Supreme Court dismisses National Bank's appeal regarding unfair promotion of an employee over a more qualified colleague.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employee promotion. The bank argued the promotion violated equal treatment principles, but the court found the lower court's reasoning based on unproven facts and procedural errors. Consequently, the appeal was dismissed, and the bank was ordered to pay the employee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207 of the Civil Code; A promotion decision based on future uncertain events is valid if made in good faith, but an employer's refusal to promote a clearly superior employee constitutes bad faith, rendering the decision voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 636 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 636/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της πρώην υφισταμένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ (ΕΤΕΒΑ) Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 773/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 3-5-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση) τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, είναι και εκείνη με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας που 'χει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτήν, όταν κρίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση του αυτή είναι αντίθετη προς την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς ως προς τα, συνολικώς εκτιμώμενα, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 207 Α.Κ., ότι πληρώθηκε από τότε που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή.
Εξάλλου, η υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων της αρχικώς εναγομένης (ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ (ΕΤΕΒΑ) Α.Ε"), της οποίας καθολική διάδοχος, με συγχώνευση και απορρόφησή της, είναι η αναιρεσείουσα, διεπόταν από τον "Οργανισμό Καταστάσεως Προσωπικού της ΕΤΕΒΑ" που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 33700/1579/23-8-1978 κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Εργασίας , όπως αυτός τροποποιήθηκε με την από ...
Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας , που καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικώς εναγομένης ως άνω Τράπεζας και του Συλλόγου Προσωπικού αυτής , που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ'αριθ. 14439 της 7/8-5-1985 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β'263) και ο οποίος έχει συμβατική ισχύ (ΑΠ 126/1990) . Κατά το άρθρο 8 του ως άνω Οργανισμού, οι προαγωγές των υπαλλήλων " γίνονται εις το τέλος εκάστου έτους δια Πράξεως του Διευθύνοντος Συμβούλου, κατά τα κατωτέρω οριζόμενα.
Προς διαπίστωσιν της υπάρξεως του εκάστοτε απαιτουμένου χρόνου υπηρεσίας εις τον προηγούμενον βαθμόν του κρινομένου προς προαγωγήν συνυπολογίζεται το μέχρι λήξεως του έτους , καθ 'ο γίνονται αι προαγωγαί , χρονικόν διάστημα Αι προαγωγαί ισχύουν: α)προκειμένου περί υπαλλήλων προαγόμενων κατά τα οριζόμενα εν εδαφίου α' της επομένης παραγράφου από 1ης Ιουλίου του έτους καθ' ο γίνονται αυταί, εάν ούτοι έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενον προς προαγωγήν χρόνον πραγματικής και ευδοκίμου υπηρεσίας εντός του πρώτου εξαμήνου του αυτού έτους, άλλως από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους , β) προκειμένου περί των λοιπών περιπτώσεων από 1ης Ιουλίου του έτους , καθ' ο γίνονται αύται , ή από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους κατά την κρίσιν των ενεργούντων τας προαγωγάς ".
Ειδικά για την προαγωγή στον βαθμό του διευθυντή ορίζονται στην παρ.8 στοιχ. α' του ίδιου άρθρου 8 τα ακόλουθα: "Προαγωγές στο βαθμό Διευθυντή του Κύριου Προσωπικού γίνονται από το Διευθύνοντα Σύμβουλο κατά την απόλυτη κρίση του με μόνη προϋπόθεση ότι υπάρχει κενή οργανική θέση στο βαθμό στον οποίο γίνεται η προαγωγή" .Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:
Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 1-7-1968 από την αρχικώς εναγομένη τράπεζα ΕΤΕΒΑ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως υπάλληλος της, εξελίχθηκε δε ομαλά μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή, τον οποίο κατείχε από 1-1-1993. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις για το έτος 1998 για την κάλυψη θέσεως Διευθυντή, ο Διευθύνων Σύμβουλος της αρχικώς εναγομένης, ως αρμόδιο όργανο αυτής, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο του Οργανισμού καταστάσεως προσωπικού της, προήγαγε στο βαθμό του Διευθυντή το συνάδελφο του αναιρεσιβλήτου Γ1, ενώ παρέλειψε να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο.
Κατά τις ως άνω κρίσεις ο αναιρεσίβλητος είχε τα ακόλουθα προσόντα: Γενική αρχαιότητα από 1/7/1968 και ειδική αρχαιότητα από 1/1/1993. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, γνωρίζει την Αγγλική, τη Γαλλική, την Ιταλική και την Αιθιοπική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει έξι επιμορφωτικά σεμινάρια, 1) Μάρτιο του 1982, Επιστημονικό σεμινάριο τριών εβδομάδων υπό την αιγίδα της CΙΤΙΒΑΝΚ, 2) Δεκέμβριο 1986 Τραπεζικό σεμινάριο σύγχρονων τραπεζικών συστημάτων, 3) Νοέμβριο 1989. "LEGOS" Σεμινάριο LOTUS 1, 2, 3 Επεξεργασία Οικ/κών πινάκων 4) Νοέμβριο 1996 "Ελληνική εταιρία Διοικήσεως Επιχειρήσεων" ΕΕΔΕ.
Σεμινάριο WINDOWS και ΕΧCΕL. 5) Φεβρουάριο 1997 Περιφερειακό Κέντρο Επαγγελματικής κατάρτισης χρηματιστηριακών υπηρεσιών, επιστημονικό σεμινάριο "Υποχρεώσεις των εισηγήσεων στο Χρηματιστήριο αξιών Αθηνών", και 6) Μάϊο 1997 ΙΝΤRΑCOUΝΤ Α.Ε. Επιστημονική Επιμορφωτική "Κεφαλαιακή Επάρκεια των Πιστωτικών ιδρυμάτων" CAD, Μηχανογραφική τήρηση, επεξεργασία των στοιχείων για την κεφαλαιακή επάρκεια.
Αντιμετώπιση από άποψη του κλαδικού λογιστικού σχεδίου των τραπεζών. Του ανατέθηκαν και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και συγκεκριμένα: α) Με την υπ' αριθμ. ........ Πράξη του Διευθύνοντος Συμβούλου του ανατέθηκαν καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, β) με την υπ' αριθμ. .....
Πράξη του Διευθύνοντος Συμβούλου του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, μιας από τις σημαντικότερες διευθύνσεις της τράπεζας, τα οποία ασκούσε και είχε 18 έως 20 υφισταμένους. Από το έτος 1994 και εφεξής υπέγραφε τους Ισολογισμούς και Προσαρτήματα της Τράπεζας μαζί με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου.
Επίσης από το έτος 1994 και εφεξής είχε δικαίωμα πρώτης υπογραφής, ενώ την 1/1/1998 ήταν 3ος στην σειρά επετηρίδας. Ο προαναφερόμενος συνάδελφος του αναιρεσιβλήτου Γ1, κατά την επίδικη κρίση, είχε τα κάτωθι προσόντα: Προσλήφθηκε από την αρχικώς εναγομένη την 1/7/1975 και προάχθηκε στο βαθμό του Υποδιευθυντή την 1/1/1995, είχε δηλαδή γενική αρχαιότητα από 1/7/1975 και ειδική αρχαιότητα από 1/1/1995.
Είναι πτυχιούχος της Παντείου ΑΣΠΕ, έχει αποφοιτήσει από το ινστιτούτο επιμορφώσεως της διοίκησης επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ, δεν γνωρίζει καμία ξένη γλώσσα και δεν έχει παρακολουθήσει κανένα σεμινάριο. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος Διευθύνσεως από 1-1-1998, και στη Διεύθυνση του έχει 11 υφισταμένους, δικαίωμα πρώτης υπογραφής απέκτησε από 1-1-1998, ενώ κατά το χρόνο της προαγωγής του ήταν 9ος στην επετηρίδα.
Δέχτηκε δε το Εφετείο περαιτέρω ότι από τη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσιβλήτου με αυτά του προαναφερόμενου συναδέλφου του προκύπτει φανερή υπεροχή αυτού (αναιρεσιβλήτου) στο σύνολο των προσόντων του έναντι του συγκρινόμενου. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος υπερτερούσε έναντι αυτού ως προς όλα τα προσόντα, δηλαδή κατά τη γενική αρχαιότητα κατά επτά (7) έτη, κατά την ειδική αρχαιότητα κατά δύο (2) έτη, την επιμόρφωση, τη γνώση ξένων γλωσσών, την ανάληψη υπευθύνων καθηκόντων κατά 3,5 έτη και σε σημαντικότερη Διεύθυνση, την εξουσιοδότηση με δικαίωμα υπογραφής και τη σειρά επετηρίδας, δηλαδή διέθετε προσόντα, τα οποία δεν διέθετε ο πιο πάνω συγκρινόμενος.
Κατά συνέπεια η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι του συγκρινόμενου είναι κατάδηλη και η αρνητική κρίση του Διευθύνοντος Συμβούλου της αρχικώς εναγομένης, ως αρμοδίου για την προαγωγή του αναιρεσίβλητου οργάνου, να προαγάγει αυτόν στις 3-4-1998 από το βαθμό του Υποδιευθυντή που κατείχε στο βαθμό του Διευθυντή ήταν καταφανώς άδικη και συνιστούσε παρεμπόδιση πλήρωσης της αίρεσης υπό την οποία η προαγωγή του αυτή τελούσε αντίθετα προς την καλή πίστη και γι' αυτό, κατ' αρθρ. 207 παρ. 1 ΑΚ θεωρείται (πλασματικώς) ότι αυτή πληρώθηκε, ακόμη και αν η προαγωγή του Γ1 στο βαθμό του Διευθυντή κατά την επίδικη κρίση είχε γίνει σε αντικατάσταση συνταξιοδοτηθέντος στη Διεύθυνση Συναλλαγών Προϊσταμένου Διευθυντή ......, δηλαδή προς κάλυψη κενής οργανικής θέσης Διευθυντή, ακόμη και αν η προαγωγή του Γ1 έγινε ενόψει συνταξιοδοτήσεως του.
Η ένδικη δε παράλειψη προαγωγής του αναιρεσίβλητου στο βαθμό του Διευθυντή είναι ανεξάρτητη από τη μετέπειτα συμμετοχή αυτού στο πρόγραμμα εκούσιας αποχωρήσεως που εξήγγειλε η αρχικώς εναγομένη και τα από αυτήν οφέλη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 773/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι η ως άνω παράλειψη του αναιρεσιβλήτου ενείχε κατάφωρη παραβίαση των αρχών της καλής πίστεως, η δε πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, παρακωλύθηκε αντίθετα προς την καλή πίστη, έτσι ώστε να θεωρείται ότι η εν λόγω αίρεση πληρώθηκε έκτοτε.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή της, την ως άνω διάταξη του άρθρου 207 παρ.1 του ΑΚ, αφού σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη αναφέρονται και με βάση τις παραπάνω παραδοχές του πράγματι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς, κατά την προαναφερόμενη προαγωγική κρίση στην αρχικώς εναγομένη Τράπεζα, έναντι του συναδέλφου του Γ1, που είχε προαχθεί στο βαθμό του Διευθυντή και ως εκ τούτου η παράλειψη αυτού (αναιρεσιβλήτου) ενείχε κατάφωρη παραβίαση των αρχών της καλής πίστεως, η δε πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παρακωλύθηκε αντίθετα προς την καλή πίστη, έτσι ώστε να θεωρείται, σύμφωνα με την ως άνω ουσιαστική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 207 του ΑΚ, ότι η εν λόγω αίρεση πληρώθηκε έκτοτε.
Το πράγμα δεν διαφοροποιείται, έστω και αν η προαγωγή του ως άνω Γ1 στο βαθμό του Διευθυντή είχε γίνει σε αντικατάσταση άλλου συνταξιοδοτηθέντος Διευθυντή, αφού ακριβώς η προαγωγή αυτή είχε γίνει για την κάλυψη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσεως, ή είχε γίνει ενόψει συνταξιοδοτήσεώς του, αφού και πάλι υπήρξε προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή και αντίστοιχη παράλειψη του αναιρεσιβλήτου.
τέλος, πράγματι η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου από την προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή δεν σχετίζεται από τη μετέπειτα συμμετοχή αυτού στο πρόγραμμα εκούσιας αποχωρήσεως που είχε εξαγγείλει η αρχικώς εναγομένη και τα από αυτήν οφέλη. Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά τα σχετικά, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρη τους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
2. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των εγγράφων, τα οποία νόμιμα με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, και των καθοριζομένων ομολογιών της αναιρεσείουσας, που συνάχθηκαν κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, και αμφοτέρων των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφασή του πρακτικά.
Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και αμφότερες τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις, δηλαδή και την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του ....., που εξετάστηκε με την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, αλλά και την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του ......., που εξετάστηκε με την επιμέλεια της αρχικώς εναγομένης Τράπεζας, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα, έστω και αν, εκτός από τη στην αρχή γενική αναφορά που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του για λήψη υπόψη και των εν λόγω ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, στη συνέχεια δεν αξιολογεί τις μαρτυρικές αυτές καταθέσεις ειδικώς και χωριστά, προφανώς επειδή έκρινε ότι αυτό δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση αναγκαίο, παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφαση αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται την προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των αμέσως πιο πάνω ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, με το ένα από τα μέρη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται αποδεικτικά μέσα τα οποία η αναιρεσείουσα είτε είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η ίδια είτε είχε επικαλεστεί ως από τον αντίδικό της (αναιρεσίβλητο) επικληθέντα και προσκομισθέντα και έχοντα έτσι καταστεί, κατά το άρθρο 346 ΚΠολΔ, κοινά μέσα αποδείξεως και τα οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη.
3.- Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με μέρη του τρίτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αληθινά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που ειδικότερα αναφέρονται στα μέρη αυτά του λόγου αναιρέσεως και συγκεκριμένα αφορούν τις καθοριζόμενες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου για διάφορες "BONUS" και έξοδα αυτοκινήτου, χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως ήδη πιο πάνω αναφέρθηκε, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των εγγράφων που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, καθώς και των αναφερόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων και ομολογιών της αναιρεσείουσας που συνάχθηκαν κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ.
Έτσι στις σχετικές παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη. Επομένως ο αμέσως πιο πάνω (τρίτος κατά τα ως άνω μέρη του) λόγος αναιρέσεως, αποκλειστικά και μόνο, κατά την αληθινή έννοιά του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, όπως επιπλέον, προφανώς από παραδρομή και οπωσδήποτε εσφαλμένως, αναφέρεται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
Ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων αναφορικά με τα αμέσως πιο πάνω αγωγικά κεφάλαια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προσβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, απέρριψε ως αβάσιμο τον τρίτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο υποστηριζόταν ότι η ως άνω προαγωγή του Γ1 είχε "αποστρατευτικό" χαρακτήρα, επειδή είχε γίνει ενόψει συνταξιοδοτήσεώς του, δεχθέν ότι "η τοιαύτη προαγωγή πρωτίστως προσκρούει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού και ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ήδη το 2002 συνταξιοδοτήθηκε χωρίς να του δοθεί ο βαθμός του Διευθυντή και επιπλέον δεν προβλέπεται από τον οργανισμό".
Ήδη με τα υπόλοιπα μέρη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να θεμελιώσει την απόρριψη του αμέσως πιο πάνω λόγου εφέσεως στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως αφενός παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγμα", δηλαδή ένσταση στηριζόμενη στην παραβίαση της εν λόγω αρχής, την οποία όμως δεν είχε προβάλει ο αναιρεσίβλητος, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην από το άρθρο559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, και αφετέρου δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε από την αρχικώς εναγομένη Τράπεζα το έτος 2002 λόγω συνταξιοδοτήσεως χωρίς απόδειξη, υποπίπτοντας έτσι, στην πραγματικότητα, στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, κατά την αληθινή έννοια του μέρους του λόγου αυτού αναιρέσεως, και όχι στην από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, όπως προφανώς από παραδρομή και οπωσδήποτε εσφαλμένως αναφέρεται στο μέρος αυτό του λόγου αναιρέσεως, προβλεπόμενη πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά αμφότερα τα αμέσως πιο πάνω μέρη του πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής, γιατί πλήττει αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως που εκφέρθηκε εκ περισσού, αφού υπάρχει, κατά τα στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως σχετικώς διαλαμβανόμενα, άλλη κύρια αιτιολογία η οποία στηρίζει το αντίστοιχο μέρος του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο στη σχετική, έστω και εκ περισσού, παραδοχή του, δεν κατέληξε, σύμφωνα με τα παραπάνω χωρίς απόδειξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε.") για αναίρεση της υπ' αριθ. 28/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ