Legislator Case Law & Legislation
636/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on divorce property division, ruling lower court's assessment of contribution was not legally flawed.

Case Number 636/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the wife's appeal against the Second Instance Court's judgment regarding marital property division. The wife argued the husband had free access to joint bank accounts and funded the house construction, yet the lower court awarded him a significant share of the property increase. The court held that the appellate court's decision was based on a comprehensive evaluation of evidence and did not constitute a legally reviewable error under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10), 561(1) of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision is based on a comprehensive evaluation of evidence without constituting a legally reviewable error regarding the substance of the case.

Keywords

AI generated
marital property division contribution to property increase appellate review standard joint bank account access construction costs allocation civil procedure code divorce proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Civil Procedure Code
Article 561(1) of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 189(1) of the Civil Procedure Code
Article 191(2) of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 636 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 636 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου, ο οποίος ανακάλεσε την από 9.11.2011 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10.6.2005 και 23.2.2006 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας ως και την από 19.9.2005 ομοία του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 368/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 532/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4.10.2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 4.10.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 532/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 532/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 20.7.2007 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 368/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στη συνέχεια αφενός μεν απέρριψε την εναντίον του από 10.6.2005 αγωγή της αναιρεσείουσας με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι αυτός δεν συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, που είχε γίνει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση, αφετέρου δε δέχθηκε εν μέρει την από 19.9.2005 αντίθετη αγωγή του, που είχε απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση (με την οποία απορρίφθηκε επίσης και η από 23.2.2006 δεύτερη εναντίον του αγωγή της αναιρεσείουσας), και αναγνώρισε (η εφετειακή απόφαση) ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει σ' αυτόν νομιμοτόκως το ποσό των 37.665,34 ευρώ, στο οποίο αποτιμήθηκε η συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου τους. 2.

Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990).

Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρ. 270§2 εδ.α & β, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1429/1997).

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1011/1994).

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072/2005).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996).

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης συντρέχει, όταν το βάρος της απόδειξης επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά το νόμο (άρθρ. 338 ΚΠολΔ) αυτός δεν το έφερε, μ' αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός του να απορριφθεί για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων (ΑΠ 567/1984, 140/2006) ή ανάλογα παρά την έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων να γίνει σε βάρος του δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, αν και θα έπρεπε η έλλειψη ή η ανεπάρκεια των αποδείξεων να οδηγήσουν στην παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ή στην απόρριψη του ισχυρισμού του αντιδίκου του, με επίρριψη έτσι ορθά στον τελευταίο του βάρους της απόδειξης.

Ο αναιρετικός δηλαδή αυτός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή αν ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος.

Κατά την ίδια έννοια ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης και όταν ο βαρυνόμενος με την ανατροπή νόμιμου τεκμηρίου δεν προσκομίζει αποδείξεις ικανές να ανατρέψουν αναμφίβολα το τεκμήριο, αλλά παρόλα αυτά κρίνεται ότι επήλθαν οι συνέπειες ανατροπής του τεκμηρίου, αφού και στην περίπτωση αυτή ο κίνδυνος της αμφιβολίας του δικαστηρίου επιρρίπτεται εσφαλμένα στον αντίδικο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 10.9.1994 στην ..., όπου εγκαταστάθηκαν ... Η έγγαμη αυτών συμβίωση διασπάσθηκε στις 23.9.2002 και ο γάμος τους λύθηκε αργότερα με συναινετικό διαζύγιο, με την 59/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 8.4.2005.

Η εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα), η οποία μέχρι την τέλεση του γάμου της δεν είχε περιουσία, απέκτησε με γονική παροχή από τον πατέρα της Κ. Κ. δυνάμει του .../19.4.1996 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Παναγιώτη Κόκκαλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου 660,50 τ.μ. στην περιοχή ... της περιφέρειας ...

του Δήμου ... και επί της οδού ... . Επί του ακινήτου αυτού με βάση την .../12.8.1999 οικοδομική άδεια της αρμόδιας Δ/νσης ΧΟΠ Αχαΐας άρχισε η ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο και ισόγειο επιφάνειας το καθένα 84 τ.μ. και πρώτο όροφο επιφάνειας 73,43 τ.μ., η οποία κατά το χρόνο διακοπής της έγγαμης σχέσης των διαδίκων ήταν ημιτελής και οι εργασίες ανέγερσής της είχαν προχωρήσει μέχρι και τις τοιχοποιίες από τουβλοδομές, ενώ δεν προκύπτει η αποπεράτωσή της μέχρι σήμερα.

Υποστηρίζει η εφεσίβλητη με την ένδικη από 24.6.2005 αγωγή της ότι το κόστος ανέγερσης της οικοδομής της μέχρι το ως άνω σημείο ανήλθε σε 16.238.180 δραχμές, ποσό που καλύφθηκε αποκλειστικά από την ίδια με χρήματα που της χορήγησε για το σκοπό αυτό ο πατέρας της ..., χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε οικονομική συμμετοχή του εκκαλούντος συζύγου της.

Αντίθετα ο εκκαλών με την από 19.9.2005 ένδικη αγωγή του υποστηρίζει ότι η δαπάνη ανέγερσης της ίδιας ως άνω ημιτελούς οικοδομής ανήλθε μέχρι το έτος 2002 σε 37.800.000 δραχμές, στην οποία συνέβαλε και ο ίδιος με το ποσό των 28.000.000 δραχμών, που αποτελεί και το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης συζύγου του κατά τη διάρκεια του γάμου τους ...

Από τη συνεκτίμηση των εγγράφων παραστατικών δαπανών που προσκομίζει η εφεσίβλητη, δεδομένου ότι είχε την οικονομική διαχείριση ανέγερσης της οικοδομής, αφού ο εκκαλών σύζυγός της απουσίαζε λόγω του επαγγέλματός του ως ναυτικού, της από Αυγούστου 2005 τεχνικής έκθεσης της διπλωματούχου αρχιτέκτονος μηχανικού Μ.

Κ., που κατ' εντολή του εκκαλούντος προέβη σε επιμέτρηση των ποσοτήτων των οικοδομικών εργασιών του έργου και οικονομική εκτίμηση αυτών, σε συνδυασμό και με τις λοιπές προσκομιζόμενες αποδείξεις, το κόστος ανέγερσης του έργου αυτού ανήλθε... συνολικά σε 29.072.646 δραχμές ή 85.319,58 ευρώ. Τα υπόλοιπα όμως κονδύλια δαπάνης που υποστηρίζει ο εκκαλών κρίνονται αβάσιμα, αφού στην οικοδομή, που διαθέτει στην οροφή της πλάκα από μπετόν, δεν τοποθετήθηκε ξύλινη στέγη.

Επίσης οι υδραυλικές εγκαταστάσεις στους υπόλοιπους εκτός του υπογείου χώρους της οικοδομής, καθώς και οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, έγιναν στη συνέχεια, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, και αφού αναθεωρήθηκε η οικοδομική άδεια της οικοδομής με την υπ' αριθ. 15738/13.10.2005 αίτηση της εφεσίβλητης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω δαπάνη για την ανέγερση της ημιτελούς οικοδομής στο οικόπεδο της εφεσίβλητης... έγινε με χρήματα που διέθεσαν και οι δύο διάδικοι. Ειδικότερα ο εκκαλών κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την εφεσίβλητη ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού, δηλαδή μηχανικού μηχανολόγου πλοίων Α και Β κατηγορίας, εργαζόμενος στην εταιρεία SUPER FAST FERRIES S.A., που εκτελεί δρομολόγια Πάτρα-Ιταλία, αρχικά από 6.4.1995 ως μηχανικός Β μέχρι τις 30.7.1997 και στη συνέχεια ως μηχανικός Α.

Από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις αποδοχών του προκύπτει ότι αυτός είχε εισόδημα 3.017.013 δραχμές το έτος 1995, 5.192.673 δραχμές το έτος 1996, 5.230.440 δραχμές το έτος 1997, 7.619.562 δραχμές το έτος 1998, 6.470.281 δραχμές το έτος 1999, 8.933.388 δραχμές το έτος 2000, 7.558.761 δραχμές το έτος 2001 και 19.092,12 ευρώ το έτος 2002. Επίσης η εφεσίβλητη εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στην επιχείρηση ΠΑΤΡΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ Α.Ε., από την οποία εργασία της είχε εισοδήματα, με βάση τις προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις της, 3.770.605 δραχμές το έτος 1994, 3.826.974 δραχμές το έτος 1995, 4.418.865 δραχμές το έτος 1996, 4.798.634 δραχμές το έτος 1997, 5.161.141 δραχμές το έτος 1998, 5.043.081 δραχμές το έτος 1999, 5.192.410 δραχμές το έτος 2000, 6.004.742 δραχμές το έτος 2001 και 18.846,62 ευρώ το έτος 2002.

Από τα ως άνω έσοδά τους οι διάδικοι δαπανούσαν μηνιαίως τουλάχιστον 600.000 δραχμές για την οικογενειακή διαβίωσή τους, ποσό το οποίο δαπανούσε η εφεσίβλητη που διέμενε στην οικογενειακή στέγη τους, στην Πάτρα, αφού ο εκκαλών, που ήταν ναυτικός, απουσίαζε το μεγαλύτερο διάστημα και η ίδια είχε την οικογενειακή διαχείριση και την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους, ενώ επιπλέον είχε και τη διαχείριση των χρημάτων του εκκαλούντος συζύγου της μέσω κάποιου τραπεζικού λογαριασμού, αρχικά στην Τράπεζα Χίου και στη συνέχεια στην Τράπεζα Πειραιώς, όπου κατατίθεντο οι αποδοχές του από την ως άνω ναυτιλιακή εταιρεία που εργαζόταν αυτός.

Η εφεσίβλητη, όπως η ίδια παραδέχεται, δεν διέθεσε κάποιο χρηματικό ποσό από τα ως άνω προσωπικά της έσοδα για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής, αλλά τα χρήματα προς τούτο της χορήγησε ο πατέρας της ... Ειδικότερα ο τελευταίος προς το σκοπό αυτό ανέλαβε ... συνολικά από τραπεζικούς λογαριασμούς του και χορήγησε σ' αυτή για την ανέγερση της οικοδομής το ποσό των 15.522.679 δραχμών, ενώ της χορήγησε και το ποσό των 715.501 δραχμών, που ήταν μέρος των αναδρομικών που έλαβε κατά τη συνταξιοδότησή του από το ΙΚΑ.

Δηλαδή συνολικά της χορήγησε το ποσό των 16.238.180 δραχμών, το οποίο η εφεσίβλητη διέθεσε στην ανέγερση της οικοδομής, όπως και η ίδια υποστηρίζει με την αγωγή της. Το υπόλοιπο ποσό του κόστους ανέγερσης της οικοδομής, δηλαδή 12.834.466 δραχμές ή 37.665,34 ευρώ (29.072.646 - 16.238.180) κάλυψε ο εκκαλών από τα έσοδα της εργασίας του, επιπλέον του ποσού των 300.000 δραχμών, που διέθετε κατά μέσο όρο μηνιαίως κατά το διάστημα που διήρκεσε η έγγαμη σχέση του με την εφεσίβλητη, η οποία αναλάμβανε τμηματικά τα σχετικά ποσά από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσαν και στον οποίο κατατίθεντο κατά τα ως άνω οι αποδοχές του από την εργασία του ή της χορήγησε ο ίδιος για την ανέγερση της συγκεκριμένης οικοδομής...

Το ποσό αυτό των 12.834.466 δραχμών ή 37.665,34 ευρώ αποτελεί τη συμβολή του εκκαλούντος στην ανέγερση της οικοδομής, δεδομένου ότι η συνεισφορά του πέραν των 300.000 δραχμών κατά μήνα δεν επιβαλλόταν από την απορρέουσα από το νόμο υποχρέωσή του να συμβάλλει στις οικογενειακές δαπάνες. Με βάση τα ανωτέρω η περιουσία της εφεσίβλητης συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων αυξήθηκε κατά το ποσό των 29.072.646 δραχμών ή 85.319,57 ευρώ, που αποτελεί την αξία και το κόστος ανέγερσης της ως άνω οικοδομής ως κτίσμα ..., η οποία περιουσιακή αύξηση οπωσδήποτε σωζόταν κατά τον ως άνω χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (8.4.2005), η δε συμβολή του εκκαλούντος στην περιουσιακή αυτή επαύξηση ήταν το ως άνω ποσό των 37.665,34 ευρώ που δαπάνησε αυτός.

Επομένως ο εκκαλών δικαιούται το ποσό αυτό ως συμμετοχή του στα αποκτήματα της εφεσίβλητης πρώην συζύγου του κατά τη διάρκεια του γάμου τους που υφίστατο ως περιουσιακή επαύξηση κατά την αμετάκλητη λύση αυτού". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε κατά το αντίστοιχο μέρος της την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή του και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει νομιμοτόκως το ως άνω ποσό της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ενώ απέρριψε ως αβάσιμη την εναντίον του από 10.6.2005 αντίθετη αγωγή της.

Στην κρίση αυτή το Εφετείο κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, όπως ρητά βεβαιώνεται στην απόφασή του, αλλά και προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της. Ωστόσο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ή δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη έγγραφα που με επίκληση προσκόμισε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό προς απόδειξη κρίσιμων ισχυρισμών της ή ανταπόδειξη αγωγικών ισχυρισμών του αντιδίκου της και ειδικότερα:

α) Την από 1.2.2006 τεχνική έκθεση της πολιτικής μηχανικού Α. Ξ., από την οποία προκύπτει, κατά την άποψή της, ότι οι δαπάνες ανέγερσης της επίδικης οικοδομής κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων αφορούν εργασίες συνολικής αξίας 18.382.845 δραχμών, β) την από 24.8.1998 εξώδικη δήλωσή της προς τον αντίδικό της, η οποία έμεινε αναπάντητη, μολονότι μ' αυτή διαμαρτυρόταν προς αυτόν για έλλειψη συμμετοχής του στις οικογενειακές δαπάνες τους και γ) τον υπ' αριθ. 199/17.1.2006 πίνακα του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας για τη θαλάσσια υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου, από τον οποίο προκύπτει ότι αυτός ήταν άνεργος το διάστημα από 19.5.2002 μέχρι 2.10.2002.

Όμως το ενδεχόμενο ο αναιρεσίβλητος να ήταν άνεργος κατά το διάστημα αυτό, δηλαδή στο τέλος σχεδόν της έγγαμης συμβίωσής του με την αναιρεσείουσα, που διασπάσθηκε στις 23.9.2002, είναι αδιάφορο στην παρούσα δίκη και δεν οδηγεί στο συμπέρασμα, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι αυτός δεν είχε προηγουμένως εισοδήματα επαρκή για να συμβάλει μ' αυτά στις οικογενειακές δαπάνες τους, αφού κατά τη διάρκεια του γάμου τους εργαζόταν κανονικά, λαμβάνοντας τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ικανοποιητικές αποδοχές.

Το γεγονός επίσης ότι παρέλειψε, κατά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, να απαντήσει στην ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία της δεν σημαίνει και αποδοχή του περιεχομένου της ούτε η ύπαρξη της διαμαρτυρίας αυτής καθαυτής και η επίδοσή της στον αναιρεσίβλητο με δικαστικό επιμελητή υποδηλώνει οπωσδήποτε και αδυναμία πρόσβασης της αντιδίκου του στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους και μάλιστα για όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, συνιστά δε απλό επιχείρημα της αναιρεσείουσας ο ισχυρισμός της ότι αν πράγματι μπορούσε κατά το κρίσιμο διάστημα να διαχειρισθεί ελεύθερα τα χρήματα της μισθοδοσίας του αναιρεσιβλήτου, έχοντας άμεση πρόσβαση στο σχετικό τραπεζικό λογαριασμό, θα κάλυπτε από μόνη της με τα χρήματα αυτά τις οικογενειακές τους ανάγκες και δεν θα προέβαινε στην ως άνω διαμαρτυρία της προς αυτόν.

Εξ άλλου με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η επίδικη οικοδομή βρισκόταν κατά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων στο στάδιο της τοιχοποιΐας από τουβλοδομές και στο ίδιο στάδιο δέχεται και η αναιρεσείουσα ότι βρισκόταν τότε η οικοδομή, όπως αυτό προκύπτει από τις παραδεκτά επισκοπούμενες προτάσεις της στο Εφετείο (σελ. 7), με τις οποίες επικαλείται προς επιβεβαίωση της θέσης της ακριβώς αυτής την ως άνω έκθεση της πολιτικής μηχανικού Α.

Ξ.. Δεν υπήρχε έτσι ανάγκη να αναφερθεί ειδικότερα το Εφετείο στην τεχνική αυτή έκθεση, εφόσον κατά τα λοιπά δεν γίνεται μ' αυτή επιμέτρηση και κοστολόγηση της μέχρι τότε κατασκευής της οικοδομής, η οποία αντίθετα γίνεται με την από Αυγούστου 2005 τεχνική έκθεση της διπλωματούχου αρχιτέκτονος μηχανικού Μ.

Κ., που δικαιολογεί και την ειδικότερη σ' αυτή αναφορά με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς το ότι το Εφετείο δεν αναφέρθηκε με την απόφασή του ειδικά στα παραπάνω έγγραφα δεν σημαίνει ότι δεν τα έλαβε υπόψη, αλλά αυτό οφείλεται στο ότι κατά την ανέλεγκτη κρίση του δεν τα θεώρησε καθοριστικά για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο στηρίζεται πλήρως στα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και συνεκτίμησε στο σύνολό τους το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι τόσο ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, όσο και ο δεύτερος λόγος της, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναπόδεικτα δέχθηκε ότι αυτή διακινούσε ελεύθερα τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό της μισθοδοσίας του, καθώς και ότι διατέθηκαν από τον ίδιο χρήματα για την κατασκευή της επίδικης οικοδομής, πλήττει στην πραγματικότητα, με πρόσχημα πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 13 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η δε αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.10.2010 αίτηση της Μ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 532/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε δε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ