Supreme Court overturns lower court ruling on labor law application to a sports club employee with supervisory duties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the Second Instance Court's dismissal of an appeal regarding labor law violations. The plaintiff, an employee of the Nautical Club of Greece, argued that his supervisory role over the kitchen staff exempted him from standard working hour limits, while the lower court had accepted this exemption. The Court found the lower court erred in characterizing the plaintiff as a director rather than a supervisor, noting his duties did not decisively influence the club's overall direction. Consequently, the appeal was allowed, the case remitted for retrial, and the opposing party ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 1 of the Washington Convention on Limitation of Working Hours; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: Persons with supervisory authority over kitchen staff are not directors if their duties do not decisively influence the enterprise's direction, thus labor law protections apply.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 636 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 636/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσαντώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" Αθλητικού Σωματείου, που εδρεύει στον Πειραιά και νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2004 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2077/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 288/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 2.1.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 288/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. α' της διεθνούς συμβάσεως της Ουάσιγκτων "περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν", που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά τη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της, θεωρούνται εκείνα στα οποία, επειδή διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της επιχείρησης ή τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, έτσι ώστε όχι μόνον επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση της νομοθεσίας στην επιχείρηση για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές.
Γι' αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, με σχέση εξηρτημένης εργασίας, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν, υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τις Κυριακές, ετήσια χορήγηση αδείας. Οι εν λόγω απώλειες αντισταθμίζονται, από τις καταβαλλόμενες σ' αυτούς ηυξημένες αποδοχές.
Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις ... από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ ("ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ") με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως αρχιμάγειρας στις εγκαταστάσεις του ομίλου στον ...
και σε εκτέλεση της εργασιακής αυτής συμβάσεως εργάστηκε μέχρι τις 29-2-2004, οπότε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας καταβάλλοντας στον αναιρεσείοντα τη νόμιμη αποζημίωσή του. Οι αποδοχές του αρχικά ήταν 729.150 δρχ, από 1-3-1999 έως 31-12-1999 ήταν 770.000 δρχ, από 1-1-2000 έως 31-12-2001 ήταν 900.000 δρχ, από 1-1-2002 έως 31-12-2002 ήταν 2.720 Ευρώ και από 1-1-2003 έως την απόλυση του ήταν 2.834 Ευρώ.
Ο αναιρεσίβλητος Ναυτικός όμιλος είναι σωματείο στο χώρο του ναυταθλητισμού, ο χαρακτήρας του είναι μη κερδοσκοπικός και αριθμεί 200 αθλητές και περί τα 1.500 μέλη. Στις εγκαταστάσεις του ομίλου λειτουργεί εντευκτήριο για τα μέλη του αλλά και αίθουσα δεξιώσεων για την πραγματοποίηση κοινωνικών εκδηλώσεων.
Ο αναιρεσείων ήταν επικεφαλής του προσωπικού της κουζίνας (μαγείρων, βοηθών μαγείρων και λοιπού εν γένει βοηθητικού προσωπικού), στο οποίο περιλαμβάνονταν εννέα άτομα, με εξουσία ρύθμισης των ημερών και ωρών εργασίας του προσωπικού αυτού και με πλήρη εξουσία προγραμματισμού του καθημερινού καταλόγου φαγητών και διεύθυνσης του επισιτιστικού τμήματος, οι υποδείξεις δε για τη στελέχωση του προσωπικού της κουζίνας (πρόσληψη ή απόλυση των κατώτερων μελών κουζίνας) ήταν δεσμευτικές προς τη διοίκηση του αναιρεσίβλητου σωματείου.
Είχε δηλαδή ο αναιρεσείων υπεύθυνη και διευθυντική θέση ως προς το επισιτιστικό τμήμα του Ομίλου και γι' αυτό οι αποδοχές του υπερέβαιναν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια που προβλέπονταν από τις οικείες ΣΣΕ προσωπικού Τουριστικών και Επισιτιστικών Καταστημάτων, κατά τα ανωτέρω, ενώ οι προβλεπόμενες αποδοχές από τις αντίστοιχες ΣΣΕ ήταν: 1) 233.801 δρχ.
για το έτος 1999, 2) 244.201 δρχ. για το έτος 2000, 3) 254.314 δρχ. για το έτος 2001, 4) 790,20 ευρώ για το έτος 2002, 5) 825,1 ευρώ για το έτος 2003 και 6) 858,10 ευρώ για το έτος 2004 (έως 1-7-2004). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι ο αναιρεσείων ήταν κατά το κρίσιμο ένδικο χρόνο διευθύνων υπάλληλος του αναιρεσιβλήτου και ότι ορθώς δεν εφαρμόσθηκαν ως προς αυτόν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας και τις εντεύθεν αξιώσεις του για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά Κυριακές, για τη χορήγηση εβδομαδιαίας ημέρας αναπαύσεως και για τη χορήγηση αμοιβής για την νυκτερινή του εργασία.
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή του. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις και απέδωσε σ'αυτές έννοια, που κατά τα προεκτεθέντα δεν έχουν, αφού ο αναιρεσείων με βάση τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως διευθύνων υπάλληλος, καθόσον τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν και ασκούσε δεν επηρέαζαν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως του αναιρεσίβλητου, αλλά συνιστούσαν καθήκοντα υπαλλήλου - προϊσταμένου του εργαζομένου στο μαγειρείο προσωπικού.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνουν δεκτοί ως άνω κατ'ουσίαν βάσιμοι.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 288/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ