Appeal dismissed for inadmissibility due to vague reasoning claims regarding rejected claims and undefined specific errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of his labor claims. The appellant argued the lower court's reasoning was insufficient and contradictory, but failed to specify which exact facts or legal errors constituted the defect. The court ruled that such general accusations are inadmissible because they do not allow the appellate court to identify the specific grounds for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if it does not specify the missing elements or contradictory premises and the specific issue affected, as it presupposes a substantive judgment on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 636 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 636/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: A. H. (όνομα Α. Χ.) M. (επώνυμο Μ.) του M. (Μ.), κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... S.A.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κορκοβέλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/5/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 482/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3658/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/01/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, δια της υπό κρίση από 24ης Ιανουαρίου 2018 αιτήσεως διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 3658/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά της καθ' ης την από 6ης Μαΐου 2015 αγωγή, δια της οποίας, επικαλούμενος ότι είχε απασχοληθεί υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως τεχνίτης ηλεκτροσυγκολλητής - βουρτσαδόρος στην επιχείρηση της εναγομένης, εζήτησε την επιδίκαση διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών και αποζημιώσεως απολύσεως.
Εξεδόθησαν η υπ' αρ. 482/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη η αγωγή ως απαράδεκτη, και, κατόπιν ασκήσεως της από 18ης Αυγούστου 2016 εφέσεως του αναιρεσείοντος, η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων, δια της οποίας μετ' αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης αποφάσεως απερρίφθη η έφεση, εκτός του κεφαλαίου αυτής περί διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών του διαστήματος από 1ης Μαΐου 2009 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009, ως προς το οποίο έγινε δεκτή και, μετά μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απερρίφθη η αγωγή κατ' ουσίαν λόγω παραγραφής.
Εν συνεχεία ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, και πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ωρισμένο αίτημα, άλλως η αγωγή δεν είναι ωρισμένη (ποιοτική, ποσοτική αοριστία) και απορρί-πτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως ελλείψει προδικασίας, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 224 εδ.
β' ΚΠολΔ, μέχρι της πρώτης συζητήσεως της αγωγής δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Η κρίση του δικαστηρίου ότι η αγωγή δεν είναι ωρισμένη παρά την επαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής ή αντιθέτως ότι είναι ωρισμένη παρά την ανεπαρκή έκθεση των εν λόγω στοιχείων ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο εκήρυξε ή δεν εκήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαιώματος ή απαράδεκτο.
Εάν όμως το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνος ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διάφορα στοιχεία των απαιτουμένων ή αντιθέτως εδέχθη ως αναγκαία ολιγότερα (νομική αοριστία) και συνακολούθως έκρινε την αγωγή ως αόριστη ή ωρισμένη αντιστοίχως, η εν λόγω κρίση ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του αριθμού 1 εδ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον αναίρεση συγχωρείται, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β', δ', ε', 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ωρισμένης πόλεως ή περιφερείας ή όλης της χώρας (κλαδικές συλλογικές συμβάσεις), ή τους εργαζομένους ωρισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις), δεσμεύουν μόνον τους εργοδότες και τους εργαζομένους, οι οποίοι είναι μέλη των συμβληθεισών συνδικαλι-στικών οργανώσεων, ενώ δύναται ο Υπουργός Εργασίας υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ωρισμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση, οπότε δεσμεύονται έκτοτε εξ αυτής και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα ηδύναντο να είναι μέλη αυτών.
Η ιδιότης των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία δεν έχει κηρυχθεί υποχρεωτική, αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των εξ αυτής εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και συνακολούθως αναγκαίο στοιχείο της σχετικής αγωγής, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ειδικώς στο οικείο δικόγραφο, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο αυτού, εφ' όσον ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές επικαλούμενος συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας, επί της οποίας θεμελιούνται οι αξιώσεις του.
Εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτού του ιδίου ή του ενάγοντος ως μελών των συμβληθεισών στην συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής δια των προτάσεων ή δια δηλώσεως καταχωριζομένης στα πρακτικά, συμφώνως προς την ως άνω διάταξη του άρθρου 224 εδ.
β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει το εν λόγω στοιχείο. Κατά πάσα περίπτωση, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία απορρέει από την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, δύναται εγκύρως να συμφωνηθεί δια της ατομικής συμβάσεως εργασίας, ρητώς ή σιωπηρώς, ότι ο εργαζόμενος θα αμείβεται βάσει ισχυούσης ή μελλούσης να ισχύσει συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως, η οποία δεν είναι δεσμευτική ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε οι σχετικοί κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως ή της διαιτητικής αποφάσεως ισχύουν ως συμβατικοί όροι.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 της από 29ης Δεκεμβρίου 1980 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία έχει κυρωθεί δια της διατάξεως του άρθρου πρώτου Ν. 1157/1981, ορίζονται τα εξής: "Κατά την διαδικασίαν του Ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ", ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, και προκειμένου περί μισθωτών υπαγομένων εις αυτόν, εξαιρέσει μισθωτών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δύναται να καθιερούται σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας πέντε εργασίμων ήμερων, άνευ μειώσεως του κατά περίπτωσιν ισχύοντος ή εφαρμοζομένου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας".
Κατ' εφαρμογήν της προαναφερομένης ρυθμίσεως, έχει καθιερωθεί, δια της διατάξεως του άρθρου 1 του κεφαλαίου Ζ' της από 20ής Ιουνίου 1991 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων των μεταλλουργικών επιχειρήσεων καθώς και τμημάτων επεξεργασίας μετάλλου όλης της χώρας" (π.κ. 92/16 Σεπτεμβρίου 1991), η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική από 16ης Σεπτεμβρίου 1991 δια της υπ' αριθμόν 1608 από 10ης Οκτωβρίου 1991 Αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ.
Β' 838/14 Οκτωβρίου 1991), ως προς τους εργαζομένους στην παραγωγή και επεξεργασία μετάλλου στις επιχειρήσεις μετάλλου ή σε τμήματα επεξεργασίας μετάλλου άλλων επιχειρήσεων, εβδομαδιαία εργασία πέντε ημερών και εβδομαδιαία απασχόληση σαράντα ωρών. Κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 2874/2000, όπως αντικατεστάθη δια του άρ-θρου 1 παρ. 1 Ν. 3385/2005, "Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρ-μόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).
Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυ-ξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα)", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 Ν. 3863/2010, η οποία αντικατέστησε την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 2874/2000, όπως αυτή κατά τα ανωτέρω είχε αντικατασταθεί, και συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 76 ιδίου Νόμου, ισχύει από της δημοσιεύσεως αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.
Α' 115/15 Ιουλίου 2010), οι ώρες υπερεργασίας αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξανόμενο κατά 20%. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2, 3, 4, 5 Ν. 2874/2000, όπως οι παρ. 3, 4 και 5 αντικατεστάθησαν δια του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3385/2005, "2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτη-ρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5.
Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 Ν. 3863/2010, η οποία αντικατέστησε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3, 5 Ν. 2874/2000, όπως αυτές κατά τα ανωτέρω είχαν αντικατασταθεί, "3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%).
Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). 5. Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)".
Ωσαύτως, από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 και 904 παρ. 1 ΑΚ συνάγεται ότι, επί καθιερώσεως εβδομάδος εργασίας πέντε ημερών, η έκτη ημέρα εξομοιούται προς ημέρα υποχρεωτικής αναπαύσεως, οπότε, εάν ο εργαζόμενος απασχοληθεί και έκτη ημέρα, η σύμβαση περί της απασχολήσεως κατά την ημέρα αυτή ως αντικειμένη προς απαγορευτική διάταξη νόμου πάσχει ακυρότητα και θεωρείται μη γενομένη και ο εργοδότης, υπό το μέχρι της 11ης Μαΐου 2010 ισχύον νομικό καθεστώς, καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιώτερος, υποχρεούται να αποδώσει προς τον εργαζόμενο ως προσπορισθείσα ωφέλεια το ποσόν της αμοιβής, την οποία θα κατέβαλλε προς άλλον μισθωτό έχοντα τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος ως αντάλλαγμα της ιδίας εργασίας, εάν η σύμβαση δεν έπασχε ακυρότητα, χωρίς, όμως, να λαμβάνονται υπ' όψιν προς υπολογισμό της εν λόγω αμοιβής ιδιαίτερες περιστάσεις εν αναφορά προς το πρόσωπο αυτού, οι οποίες δεν θα υφίσταντο αναγκαίως και ως προς το πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως, ενώ, κατά την διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3846/2010, η οποία συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 35 ιδίου Νόμου, ισχύει από της δημοσιεύσεως αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.
Α' 66/11 Μαΐου 2010), "Η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%". Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 9 Ν. 118/1945, η οποία τροποποιηθείσα επανεφέρθη εν ισχύι δια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 3198/1955, "Επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις υπαγόμεναι εις τας περί ασφαλίσεως της ανεργίας διατάξεις του ν.δ. 2961/54 "περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας", δύνανται να καταγγέλλουν την σχέσιν εργασίας του προσωπικού των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, υποχρεούνται όμως να καταβάλλουν εις αυτό την υπό του β.δ.
της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζομένην αποζημίωσιν διά την περίπτωσιν απροειδο-ποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Κατά τας περι-πτώσεις ταύτας δεν επιτρέπεται προειδοποίησις (προμήνυσις)", κατά δε την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920, το οποίο έχει εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 12 παρ. 2 Ν. 2112/1920, "Εργοδότης παραλείπων την κατά ανωτέρω υποχρέωσιν της καταγγελίας καταβάλλει εις τον απολυόμενον της εργασίας ως αποζημίωσιν ποσόν ίσον προς το σύνολον των τακτικών αυτού μισθών ή εν γένει αμοιβών, ας θα ελάμβανεν αντί της παρεχομένης εργασίας κατά τας εργασίμους ημέρας, προ των οποίων έδει να γίνει η καταγγελία".
Η ως άνω οφειλομένη αποζημίωση, υπολογιζομένη βάσει της οριζομένης από το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω Β.Δ. προθεσμίας καταγγελίας, έχει αυξηθεί δυνάμει των διατάξεων των εκάστοτε Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., καθοριζομένη κατά το άρθρο 3 της από 12ης Απριλίου 2006 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (πράξη καταθέσεως 14/13 Απριλίου 2006), σε αριθμό ημερομισθίων ανάλογο του χρόνου υπηρεσίας του απολυομένου στον καταγγέλλοντα εργοδότη κατά τις ειδικώτερες διακρίσεις.
Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, ως βάση υπολογισμού της αποζημιώσεως της απασχολήσεως κατά την έκτη ημέρα, επί εβδομαδιαίας εργασίας πέντε ημερών, από της 11ης Μαΐου 2010 και εξής, ως και της αποζημιώσεως απολύσεως εργατοτεχνιτών έχει τεθεί το ημερομίσθιο, επίσης, ως βάση υπολογισμού των αμοιβών υπερεργασίας και νομίμου υπερωρίας, της αποζημιώσεως κατ' εξαίρεση υπερωρίας και των αντιστοίχων προσαυξήσεων έχει τεθεί το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, το οποίο νοείται ως το τμήμα του μισθού ή του ημερομισθίου, το οποίο αναλογεί προς εκάστη ώρα απασχολήσεως και συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 της από 26ης Φεβρουάριου 1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η οποία έχει κυρωθεί δια του άρθρου μόνου Ν. 133/1975, υπολογίζεται βάσει του συμβατικού ή του νομίμου μισθού ή ημερομισθίου, κατά τα ειδικώτερον οριζόμενα (ΟλΑΠ 4/1999).
Οι αφορώσες τις επιχειρήσεις μετάλλου από 16ης Οκτωβρίου 2010 και 17ης Ιουνίου 2013 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων Μετάλλου όλων των Μεταλλουργικών Επιχειρήσεων καθώς και Τμημάτων Παραγωγής, Επεξεργασίας, Συναρμολόγησης, Συσκευασίας, Επισκευής κ.λπ.
Μετάλλου άλλων Επιχειρήσεων όλης της Χώρας" (π.κ. 51/9-12-2010, 9/26-7-2013 αντιστοίχως) δεν έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, ώστε να δεσμεύουν και τα μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Επομένως, αγωγή εργατοτεχνίτη μεταλλουργικής επιχειρήσεως, διώκουσα την επιδίκαση αξιώσεων εκ δεδουλευμένων ημερομισθίων, υπερ-εργασίας, κατ' εξαίρεση υπερωρίας, απασχολήσεως κατά την έκτη ημέρα μετά την 11η Μαΐου 2010 ή αποζημιώσεως απολύσεως, βάσει των προαναφερομένων Σ.Σ.Ε., προκειμένου να είναι ωρισμένη, πρέπει, συμφώνως προς τα ανωτέρω, να διαλαμβάνει και το στοιχείο της ιδιότητος των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ή, εάν δεν διαλαμβάνει το στοιχείο τούτο και αμφισβητήσει ο εναγόμενος την ιδιότητα αυτού του ιδίου ή του ενάγοντος ως μελών των εν λόγω οργανώσεων, ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί δια των προτάσεων ή δια δηλώσεως καταχωριζομένης στα πρακτικά το εν λόγω στοιχείο.
Αναφορικώς δε προς την αξίωση αποζημιώσεως λόγω απασχολήσεως την έκτη ημέρα επί εβδομάδος εργασίας πέντε ημερών κατά το προ της 11ης Μαΐου 2010 διάστημα, η αγωγή, προκειμένου να είναι ωρισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει και το στοιχείο της ωφελείας, την οποία προσεπορίσθη ο εργοδότης, καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιώτερος, από την ακύρως παρασχεθείσα εργασία του εργαζομένου, συνισταμένη στο ποσόν της αμοιβής, την οποία θα κατέβαλλε προς άλλον μισθωτό έχοντα τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος ως αντάλλαγμα της ιδίας εργασίας.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 534 και 536 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν το αιτιολογικό της εκκαλουμένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό αυτής ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση, ενώ δεν δύναται να εκδώσει απόφαση πλέον επιβλαβή ως προς τον εκκαλούντα, χωρίς να έχει ασκηθεί ιδία έφεση ή αντέφεση από τον εφεσίβλητο, εκτός εάν μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν.
Παρέπεται ότι, εάν έχει απορριφθεί πρωτοδίκως η αγωγή και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως του ενάγοντος, κρίνει ότι η αγωγή είναι απορριπτέα εξ άλλου λόγου, είναι εφικτή η αντικατάσταση των αιτιολογιών μόνον εάν δεν υφίσταται διαφορά ως προς την εμβέλεια του δεδικασμένου του προκύπτοντος από την απόρριψη της αγωγής βάσει του ενός ή του άλλου λόγου (ΑΠ 1279/2004).
Η σχετική κρίση του δικαστηρίου ελέγχεται αναιρετικώς, κατά περίπτωση, βάσει του ως άνω λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή του λόγου του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου, κατά τον οποίον αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής. Ο αναιρεσείων, επικαλούμενος δια της αγωγής, επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι είχε απασχοληθεί υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην επιχείρηση της καθ' ης, η οποία αντικείμενο έχει την κατασκευή, επιδιόρθωση, επεξεργασία και εμπορία ειδών μετάλλου και φωτιστικών, από 1ης Μαΐου 2009 μέχρι 26ης Νοεμβρίου 2014, οπότε και απελύθη, ότι ελάμβανε τις αποδοχές της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
ως ανειδίκευτος εργάτης, ενώ παρείχε εργασία τεχνίτη ηλεκτροσυγκολλητή - βουρτσαδόρου, και ότι είχε απασχοληθεί επί τις αναφερόμενες ώρες υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας ως και τις αναφερόμενες ημέρες Σαββάτου, κατά παράβαση του πενθημέρου, εζήτησε, καθ' ο μέρος αφορά τα αιτήματα της αγωγής, τα οποία εκρίθησαν κατ' έφεση ως απαράδεκτα, την επιδίκαση α) των διαφορών μεταξύ των ποσών, τα οποία προέκυπταν από τον υπολογισμό των δεδουλευμένων ημερομισθίων αυτού του διαστήματος από 1ης Ιανουάριου 2010 μέχρι 26ης Νοεμβρίου 2014 βάσει των ως άνω από 16ης Οκτωβρίου 2010 και 17ης Ιουνίου 2013 Σ.Σ.Ε., βάσει των οποίων έπρεπε να αμείβεται, και εκείνων, τα οποία είχε λάβει ως ανειδίκευτος εργάτης, βάσει του ημερομισθίου της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., β) της αμοιβής υπερεργασίας των ετών 2013, 2014, γ) της αμοιβής κατ' εξαίρεση υπερωρίας των αυτών ετών, δ) της αμοιβής απασχολήσεως κατά τις ημέρες Σαββάτου και ε) της αποζημιώσεως απολύσεως.
Η αναιρεσίβλητη, αρνουμένη την αγωγή, αμφισβήτησε δια των προτάσεων τόσον πρωτοδίκως όσον και κατ' έφεση την ιδιότητα αυτής και του αναιρεσείοντος ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων συνήφθησαν οι ως άνω συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εν τούτοις ο αναιρεσείων παρέλειψε να συμπληρώσει κατά το στοιχείο τούτο την αγωγή, η οποία δεν διαλαμβάνει ούτε ότι οι διάδικοι ήσαν μέλη των εν λόγω οργανώσεων, ούτε ότι είχε συμφωνηθεί ότι ο αναιρεσείων θα αμείβεται βάσει των αποδοχών των ως άνω Σ.Σ.Ε.
Επίσης, η αγωγή, αναφορικώς προς την αξίωση αποζημιώσεως λόγω απασχολήσεως του αναιρεσείοντος την έκτη ημέρα κατά το προ της 11ης Μαΐου 2010 διάστημα, δεν περιέχει βάση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και δεν αναφέρει το στοιχείο της ωφελείας, την οποία προσεπορίσθη η αναιρεσίβλητη από την ακύρως παρασχεθείσα εργασία αυτού, συνισταμένη στο ποσόν της αμοιβής, την οποία θα κατέβαλλε προς άλλον μισθωτό έχοντα τις ικανότητες και τα προσόντα του αναιρεσείοντος ως αντάλλαγμα της ιδίας εργασίας.
Συνεπώς η αγωγή δεν είναι ωρισμένη ως προς πάντα τα προαναφερόμενα αιτήματα αυτής, το δε Μονομελές Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, μετ' αντικατάσταση των αιτιολογιών της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη εκ του λόγου ότι είχε επέλθει μεταβολή της βάσεως αυτής λόγω εσφαλμένης αναγραφής του ονοματεπωνύμου του ενάγοντος στο δικόγραφο της αγωγής και εν συνεχεία διορθώσεως τούτου δια των προτάσεων, δεν παρεβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας, υπερεργασίας, υπερωρίας, αποζημιώσεως απολύσεως και αμοιβής κατά την έκτη ημέρα επί εβδομάδος εργασίας πέντε ημερών, αφού δεν αξίωσε περισσότερα ή διάφορα στοιχεία των απαιτουμένων βάσει των εν λόγω διατάξεων αναφορικώς προς το περιεχόμενο της αγωγής, ούτε παρά τον νόμο εκήρυξε απαράδεκτο, αφού, παρά την ειδική άρνηση της εναγομένης ως προς την ιδιότητα αυτής και του ενάγοντος ως μελών των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, δεν υπήρξε συμπλήρωση της αγωγής ως προς το εν λόγω στοιχείο, ούτε παρά τον νόμο αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης αποφάσεως, αφού δεν υφίσταται διαφορά ως προς την εμβέλεια του δεδικασμένου του προκύπτοντος από την απόρριψη της αγωγής βάσει του πρωτοδίκως γενομένου δεκτού και του κατ' έφεση λόγου.
Συνεπώς οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια των οποίων προσάπτονται αναφορικώς προς την απόρριψη των προαναφερομένων αγωγικών αιτημάτων λόγω της μη αναφοράς του στοιχείου της ιδιότητος των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων και την αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης αποφάσεως οι αιτιάσεις εκ των αριθμών 1 εδ.
α' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, έκαστος διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία είναι αναγκαία προς υποστήριξη της αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως αυτού, κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο εσφαλμένως εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου περί του βάρους αποδείξεως.
Ο εν λόγω λόγος συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως επέβαλε το βάρος αποδείξεως ωρισμένου ισχυρισμού στον αναιρεσείοντα, με συνέπεια να απορριφθεί ο εν λόγω ισχυρισμός λόγω ελλείψεως ή ανεπαρκείας των αποδείξεων. Μετά την κατάργηση δια του άρθρου 14 παρ. 1 Ν. 2915/2001 της εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως - πράξεως περί αποδείξεων κατά το άρθρο 341 ΚΠολΔ, ως επιβολή του βάρους αποδείξεως νοείται πλέον ο προσδιορισμός του διαδίκου του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του προβαλλομένου ισχυρισμού (ΑΠ 1254/2010).
Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη. Κατά πάσα περίπτωση, λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου επικαλείται ο αναιρεσείων ότι δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ή δεν έχουν γίνει δεκτά ωρισμένα πραγματικά περιστατικά ή έχει γίνει ή δεν έχει γίνει δεκτός ωρισμένος ισχυρισμός ή ωρισμένο αίτημα, ενώ από την εν λόγω απόφαση προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος.
Εν προκειμένω, δια του επομένου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι εσφαλμένως το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων έφερε το βάρος αποδείξεως της υπαγωγής αυτού στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Ο εν λόγω λόγος, εκ του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθ' ο μέρος αφορά τα απορριφθέντα ως αόριστα αιτήματα της αγωγής, διότι κατά τα ανωτέρω προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται επί απορρίψεως ωρισμένου ισχυρισμού ως αορίστου, καθ' ο μέρος δε αφορά το αίτημα περί διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών του διαστήματος από 1ης Μαΐου 2009 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009, το οποίο εκρίθη κατ' ουσίαν και απερρίφθη λόγω παραγραφής, ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι το Μονομελές Εφετείο δεν έκρινε ότι ο αναιρεσείων έφερε το βάρος αποδείξεως της υπαγωγής αυτού στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αλλά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αντιθέτως, εδέχθη ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το μισθολογικό καθεστώς του αναιρεσείοντος διείπετο όχι από τις προαναφερόμενες από 16ης Οκτωβρίου 2010 και 17ης Ιουνίου 2013 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων Μετάλλου όλων των Μεταλλουργικών Επιχειρήσεων καθώς και Τμημάτων Παραγωγής, Επεξεργασίας, Συναρμολόγησης, Συσκευασίας, Επισκευής κ.λπ.
Μετάλλου άλλων Επιχειρήσεων όλης της Χώρας", αλλά από την από 24ης Ιουνίου 2008 ομοία, η οποία όμως, εν αντιθέσει προς τις προηγούμενες, είχε κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική και εξ αυτής εδεσμεύοντο και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ώστε να μην τίθεται ως προϋπόθεση γενέσεως των εξ αυτής δικαιωμάτων του ενάγοντος η ιδιότης αυτού και της εναγομένης ως μελών των εν λόγω συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Ο εν λόγω λόγος αφορά αποκλειστικώς τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου, επομένως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΑΠ 598/2019).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο την αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.
Προκειμένου να είναι ωρισμένος συμφώνως προς τις εν λόγω διατάξεις ο προαναφερόμενος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και το προσαπτόμενο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, και δη εάν πρόκειται περί παντελούς ελλείψεως αιτιολογίας ή περί ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, να εξειδικεύεται δε, επί ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, ποία συγκεκριμένως είναι τα ελλείποντα στοιχεία ή ποίες οι αντιφατικές παραδοχές του δικαστηρίου, και να προσδιορίζεται το ζήτημα, ως προς το οποίο υφίσταται η πλημμέλεια της αιτιολογίας, ως και ότι ασκεί το εν λόγω ζήτημα ουσιώδη επίδραση ως προς την έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί μόνη η γενική έκφραση περί ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ή η παράθεση του κειμένου του εν λόγω λόγου (ΟλΑΠ 20/2005).
Εν προκειμένω, δια του τελευταίου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ο εν λόγω λόγος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθ' ο μέρος αφορά τα απορριφθέντα ως αόριστα αιτήματα της αγωγής, διότι κατά τα ανωτέρω προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται επί απορρίψεως ωρισμένου ισχυρισμού ως αορίστου, καθ' ο μέρος δε αφορά το κατ' ουσίαν κριθέν αίτημα περί διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών του διαστήματος από 1ης Μαΐου 2009 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ποία συγκεκριμένως είναι τα ελλείποντα στοιχεία ή ποίες οι αντιφατικές παραδοχές του δικαστηρίου, ούτε προσδιορίζεται το ζήτημα, ως προς το οποίο υφίσταται η πλημμέλεια της αιτιολογίας. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24ης Ιανουάριου 2018 αίτηση κατά της υπ' αριθμόν 3658/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακόσιων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ