elements and contradictions in the lower court's findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 637 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 637/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..... 2. .... και 3. ..... Οι 1η και 2ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πελέκη και η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Απριλίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1839/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8668/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικο εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ΄ αριθ. ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 7.2.2006 αίτησης αναίρεσης, μετά της κάτωθι αυτής πράξης ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ...... Συνεπώς, εφόσον ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την παρούσα συζήτηση, πρέπει να χωρήσει αυτή παρά την απουσία του.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ΄ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Επί πλέον, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό, δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.
Τέλος, η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά την επικουρική αιτίαση, λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες σύζυγος και τέκνα του θανάσιμα τραυματισθέντος, σε τροχαίο ατύχημα, .....
μέμφονται το Εφετείο ότι με το να καταλήξει στην, κατόπιν παραδοχής της έφεσης του αναιρεσίβλητου συνυπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, απόρριψη, ως παραγεγραμμένης, της πρωτοδίκως εν μέρει δεκτής γενόμενης από 1.4.2003 αγωγής τους περί αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, λόγω παρόδου πενταετίας από το χρόνο που έλαβε χώρα το ατύχημα (14.6.1995) μέχρι την επίδοση της αγωγής (8.4.2003), παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 και 2 ΑΚ, διότι ενόψει του ότι η τελεσθείσα αδικοπραξία αποτελούσε συνάμα κολάσιμη πράξη και συγκεκριμένα την, πλημμεληματικού χαρακτήρα, ανθρωποκτονία εξ αμελείας, υπέπιπτε στη μη συμπληρωθείσα, κατά την επίδοση της αγωγής, οκταετή παραγραφή, κατόπιν συνυπολογισμού και της, κατ΄ άρθρο 113 παρ. 3 του ΠΚ, τριετούς αναστολής της παραγραφής.
Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υπόθεσης, η νομική άποψη των αναιρεσειόντων περί της εννοίας της διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκα και η περί της εννοίας αυτής κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα απ΄ αυτό πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων της διάταξης που εφάρμοσε.
Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε από την άποψη της ευθείας, ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι.
Ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά την κύρια αιτίαση, για έλλειψη αιτιολογίας επί του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματος του εάν η αγωγική απαίτηση αποζημίωσης υπέκειτο στην πενταετή ή οκταετή παραγραφή, είναι απορριπτέος ωε αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρη αιτιολογία σχετικά με το ως άνω κρίσιμο ζήτημα.
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.2.2006 αίτηση των ..... κ.λ.π. για αναίρεση της 8668/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ