Legislator Case Law & Legislation
636/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing vague legal arguments and insufficient evidence regarding property ownership.

Case Number 636/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the widow and her adult daughter against the Regional Court of Ioannina's decision on property ownership. The appellants argued the lower court erred in evaluating evidence and ignoring specific legal provisions, while the respondent maintained the court's assessment of the documents was correct. The court dismissed the appeal because the legal grounds were too vague, lacked specific statutory citations, and failed to demonstrate that the lower court ignored crucial evidence affecting the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558(19) and 559(8), 11(γ) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court requires precise legal grounds and comprehensive evidence evaluation, rejecting appeals based on vague assertions or selective citations of substantive law.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility property ownership dispute evidence evaluation legal reasoning standard statutory citation requirement procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 558(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(γ) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 25/2003
Case 12/2000
Case 3/1997
Case 469/1984

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 636 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 636/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1 χήρας Χ2, για τον εαυτόν της ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης κόρη της Χ3 του Χ2 και 2) Χ4 του Χ2 κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φραγκίσκο-Γεώργιο Αυγερινό, ο οποίος δήλωσε ότι η Χ3 του Χ2 ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς την δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.

Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γεωργίου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 570/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 287/2002 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 22 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά της 287/2002 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ. 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής (Ολ.ΑΠ. 469/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ'ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως ισχυρισμό που προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο - εφεσίβλητο - εναγόμενο περί δήθεν κτήσης ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο κοινό ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία λόγω της αποκλειστικής με διάνοια κυρίου νομής ολοκλήρου του εν λόγω ακινήτου από το έτος 1972 και εφεξής συνεχώς μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (1997) από μέρους του και ότι την πρόθεσή του αντιποίησης της συννομής κατέστησε γνωστή τόσο στον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων, Χ2, όσο και στους ίδιους, ισχυρισμό όμως που δεν προτάθηκε απ' αυτόν.

Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ειδικότερα προκύπτει, ότι η κρινόμενη αγωγή, στηριζόμενη στην τακτική και έκτακτη χρησικτησία των εναγόντων επί του επίδικου ακινήτου ήταν κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού, όπως δέχθηκε το Εφετείο, κατά το κρίσιμο, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, την οποία βάσιμα αρνήθηκε ο εναγόμενος, χρονικό διάστημα από το έτος 1972 και μέχρι το χρόνος άσκησής της -αγωγής- το έτος 1977, οι ενάγοντες και ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Χ2 δεν νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο, το οποίο αντίθετα νεμήθηκε ο εναγόμενος, ο οποίος ναι μεν το έτος 1972 κατέστη από άτυπη αγορά και μεταβίβαση σ'αυτόν της νομής συννομέας του εν λόγω ακινήτου με το Χ2 και μάλιστα κατ' ισομοιρία, αλλά αμέσως μετά δήλωσε στον τελευταίο, ότι του λοιπού θα νέμεται το επίδικο ως αποκλειστικός νομέας του.

Επομένως, ο εξεταζόμενος ήδη αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του εναγομένου συνιστά ένσταση ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, ενώ στην πραγματικότητα αυτός συνιστά άρνηση του ίδιου στην αγωγή, καθιστάμενος, έτσι, μη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα.

Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αιτιάσεις για πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς ειδικότερη αναφορά του σε τι συνίστανται αυτές, είναι απορριπτέες ως αόριστες. Από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 388 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η κρίση περί της ύπαρξης ανάγκης διενέργειας ή συμπλήρωσης της πραγματογνωμοσύνης, όταν ζητείται από κάποιο διάδικο για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εναπόκειται στην κυριαρχική και γι' αυτό και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με το να μη διατάξει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με την εγκυρότητα του από 15.3.1972 ιδιωτικού συμφωνητικού, που, με επίκληση, προσκομίστηκε σ'αυτό από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, απορρίπτοντας σιωπηρά το σχετικό των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 περίπτ.

β', 9 περίπτ. γ' και 10 περίπτ.α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, πλημμέλειες, γι' αυτό και ο αντίθετος σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά μεν το πρώτο μέρος του, γιατί το αίτημα περί της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, ενόψει της κυριαρχικής ως προς αυτό κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β' Κ.Πολ.Δ., κατά το δεύτερο μέρος του, γιατί το προμνημονευόμενο αίτημα δεν αποτελεί αίτημα που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και, τέλος, κατά το τρίτο μέρος του, γιατί προϋποθέτει έρευνα του σχετικού αιτήματός κατ' ουσία, η οποία, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, δεν έγινε στην κρινόμενη υπόθεση.

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποιά αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιό, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο υπό εξέταση αναιρετικός λόγος δεν θεμελιώνεται αν στηρίζεται σε ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες που αφορούν την ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, εφόσον το απ' αυτές πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 861/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο εναγόμενος, μετά 13ετή νομή επί του επίδικου ακινήτου, έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ότι το έτος 1985 παραχώρησε ο ίδιος στο δικαιοπάροχο των εναγόντων ένα τμήμα του εν λόγω ακινήτου, εμβαδού 800 τετρ.

μέτρων για την ανέγερση σ' αυτό οικίας, συνέχισε, όμως, αυτός να νέμεται το επίδικο για ίδιο αποκλειστικά λογαριασμό, εκδήλωσε δε την πρόθεσή του αυτή, της ίδιας, δηλαδή αποκλειστικής του νομής στον πιο πάνω δικαιοπάροχό τους, χωρίς να προσδιορίζει το χρόνο της γνωστοποίησης της πιο πάνω πρόθεσής του για αντιποίηση της νομής, ούτε τον τρόπο με τον οποίο προέβη σ'αυτή τη γνωστοποίηση, παραβίασε ευθέως κανόνες ουσιαστικού δικαίου και στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται σ'αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και διαλαμβάνονται όχι όλες, αλλά επιλεκτικά αποσπασματικές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού του.

Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 558 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι οι εγγράφως αποδεικνυόμενες πράξεις του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, δηλαδή η έκδοση οικοδομικής άδειας στο όνομά του, καθώς και η εγγραφή υποθήκης στο επίδικο ακίνητο δεν συνιστούν πράξεις νομής ή κατοχής, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία και ως εκ τούτου στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η προβαλλόμενη πιο πάνω ανεπάρκεια της αιτιολογίας αφορά την ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, το δε από τις οποίες πόρισμα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται με σαφήνεια.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα που προσκομίζονται είτε προς άμεση, είτε προς έμμεση απόδειξη, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την από 28.3.1988 αγωγή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, απευθυνόμενη προς το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, με την οποία αυτός ζητούσες την αποβολή του εναγομένου από το επίδικο ακίνητο και την οποία ειδικά επικαλέστηκαν οι ενάγοντες τόσο με την έφεσή του, όσο και με τις από 19.3.2001 προτάσεις τους στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισαν στο ίδιο, προς απόδειξη της διακοπής οποιασδήποτε καλόπιστης ενέργειας του εναγομένου επί του επίδικου ακινήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το προμνημονευόμενο έγγραφο - αγωγή, ενόψει της κρίσιμης παραδοχής του Εφετείου, ότι οι ενάγοντες δεν νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1972 - 1997, έτεινε σε απόδειξη μη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.6.2004 αίτηση για αναίρεση της 287/2002 απόφασης τους Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ