Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim due to lack of legal cause and statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision rejecting her civil action. The court found that the defendants were not unjustly enriched because the transfer of funds was legally justified by the payment of transfer taxes on a property auction, and the plaintiff failed to prove a lack of legal cause. Furthermore, the court ruled that the plaintiff's claim was time-barred due to significant delays in exercising her rights after the defendants withdrew their lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 and 281 of the Civil Code; The claim for unjust enrichment requires proof of enrichment without legal cause, and a failure to establish this element precludes liability, while procedural delays may result in the loss of the right to claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 636 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 636/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Α. του Π., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κανδαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Χ. του Ι., κατοίκου …και 2) Ε. Χ. του Ι., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Μητράγκα - Νατσίνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Εορδαίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείο Κοζάνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από … αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 281/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, το οποίο δέχθηκε την έφεση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 80/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Εορδαίας και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε δεχθεί την αγωγή, δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή της ένστασης των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Από την εν λόγω διάταξη, προκύπτει ότι προϋποθέσεις αξιώσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α] ο πλουτισμός του υπόχρεου, β] η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ] η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ] η έλλειψη νόμιμης αιτίας [ΑΠ 1325/2019].
Ως εκ τούτου, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία [ΑΠ 61/2022, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1325/2019].
Περαιτέρω, κατά τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων [ολΑΠ 10/2012, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 711/2017].
Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δανειστής άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι δηλαδή ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ [ολΑΠ 8/2018, ΑΠ 83/2023]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού [ολΑΠ 1/2016, ΑΠ 261/2021].
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε [ΑΠ 73/2023, ΑΠ 1127/2021, ΑΠ 1275/2020].
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνο όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα [ολΑΠ 15/2006, ΑΠ 73/2023, ΑΠ 1127/2021].
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. … έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου …, Ι. Γ., κατασχέθηκε ακίνητη περιουσία του Β. Μ., ξαδέρφου της ενάγουσας (αναιρεσείουσας), και ειδικότερα μια οριζόντια ιδιοκτησία, αποτελούμενη από: 1) υπόγειο, που καταλαμβάνει ολόκληρη την οικοδομή, εμβαδού … τ.μ.
περίπου, 2) κατάστημα ισόγειο, εμβαδού …τ.μ. περίπου, 3) διαμέρισμα που βρίσκεται στον πρώτο, άνωθεν του ισογείου, ορόφου και 4) διαμέρισμα που βρίσκεται στον τρίτο όροφο. Στην εν λόγω οριζόντια ιδιοκτησία αντιστοιχεί ποσοστό 800 τοις χιλίοις εξ αδιαιρέτου στο όλον οικόπεδο, μετά των κοινοχρήστων χώρων και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, εμβαδού … τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην …, επί της οδού …, στο υπ' αριθμ.
… Οικοδομικό Τετράγωνο. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. … επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας και της υπ' αριθμ. … έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου …, Ι. Κ., διεξήχθη πλειστηριασμός, ο οποίος ανέδειξε ως πλειοδότες τους εκκαλούντες (υπερθεματιστές), στους οποίους η προπεριγραφόμενη οριζόντια ιδιοκτησία κατακυρώθηκε κατά ποσοστό κυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου εις έκαστον.
Αφού οι τελευταίοι κατέβαλαν το εκπλειστηρίασμα, ποσού 117.391,04 ευρώ (40.000.000 δρχ), συντάχθηκε η υπ' αριθμ. … περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, και αποδόθηκαν επιμέρους χρηματικά ποσά ύψους 1.000.000 δρχ, 3.168.759 δρχ και 16.219.049 δρχ στην επισπεύδουσα και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν, αντίστοιχα.
Τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από τους αντιδίκους. Ακολούθως, όπως συνομολογείται ομοίως, ο ως άνω συμβολαιογράφος αφαίρεσε από το εκπλειστηρίασμα, πέραν των λοιπών εξόδων του πλειστηριασμού, και επιμέρους ποσό ύψους 17.770,57 ευρώ (6.055.323 δρχ), ως ποσό που αντιστοιχεί στο φόρο μεταβίβασης ακινήτου (δια του πλειστηριασμού), το οποίο και κατέβαλε, στις …, στη Δ.Ο.Υ.
Κοζάνης. Έτσι, αντί να αποδώσει τελικά στον καθ' ου η εκτέλεση Β. Μ. χρηματικό ποσό ύψους 57.468,85 ευρώ απόδωσε μόνο 39.698,28 ευρώ, ως υπόλοιπο από το εκπλειστηρίασμα. Η διαφορά, δηλαδή ποσό ύψους 17.770,57 ευρώ, αποδόθηκε από το συμβολαιογράφο στη Δ.Ο.Υ. Κοζάνης, παρότι ο φόρος μεταβίβασης ακινήτου βαραίνει τους αγοραστές-υπερθεματιστές (και όχι τον οφειλέτη-καθ' ου η εκτέλεση).
Ο εν λόγω Β. Μ. απεβίωσε την …, ενώ, στις …, με το υπ' αριθμ. … πρακτικό δημοσίευσης της Ειρηνοδίκη Κοζάνης, δημοσιεύθηκε νόμιμα η υπ' αριθμ. … δημόσια διαθήκη του. Με την τελευταία μοναδική κληρονόμος του καθίστατο η ενάγουσα.
Συνεπώς, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, έχει νόμιμο δικαίωμα να αξιώσει από τους εναγόμενους την καταβολή του εν λόγω χρηματικού ποσού (των 17.770,57 ευρώ), όπως και έπραξε, ασκώντας σε βάρος τους την ένδικη υπ' αριθμ. καταθ. … αγωγή της. Ωστόσο, όπως επίσης συνομολογείται, ο αρχικός δικαιούχος, Β. Μ., είχε ασκήσει, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, την υπ' αριθμ.
καταθ. … αγωγή του σε βάρος των εναγόμενων, με αντίστοιχο περιεχόμενο με την ένδικη αγωγή (επιστροφή χρηματικής παροχής που αυτός κατέβαλε, χωρίς να οφείλει ο ίδιος, αλλά οι υπερθεματιστές). Η προγενέστερη αυτή αγωγή προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 24ης.5.2012, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27ης.2.2014.
Νωρίτερα, στις …, οι εναγόμενοι κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου προτάσεις, με τις οποίες, εκτός των άλλων, προέβαλαν την ένσταση εξόφλησης της απαίτησης, λόγω συμψηφισμού, και επικαλούνταν περαιτέρω δικές τους απαιτήσεις έναντι του τότε ενάγοντος, που δεν είχαν αποσβεσθεί και, επομένως, ήταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές σε βάρος του.
Κατά τη δικάσιμο της 27ης.2.2014, και ενώ είχαν παρέλθει 16 περίπου έτη από την μη καταβολή των 17.770,57 ευρώ σ' αυτόν, ο ενάγων, Β. Μ., παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής του. Τούτο δε έπραξε και για το λόγο ότι τυχόν εκδίκαση της υποθέσεως θα δημιουργούσε δεδικασμένο και για την ύπαρξη των τυχόν απαιτήσεων των εναγόμενων σε βάρος του.
Έπειτα, πέρασαν και άλλα χρόνια, μέχρι το θάνατό του, στις …. Με βάση τα παραπάνω, συνάγεται, σχεδόν με βεβαιότητα, ότι, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο θάνατός του, ο αρχικός δικαιούχος, μέχρι και τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής της απαίτησής του, όσο δηλαδή η αξίωσή του θα ήταν ενεργός, δεν επρόκειτο να επανέλθει και να επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της αξίωσής του.
Προ της παραγραφής, όμως, επήλθε ο θάνατός του αρχικού δικαιούχου, οπότε, κατόπιν, μετά την περαιτέρω πάροδο ενός έτους, η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή της, ένα μήνα περίπου πριν συμπληρωθεί η εικοσαετής παραγραφή. Από τη σειρά αυτή των πραγμάτων, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ασκεί την αξίωσή της καταχρηστικά.
Ειδικότερα, κατά το χρόνο του θανάτου του αρχικού δικαιούχου (…), το δικαίωμα του τελευταίου είχε ήδη αποδυναμωθεί και είχε δημιουργηθεί στους εναγόμενους η εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να επιδιωχθεί αυτό δικαστικά. Το δικαίωμα αυτό, ήδη αποδυναμωμένο, μετά το θάνατό του μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα, η οποία, παρότι, όπως η ίδια ισχυρίζεται γνώριζε τη φύση της υποθέσεως εξ υπαρχής, αδράνησε έτι περαιτέρω, και άσκησε την ένδικη αγωγή της ένα και πλέον έτος μετά το θάνατο του αρχικού δικαιούχου, και δη, ένα μήνα, περίπου, πριν συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή της ασκείται αντίθετα στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, διότι, μεταβάλλοντας τη στάση τού δικαιούχου (του αρχικού δικαιούχου, κατά κύριο λόγο, αλλά και της μεταγενέστερης δικαιούχου, δηλαδή της ενάγουσας, εκτιμωμένης της στάσης αυτών ως ένα ενιαίο σύνολο), επιχειρείται, μέσω της ευδοκίμησης της αγωγής, η εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει, εξαιτίας των ενεργειών των ίδιων των δικαιούχων, διαμορφωθεί και παγιωθεί, λόγω της προηγηθείσας συμπεριφοράς τους, που δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στους υπόχρεους ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του.
Επομένως, καθόσον η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ασκήθηκε παραδεκτά, ήδη κατά την πρώτη συζήτηση της πρωτοβάθμιας δίκης, με προβολή των περιστατικών που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από τους διαδίκους κατά των οποίων ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε γίνεται επίκληση από τους ενιστάμενους τού γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, για την αιτία αυτή (κατ' άρθρον 261 ΚΠολΔ), πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί η αγωγή".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε δεχθεί την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, στη συνέχεια δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ήταν καταχρηστική.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Ειδικότερα, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη συμπεριφορά του αρχικού δικαιούχου, κατά κύριο λόγο, αλλά και της μεταγενέστερης δικαιούχου αναιρεσείουσας, εκτιμώμενης της στάσης αυτών συνολικά, κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως στους αναιρεσίβλητους, την πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα δεν επρόκειτο να ασκήσει κατ' αυτών το ένδικο δικαίωμά της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και συνεπώς καθιστά για τους αναιρεσίβλητους αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθή, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσα να απαιτήσει την εξόφληση της ένδικης απαίτησής της, με αποτέλεσμα να πληρούται το πραγματικό της νομική έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκειες στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Τα παραπάνω υποστηρίζονται από τις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α] το ένδικο δικαίωμα γεννήθηκε στις …, οπότε και αφαιρέθηκε το ποσό των 17.770,57 ευρώ από το αναφερόμενο πλειστηρίασμα και αποδόθηκε από τον επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο στη ΔΟΥ Κοζάνης, ως φόρος μεταβίβασης ακινήτου δια του πλειστηριασμού, ενώ έπρεπε να αποδοθεί στον καθ' ου η εκτέλεση Β.
Μ., δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, διότι ο φόρος αυτός βάρυνε τους αναιρεσίβλητους υπερθεματιστές, οι οποίοι έτσι κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας, β] ο Β. Μ. άσκησε κατά των αναιρεσίβλητων την υπ' αριθ. … αγωγή, η οποία προσδιορίστηκε να δικαστεί στη δικάσιμο της 24-5-2012, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27-2 2014, γ] στις …, οι εναγόμενοι [ήδη αναιρεσίβλητοι] κατέθεσαν προτάσεις με τις οποίες προέβαλαν την ένσταση συμψηφισμού, επικαλούμενοι ανταπαιτήσεις τους κατά του ενάγοντος, που δεν είχαν αποσβεστεί και ήταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές σε βάρος του, δ] στη δικάσιμο της 27-2-2014, ο Β.
Μ. παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής και μετά το θάνατό του στις …, η ενάγουσα κληρονόμος του, αν και γνώριζε τη φύση της ένδικης υποθέσεως, καθυστέρησε ένα και πλέον έτος να ασκήσει το ήδη αποδυναμωμένο δικαίωμά της, το οποίο τελικά άσκησε με την ένδικη αγωγή ένα μήνα πριν τη συμπλήρωση της εικοσαετούς παραγραφής.
Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από … αίτηση της Κ. Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 281/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ