Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence evaluation in summary proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the lower court correctly evaluated evidence in summary proceedings. The appellant argued that the court improperly accepted facts without proof and misinterpreted a private agreement, but the court found these arguments legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10), 559(19), 559(20), 559(12) of the Code of Civil Procedure; The appeal ground regarding acceptance of facts without proof is inadmissible in summary proceedings, while grounds concerning distortion of documents or increased evidentiary weight are unfounded when the court freely evaluated evidence alongside other means.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 636 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Απόφαση 636/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. συζ. Κ. Γ., το γένος Γ.Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γιαννακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καπερνάρο και 2. Χ. συζ. Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο, ως άνω, πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3757/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5095/2007, 3280/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 22 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.ΠολΔ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κλπ, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 701/2008). Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994 και 2479/1997, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει μη οριστική απόφαση.
Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις διαδικασίες των μονομελών πρωτοδικείων (ΑΠ 1248/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 418/57, ΑΠ 555/93).
Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, όπως αντικ. από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, ερήμην της εναγομένης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, με την υπ' αριθμό 3757/2005 οριστική απόφασή του. Κατ' αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, με την υπ' αριθμό 5095/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία διέταξε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Ακολούθως, με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εκδόθηκε με βάση τα αποδεικτικά μέσα τα οποία είχαν προσκομίσει οι διάδικοι, καθώς και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο αυτού, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Συνεπώς, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 (και όχι 8, όπως εσφαλμένως αναγράφεται) ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι σύζυγοι και κύριοι ακινήτου κειμένου στη θέση ... της περιφέρειας ..., το οποίο απέκτησαν δυνάμει του υπ' αριθμό .../23.9.2001 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών Λήδας Τσακίρογλου, νομίμως μεταγραφέντος.
Η εναγομένη ήταν κυρία ομόρου ακινήτου προς αυτό των εναγόντων. Το Δεκέμβριο του έτους 2002 και ενώ οι ενάγοντες οικοδομούσαν ήδη επί του ως άνω ακινήτου τους, ενεφανίσθη η εναγομένη και, παρουσία του μηχανικού του ενάγοντος Γ. Κ., δημιούργησε επεισόδιο, ισχυριζομένη ότι οι ενάγοντες είχαν με την μάντρα του εν λόγω οικοπέδου τους καταλάβει τμήμα του δικού της ακινήτου και είχαν, με το τοιχείο που ανήγειραν και τα υψηλά δένδρα που είχαν κατά μήκος τούτου φυτέψει, μειώσει την αξία του ακινήτου της, με αποτέλεσμα να χάσει υποψήφιο αγοραστή, ο οποίος απαιτούσε, ως ισχυρίσθηκε, την επιστροφή στο διπλάσιο του εκ ποσού 4.000.000 δραχμών σε αυτή καταβληθέντος αρραβώνος.
Όπως περαιτέρω αποδείχθηκε λίγες ημέρες μετά από το ανωτέρω επεισόδιο έλαβε χώρα και νέα συνάντηση της εναγομένης με τον πρώτο ενάγοντα (ο οποίος τυγχάνει επιχειρηματίας εκμεταλλευόμενος το νυκτερινό κέντρο διασκεδάσεως "POSIDONIO"), στον ίδιο χώρο και τότε εκείνη απαίτησε από αυτόν την καταβολή ποσού 10.000.000 δραχμών, απειλώντας τον ότι αν δεν της καταβάλει το ποσό αυτό θα διοχετεύσει στον τύπο γεγονότα περί δήθεν διακινήσεως στο προαναφερόμενο κέντρο του ναρκωτικών, προσφοράς νοθευμένων ποτών και εκμεταλλεύσεως γυναικών, αλλά και απειλώντας τον ότι θα πετύχαινε την διακοπή των οικοδομικών εργασιών στο εν λόγω ακίνητό του, με καταγγελία στην πολεοδομία.
Ο ενάγων, φοβηθείς ότι διακινδύνευε - αν η εναγομένη υλοποιούσε τις απειλές της αυτές - την καλή φήμη της επιχειρήσεώς του, εξαναγκάσθηκε, για να αποφύγει τούτο, να της καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ και, έτσι η εναγομένη δια των ανωτέρω εν γνώσει της απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ισάξιο προς το ποσό αυτό, ενώ αντιστοίχως, προξένησε ισόποση ζημία στον πρώτο ενάγοντα.
Ότι η εναγομένη έπεισε τους ενάγοντες ότι προτίθεται να τους πωλήσει το όμορο στο δικό τους ακίνητό της, έναντι ποσού 70.000.000 δραχμών, ισχυριζόμενη ότι έχει έκταση 7 στρέμματα και δολίως αποκρύπτουσα από αυτούς ότι τούτο είναι μόνο 3,5 στρέμματα, αλλά και ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να τους το μεταβιβάσει.
Συγκεκριμένα τους πρότεινε την αγορά του ως άνω ακινήτου της, ζητώντας μάλιστα την άμεση προκαταβολή ποσού 8.000.000 δραχμών και ο πρώτος των εναγόντων - ενεργών ατομικώς, αλλά και - κατ' εντολή και για λογαριασμό και της δευτέρας εναγούσης - συζύγου του, ως άμεσος εν προκειμένω αυτής αντιπρόσωπος, συμφώνησε να συναντηθούν, προκειμένου να της δώσει την προκαταβολή αυτή, την οποία θα συνεψήφιζαν στο όλο τίμημα και εκείνη να του παραδώσει τους τίτλους κτήσεως του ακινήτου της προς έλεγχο.
Ότι
η εναγομένη απέστειλε, την 5.3.2003, δια του ανωτέρω Μ. Π., τους τίτλους κτήσεως του εν λόγω ακινήτου της, η δε δεύτερη ενάγουσα, δια του πρώτου τούτων, παρέδωσε στην εναγομένη, μέσω του Μ. Π., την υπ' αριθμό ... επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας, εκδόσεως της (εναγούσης) σε διαταγή της εναγομένης, ποσού 23.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 5.3.2003, την οποία η εναγομένη εισέπραξε. 'Ότι όταν οι ενάγοντες έλεγξαν τους τίτλους κτήσεως του προς πώληση ακινήτου της, διεπίστωσαν ότι τούτο είχε έκταση, όχι 7 στρέμματα, όπως ψευδώς τους διαβεβαίωνε η εναγομένη, αλλά 3,5 στρέμματα, γεγονός το οποίο καλώς γνώριζε αυτή.
Αν οι ενάγοντες γνώριζαν την αληθινή έκταση του ακινήτου της εναγομένης δεν θα συμφωνούσαν να το αγοράσουν και δεν θα έδινε η δεύτερη εξ αυτών την προκαταβολή των 23.500 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω, η δεύτερη ενάγουσα εξαπατήθηκε από την εναγομένη σχετικώς με την έκταση του από αυτήν προς αμφότερους τους ενάγοντες πωλουμένου οικοπέδου και υπέστη ζημία ισόποση προς την από αυτήν εκδοθείσα επιταγή ποσού 23.500 ευρώ, την οποία η εναγομένη εισέπραξε ως προκαταβολή για την πώληση του ακινήτου της προς αυτούς (ενάγοντες), αποδειχθέντος του δόλου της εναγομένης για την πραγμάτωση της σε βάρος της εναγούσης απάτης, καθ' όσον εκ προθέσεως αυτή (εναγομένη) διαβεβαίωνε τον πρώτο ενάγοντα, που, όπως προαναφέρθη ενεργούσε και ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της δευτέρας τούτων ότι το ακίνητο είχε έκταση επτά στρεμμάτων, ενώ και το περιστατικό αυτό ήταν αναληθές διότι το πωληθέν ακίνητο κατά το χρόνο κατά τον οποίον εγένοντο οι συζητήσεις περί πωλήσεως του ήταν 3,5 στρέμματα και τούτο καλώς γνώριζε η εναγομένη, είχε δε πρόθεση να τον παραπλανήσει.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και το από 5.3.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η ήδη αναιρεσείουσα και δεν στήριξε σε αυτό, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του. Επομένως, ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 75/2009, ΑΠ 329/2007). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως επί υποθέσεων επί των οποίων τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, στις οποίες το δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη συμπληρωματικά και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 40/2009, ΑΠ 31/1999). Στα ιδιωτικά έγγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη, έναντι των λοιπών, αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1731/2008). Επομένως, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.10.2009 αίτηση της Γ. συζ. Κ. Γ., το γένος Γ.Κ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3280/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ