Legislator Case Law & Legislation
636/2015 AI generated

636/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 636/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2898/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3511/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/12/2014 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

636/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προβολή της ένστασης αυτής μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης (ΑΠ 1765/2002). Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, ομοειδείς κατ’ αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες θα συνυπάρξουν.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements aggressive sales practice public takeover bid protection against illicit commercial practices dismissal of fraud charges fraudulent acquisition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 636 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 636/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ-UNILEVER HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ, ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΤΡΟΦΙΜΩΝ", που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Λιάσκο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2898/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3511/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/12/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 7/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθ. 3511/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτές η από 12-11-2012 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ’ αριθ. 2898/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και η αντίθετη από 12-10-2012 έφεση της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την από 30-7-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας για αποζημίωση από καταγγελία σύμβασης διανομής και του επιδίκασε το ποσό των 60.393,46€, αντί του επιδικασθέντος πρωτοδίκως των 15.000€ και επιπλέον απέρριψε την προβαλλόμενη το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας ένσταση περί συμψηφισμού της άνω απαίτησης του αναιρεσίβλητου με ληξιπρόθεσμη ανταπαίτησή της, ύψους 69.582,57€, αφορώσα τίμημα από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης προς αυτόν προϊόντων της, για τις οποίες εκδόθηκαν τα αναφερόμενα κατά αριθμό και ημερομηνία έκδοσης τιμολόγια και δελτία αποστολής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 269, 527 αριθ. 3 και 529 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση του συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται άμεσα.(ΑΠ 1281/2014).

Η προβολή της ένστασης αυτής μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης (ΑΠ 1765/2002). Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, ομοειδείς κατ’ αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης από το χρονικό αυτό σημείο έχει δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτησή του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Με την πρόταση αυτή, οποτεδήποτε γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, αποσβένυνται αναδρομικά, δηλαδή από το χρόνο που συνυπήρξαν. (ΑΠ 1219/1997) Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 παρ.1 και 222 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να εκτίθενται σαφή περιστατικά παραγωγικά της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης και ειδικότερα επί ανταπαίτησης αφορώσας τίμημα από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης πρέπει να αναφέρονται ο χρόνος κατάρτισης της καθεμιάς, οι πωληθείσες και παραδοθείσες ποσότητες, το είδος αυτών και, στην περίπτωση που πρόκειται περί πώλησης διαφορετικών ειδών, η τιμή μονάδας πώλησης καθενός, διαφορετικά αρκεί η αναφορά του συνολικού τιμήματος αυτών, καθώς και ο συμφωνημένος χρόνος καταβολής του επιμέρους ή συνολικού τιμήματος, για να κριθεί το ληξιπρόθεσμο αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας, αυτή με τον τρίτο λόγο αυτής ισχυρίσθηκε, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, ότι, στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου, προτείνει σε συμψηφισμό ληξιπρόθεσμη ανταπαίτησή της, ύψους 69.582,57€, προερχόμενη από τίμημα διαδοχικών συμβάσεων πώλησης προϊόντων της προς τον τελευταίο, που αποδεικνύονται από τα αναφερόμενα κατά αριθμό και ημερομηνία έκδοσης 17 τιμολόγια και αντίστοιχα δελτία αποστολής.

Η ένσταση αυτή περί συμψηφισμού της άνω ανταπαίτησης της, διατυπούμενη ως ανωτέρω, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέα ως αόριστη, διότι για τη θεμελίωσή της γίνεται αναφορά μόνον του αριθμού και της ημερομηνίας των, για τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, εκδοθέντων, κατά χρονολογική σειρά, εντός του χρονικού διαστήματος από 17-5-2010 έως 2-7-2010, τιμολογίων και αντιστοίχων δελτίων αποστολής, του συνολικού τιμήματος αυτών και ότι αυτό είναι ληξιπρόθεσμο και όχι και των κατ’ ιδίαν πωληθεισών και παραδοθεισών ποσοτήτων, του είδους αυτών και, στην περίπτωση που πρόκειται περί διαφορετικών ειδών, και της τιμής μονάδας καθενός, καθώς και του συμφωνημένου χρόνου καταβολής του καθενός τιμήματος.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την παραπάνω ένσταση συμψηφισμού ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της και ούτε απέρριψε, παρά το νόμο, ως απαράδεκτη την ένσταση αυτή και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές για λογαριασμό αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου.

Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη σύμβασης πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Ακόμη, κατά μεν το άρθρο 8 του ΠΔ 219/1991, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του ΠΔ 312/1995: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4). "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (παρ. 8), κατά δε το άρθρο 9 του ιδίου διατάγματος "1.

α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...".

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, ήτοι εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.

α’ του ΠΔ. 219/1991, όπως το εδ. α’ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ΠΔ 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα- αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (ΑΠ 175/2010, ΑΠ 53/2007, ΑΠ 139/2006).

Τις εν λόγω ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννησης της απαίτησής του οφείλει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής, ο εμπορικός αντιπρόσωπος και να περιλάβει στην απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας για την πληρότητα της αιτιολογίας του αποδεικτικού του πορίσματος στην περίπτωση επιδίκασης τέτοιας αποζημίωσης.

Τις ίδιες προϋποθέσεις οφείλει να επικαλεσθεί και ο διανομέας, ο οποίος στηρίζει τα δικαιώματά του σε σύμβαση διανομής, σύμφωνα με την οποία ο παραγωγός ή χονδρέμπορος υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία στη συνέχεια ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, υπό την προϋπόθεση ότι στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ’ αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του (ΟλΑΠ 16/2013 ).

Αντίθετα δεν είναι αναγκαία για τη δικονομική πληρότητα της αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση πελατείας και περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης ο προσδιορισμός ονομαστικά ή έστω κατά ποσοστό των νέων πελατών ή των παλαιών, των οποίων οι υποθέσεις σημαντικά αναβαθμίσθηκαν με την διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου ούτε το ακριβές ποσό των ωφελημάτων που διατήρησε ο αντιπροσωπευόμενος, μετά τη λύση της σύμβασης, από τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1320/2014, ΑΠ 734/2011, ΑΠ 703/2009).

Tέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που επιδίκασε αποζημίωση πελατείας στον αναιρεσίβλητο- διανομέα, λόγω καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας της μεταξύ τους υφιστάμενης ορισμένου χρόνου σύμβασης διανομής παγωτών και παγωμένων γλυκισμάτων, παραγωγής, εισαγωγής και διάθεσης στην ελληνική αγορά εκ μέρους της τελευταίας, στα πλαίσια της οποίας ο αναιρεσίβλητος ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσής της, προκύπτει ότι δέχθηκε τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε επίσης, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης ο ενάγων κατέβαλλε σοβαρές και κοπιώδεις προσπάθειες για την προώθηση και εδραίωση ίων προϊόντων της εναγομένης.

Μέσω δε της εμπορικής του δραστηριότητας, η οποία ήταν άρρηκτα και αποκλειστικά συνδεδεμένη με την εναγομένη, ως μοναδική του προμηθεύτρια, εισέφερε στο δίκτυο πελατών της τελευταίας, ικανό αριθμό νέων πελατών και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες της, έτσι ώστε, αν έλειπε η προσωπική του σχέση και επαφή με αυτούς, η τελευταία θα είχε στερηθεί μεγάλο αριθμό πελατών.

Επέβλεπε συνεχώς τα σημεία πώλησης της γεωγραφικής του περιοχής, ώστε να έχουν διαθέσιμα προϊόντα της εναγομένης κάθε στιγμή, ήλεγχε τη λειτουργία των εκεί ψυκτικών μηχανημάτων, μεριμνούσε για την επαρκή και συνεχή διαφήμιση της εναγομένης από τα παραπάνω σημεία και διαπραγματευόταν με τους λιανοπωλητές ως προς το ύψος και το είδος των παροχών που θα δίνονταν στους τελευταίους κατόπιν εγκρίσεως της εναγομένης.

Οι παραπάνω νέοι πελάτες αποτελούσαν πλέον μία εν "δυνάμει" πελατεία, για την εναγομένη, γνώστρια του πελατολογίου του ενάγοντος από την οποία αυτή έχει προοπτική κέρδους και μετά τη λύση της σύμβασης διατηρώντας ουσιαστικά οφέλη από τις συναλλαγές με τους πελάτες αυτούς. .....Ο ενάγων έλαβε για το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η επίδικη σύμβαση (από 1/1/2009 έως 11/4/2011) το συνολικό ποσό των 102.112,33 (47.986,93 + 53.628,57 + 496,83) ευρώ, δηλαδή κατά μέσο όρο το ποσό των 3.736,27 (102.112,33 ευρώ : 27,33 μήνες) ευρώ ανά μήνα και συνολικά το ποσό των 44.835,24 (3.736,27 ευρώ μηνιαίως χ 12 μήνες) ευρώ ανά έτος...Τέλος, μετά τη χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία της σύμβασης, η εναγομένη διατήρησε ουσιαστικά εμπορικά και οικονομικά οφέλη από τον αριθμό των νέων πελατών που ο ενάγων έφερε σ’ αυτήν αυξάνοντας την πελατεία της με τους προσωπικούς πελάτες του (ενάγοντος).

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση πελατείας. Λαμβανομένων υπόψη των προμηθειών που χάνει ο ενάγων εξ αιτίας της καταγγελίας της σύμβασης και της διατήρησης ουσιαστικών ωφελειών από την εναγομένη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της σύμβασης, το δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούται για αποζημίωση πελατείας το ποσό των 20.000 ευρώ, ποσό, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο μετά από στάθμιση όλων των προαναφερομένων".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω, δήθεν, ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού περιέλαβε στην απόφασή του με πληρότητα το από τις αποδείξεις πόρισμά του ως προς την επιδίκαση υπέρ του αναιρεσίβλητου - διανομέα της αποζημίωσης πελατείας, ύψους 20.000€, ως δίκαιης, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της άνω διάταξης του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/1991 και τον προσδιορισμό της αποζημίωσης πελατείας στο προαναφερόμενο ποσό και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσίβλητος εισέφερε στο δίκτυο πελατών της αναιρεσείουσας ικανό αριθμό νέων πελατών, ότι ο ετήσιος μέσος όρος των προμηθειών, που έλαβε, κατά το χρόνο λειτουργίας της σύμβασης, ανερχόταν στο ποσό των 44.835,24€, ότι η αναιρεσείουσα μετά τη λύση της σύμβασης διατήρησε τα ουσιαστικά οφέλη από τις υποθέσεις με τους άνω πελάτες, δεδομένου ότι αποτελούσαν πλέον μία εν δυνάμει πελατεία γι’ αυτή, γνώστρια του πελατολογίου του, ενώ ο αναιρεσίβλητος απώλεσε τις αντίστοιχες προμήθειες και ότι με βάση όλες αυτές τις περιστάσεις η δίκαιη αποζημίωση πελατείας του τελευταίου ανέρχεται στο ποσό των 20.000€, μη όντος αναγκαίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης του προσδιορισμού των νέων πελατών ονομαστικά ή έστω κατά ποσοστό, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ.1037/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ.3511/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ